Πέμπτη 3 Ιουλίου 2008

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ - λέξεις - φράσεις - δικανικοί όροι

ἀβίωτος: αφόρητος.

ἀβίωτον ἐστί τινι: ο βίος είναι ανυπόφορος σε κάποιον.

ἀγαθός: ευγενής, καλός, ανδρείος.

ἄριστος: ευγενής.

τύχῃ ἀγαθῇ: με το καλό.

ἀγαθὰ φρονῶ: έχω καλά αισθήματα.

ἀγαθὰ πάσχω: ευεργετούμαι.

ἀγαθὰ ποιῶ: ευεργετώ.

ἀγαπητῶς: πρόθυμα, με κόπο, μόλις και με τα βίας.

ἀγγέλλω πόλεμον: κηρύττω πόλεμον.

ἀγνοοῦμαι: είμαι άγνωστος, δεν γίνομαι αντιληπτός.

ἀγνὼς εἰμὶ τινός: αγνοώ κάποιον.

ἀγοραίος: αυτός που περνάει την ώρα του στην αγορά.

ἀγοραία ἡμέρα: δικάσιμη.

ἀγορεύω: δημηγορώ.

ἄγχιστος: ο πάρα πολύ κοντινός.

ἄγω: οδηγώ, πορεύομαι, διοικώ.

ἄγω καὶ φέρω: λεηλατώ, μεταφέρω.

ἄγω ἑορτήν: εορτάζω.

ἄγω θυσίαν: θυσιάζω.

ἄγω εἰρήνην: ησυχάζω.

ἄγω τείχος: κατασκευάζω τείχος.

ἄδειαν ἄγω: είμαι σε ασφάλεια.

ἄγομαι φόνου: κατηγορούμαι για φόνο.

ἄγω τινὰ τιμιώτερον: αποδίδω σε κάποιον μεγαλύτερη αξία, υπερεκτιμώ.

ἀγὼν λόγων: καιρός για λόγους.

ἀγὼν μάχης: καιρός για μάχη.

καθίστημι τινά εἰς ἀγῶνα: μπλέκω κάποιον σε δίκη.

ἀγωνίζομαι: προσπαθώ, διεξάγω αγώνα.

ἀγωνίζομαι γραφὴν (ή δίκην): διεξάγω δικαστικό αγώνα.

ὁ ἀγωνιζόμενος: ο κατηγορούμενος.

οἱ ἀγωνιζόμενοι: οι διάδικοι.

ἀδεῶς: άφοβα.

ἄρχω χειρῶν ἀδίκων: αρχίζω πρώτος να αδικώ.

ἀδύνατος λέγειν: μέτριος ρήτορας.

ἀθυμέω-ῶ: είμαι απογοητευμένος, στεναχωριέμαι.

ἄθυμος: στεναχωρημένος, απογοητευμένος.

ἀθύμως ἔχω: χάνω το θάρρος μου.

αἰκίζομαι: βλάπτω, προσβάλλω.

αἴρεσις: άλωση, κατοχή, εκλογή.

αἴρεσιν δίδωμι: παρέχω το δικαίωμα της εκλογής.

αἴρεσιν λαμβάνω: έχω το δικαίωμα της εκλογής.

αἱρέω-ῶ: λαμβάνω, καταλαμβάνω, αιχμαλωτίζω.

αἱροῦμαι: λαμβάνω, εκλέγομαι, προτιμώ.

αἱροῦμαι γνώμην: αποδέχομαι γνώμη.

αἴρω: υψώνω, απομακρύνω, μεταφέρω.

αἴρομαι κίνδυνον: αναλαμβάνω τον κίνδυνο.

δίκην παρὰ τινός αἴρομαι: εκδικούμαι κάποιον.

αἴσθησιν ἔχω τινός: έχω αντίληψη κάποιου.

αἰτία: αίτιο, αφορμή, κατηγορία.

αἰτίαν ἔχω ἤ ὑπέχω: κατηγορούμαι.

ἐν αἰτίᾳ ἔχω τινά: κατηγορώ, θεωρώ κάποιον ένοχο.

ἀπολύω τινά τῆς αἰτίας: απαλλάσσω κάποιον από την κατηγορία.

αἰτιάομαι-ῶμαι: κατηγορώ, προφασίζομαι.

αἰωροῦμαι τὴν ψυχήν: αμφιταλαντεύομαι ψυχικά.

ἐν ἀκαρεῖ: σε μια στιγμή.

ἀκινδύνως ἔχω: δε διατρέχω κίνδυνο.

ἀκμάζω: είμαι ακμαίος, ισχυρός.

ἀκμάζει: είναι κατάλληλη στιγμή.

εὖ ἀκούω: επαινούμαι.

κακῶς ἀκούω: κακολογούμαι.

ἄκρᾳ: κορυφή, ύψωμα, ακρωτήριο.

κατ' ἄκρας: εξ’ ολοκλήρου.

ἄκριτος: συγκεχυμένος, αδίστακτος.

ἄκυρον ποιῶ τὸ ἀξίωμα: μειώνω την εξουσία.

οἱ ἀλήθειαν ἀσκοῦντες: οι φιλαλήθεις.

ἅλις: αρκετά.

ἁλίσκομαι: συλλαμβάνομαι, κυριεύομαι.

ἄλλῃ: κατ’ άλλο τρόπο, σε άλλα μέρη.

ὁ ἄλλος χρόνος: το παρελθόν.

ἀλλότριος: ξένος.

ἀλλοτρίως διάκειμαι ή ἔχω πρός τινά: έχω εχθρική διάθεση απέναντι σε κάποιον.

ἀμαθῶς ἔχω: έχω άγνοια.

ἁμαρτάνω: βλάπτω, διαπράττω αδίκημα.

ἁμαρτάνω τῆς γνώμης τινός: διαψεύδω τη γνώμη κάποιου.

ἐπ' ἀμφότερα ἔχω: ταλαντεύομαι.

ἁμῶς γέ πως: κατά κάποιον τρόπο.

ἁμῶς γέ που: σε κάποιο μέρος.

ἀναγκαῖος: αναπόφευκτος.

τὰ ἀναγκαῖα: τα προς το ζην.

ἐν ἀνάγκῃ ἔχομαι: πιέζομαι από ανάγκη.

ἀνάγω: μεταφέρω.

ἀνάγω (ή ἀνάγομαι) ναῦν: αποπλέω, ανοίγομαι στο πέλαγος.

ἀνακρούω: εμποδίζω.

καταγιγνώσκω τινός ἀνανδρία: θεωρώ κάποιον άνανδρο.

ἀνάστατος γίγνομαι: καταστρέφομαι, ερημώνομαι, αναστατώνομαι.

ἀνελπίστως ἔχω: είμαι απελπισμένος.

ἀνθάπτομαι: προσβάλλω, επιχειρώ.

ἀνίημι: αφήνω, εγκαταλείπω.

ἀνίημι τὴν φυλακήν: χαλαρώνω τον αποκλεισμό.

ἀντέχω περί τινος: επιμένω σε κάτι.

ἀντίος: αντιμέτωπος.

ἀντίπαλον δέος: ο φόβος των εχθρών.

ἀντιποιῶ: ανταποδίδω.

ἀντίπρωρος: αντιμέτωπος.

ἀντίρροπος: ισόρροπος, ισοβαρής.

ὡς ἀνυστόν: όσο το δυνατόν.

οἱ ἄνω χρόνοι: το παρελθόν.

οἱ ἄνωθεν: οι πρόγονοι.

πολλοῦ ἄξιος: αξιόλογος.

οὐδενὸς ἄξιος: ασήμαντος.

ἄξιός εἰμι: δικαιούμαι.

ἀπαθής: αβλαβής, αναίσθητος.

ἀπεῖπον: αρνήθηκα.

ἀπεῖπον + απρφτ: απαγόρευσα.

ἀπεῖπον + μτχ: κουράστηκα.

ἀπειρημένον: το απαγορευμένο.

ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν: για να το πω γενικά.

τὸ ἀποβαῖνον: το αποτέλεσμα.

ἀποδείκνυμι νόμον: δημοσιεύω νόμον.

ἀποδίδωμι τὰ ὀνόματα: ανακοινώνω τα ονόματα.

ἀποκνέω-ῶ: από φόβο αποφεύγω.

ἀποκνῶ τὸν πλοῦν: αναβάλλω την εκστρατεία από φόβο.

ἀπόμισθος: απλήρωτος.

ποιῶ τινα ἀπόμισθον: απολύω κάποιον χωρίς καταβολή μισθού.

ἀπορία: δυσκολία, στεναχώρια, έλλειψη.

εἰς ἀπορίαν καθίσταμαι: περιέρχομαι σε δύσκολη θέση.

ἐν ἀπόροις εἰμί: βρίσκομαι εν μέσω δυσχερειών.

ἀποστερέω-ῶ: αφαιρώ, αρπάζω.

ἀποτρέπομαι: αποσύρομαι.

ἀποτρέπομαι ἄλλην ὁδόν: στρέφομαι σε άλλη οδό.

ἀποχρῶμαι τινα: φονεύω κάποιον.

ἅπτομαι: αγγίζω, εξετάζω.

ἅπτομαι τῶν πολιτικῶν πραγμάτων: αναμειγνύομαι στα πολιτικά.

ἀργύριον: χρήματα, τεμάχιο αργύρου.

σκοπῶ τὸ λυσιτελέστατον πρὸς ἀργύριον: αποβλέπω προς το οικονομικά ωφέλιμο.

ἄρνυμαι: κερδίζω, αποκομίζω.

ἄρχομαι: εξουσιάζομαι.

σφόδρα ἄρχομαι: καταπιέζομαι ως πολίτης.

ἀσύμφορον: ζημία.

ἄτιμος: ο στερηθείς των πολιτικών δικαιωμάτων.

ἄτιμον τινά ποιοῦμαι: τιμωρώ κάποιον στερώντας του τα πολιτικά δικαιώματα.

αὐτόματος θάνατος: φυσικός θάνατος.

ἐπὶ πᾶν ἀφικνοῦμαι: δοκιμάζω κάθε μέσο.

βαθύνω τὴν φάλαγγα: αυξάνω το βάθος της φάλαγγας.

βαρὺς εἰμί τινι: είμαι ενοχλητικός σε κάποιον.

βίᾳ πάσχω: ασκείται εναντίον μου βία.

πρὸς τὸ βίαιον: διά της βίας.

βλασφημία: κακολογία.

ἀπολύομαι τὰς βλασφημίας: διαλύω τις κατηγορίες.

βούλομαι τά τινος: έχω τα φρονήματα κάποιου.

τὸ βουλόμενον: η επιθυμία.

τὶ βούλεται ταῦτα;: τι σημαίνουν αυτά;

βραχύς: μικρός, σύντομος.

ὡς ἐν βραχεῖ εἰπεῖν: για ναμην πολυλογώ.

γείνομαι: γεννιέμαι.

οἱ γεινάμενοι: οι γονείς.

ὁ ἐγγύτατα γένους: ο στενός συγγενής.

γίγνομαι ἐπί τινι: περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου.

γίγνομαι ὑπό τινι: υποτάσσομαι σε κάποιον.

γιγνόμενοι δασμοί: εισπραττόμενοι φόροι.

οὕτω γιγνώσκω: τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει.

γιγνώσκω τὰ δίκαια: λαμβάνω δίκαιη απόφαση.

προσέχω τὴν γνώμην: στρέφω την προσοχή.

τοιαύταις γνώμαις χρῶμαι: έχω τέτοιες αντιλήψεις.

ἡττῶμαι τῇ γνώμῃ: χάνω το θάρρος μου.

γνωρίμως ἔχω: διάκειμαι φιλικά.

δαίμων: θεός, μοίρα.

σὺν δαίμονι: κατά τύχη.

δαμοσία σκηνή: σκηνή του βασιλιά της Σπάρτης.

οἱ περὶ τὴν δαμοσίαν: το συμβούλιο του βασιλιά.

τὰ δεινά: οι συμφορές.

ἐν δεινῷ εἰμι: βρίσκομαι σε δύσκολη θέση.

δεξιὰς δόντες καὶ λαβόντες: ανταλλάξαντες χειραψία μετά διαβεβαιώσεων

δεξιὰς φέρω: φέρω διαβεβαιώσεις.

δεῖ: είναι ανάγκη.

δεῖ τινος: υπάρχει έλλειψη κάποιου.

τὰ δέοντα: τα πρέποντα, το καθήκον.

δέομαι: παρακαλώ, στερούμαι.

δέομαι βίου: έχω ανάγκη να κερδίσω τη ζωή μου.

δημοσίᾳ: με δαπάνες του δημοσίου.

διαγιγνώσκω: ξεχωρίζω, διακρίνω, αποφασίζω.

διεγνωσμένη κρίσις: ειλημμένη απόφαση, αυτή που έχει παρθεί.

διάγνωσιν ποιοῦμαι: εκδίδω απόφαση.

δίαιτα: τρόπος ζωής.

διαιτῶμαι ἀφθόνως: ζω πλουσίως.

διακρούομαι τὸ δοῦναι δίκην: διαφεύγω την τιμωρία.

διαμένω ὤν: συνεχώς είμαι.

διάνοιαν: νους, πνεύμα, ιδέα.

ἀνθρώπινη διάνοια: ανθρώπινη λογική.

διαψήφισις: ψηφοφορία, απόφαση.

τὰ πρὸς ἀλλήλους δίκαια: οι αμοιβαίες υποχρεώσεις.

ἐπὶ πᾶσι τοῖς δικαίοις: με κάθε ειλικρίνεια.

τὰ δίκαια πράττω: ασκώ τη δικαιοσύνη.

δίκη: δικαιοσύνη.

ἐσχάτη δίκη: μέγιστη τιμωρία.

δίκην δίδωμι: τιμωρούμαι.

δίκην λαμβάνω: τιμωρώ.

δίκην ὀφλισκάνω: καταδικάζομαι.

δίκην ὑπέχω: υποβάλλομαι σε δίκη.

ἀγωνίζομαι δίκην: υπερασπίζω δικαστική υπόθεση.

δίδωμι δίκας ἴσας καὶ ὁμοίας: δικάζω με βάση την ισονομία.

ὁ διώκων: ο κατήγορος.

ὁ διωκόμενος: ο κατηγορούμενος.

εὖ ή κακῶς δρῶ τινα: ευεργετώ ή βλάπτω κάποιον.

εὖ δεδραγμένα: κατορθώματα.

δύναμις: επιρροή, ικανότητα.

εἰμὶ ἐν δυνάμει: έχω στα χέρια μου την εξουσία.

τὸ κατὰ δύναμιν εἶναι: όσο είναι δυνατό.

δυναστεία: κυριαρχία, εξουσία.

ἐκβάλλω τὴν δυναστείαν: καταλύω τη βασιλεία.

τὰ δύσφορα: οι θλίψεις, οι δυστυχίες.

ἐγκαλέω-ῶ: κατηγορώ.

ἴδια ἐγκλήματα: ιδιωτικά συμφέροντα.

ἔγωγε: εγώ τουλάχιστον.

τὸ κατ' ἐμέ: όσο εξαρτάται από μένα.

ἐθίζω: συνηθίζω κάποιον να…

ἐθίζομαι: συνηθίζω εγώ να…

εἰκάζω: απεικονίζω, συμπεραίνω, παρομοιάζω.

ὡς εἰκάσαι: όσο μπορεί κανείς να μαντεύσει.

τὸ νῦν εἶναι: τώρα.

τὸ σήμερον εἶναι: σήμερα.

ἐν τινί ἐστι: εξαρτάται από κάποιον.

ἔστιν ὅστις: κάποιος.

οὐκ ἔστιν ὅστις: κανείς.

ἔστιν ὅπως: κάπως.

οὐκ ἔστιν ὅπως: με κανέναν τρόπο.

ἐσόμενοι: μεταγενέστεροι.

εἰμὶ ἀπό τινος: είμαι μακριά από κάποιον.

εἰμὶ ἐπί τινα: είμαι εναντίον κάποιου.

εἰσαγγέλλω τινά: καταγγέλλω κάποιον.

εἰσαγγέλλω τινί τι: αναγγέλλω κάτι σε κάποιον.

εἰσέρχεται τινά: έρχεται στο νου κάποιου.

εἴωθα: συνηθίζω.

τὸ εἰωθός: η συνήθεια.

ἐγκαλοῦμαι τὴν ὀργήν: διεγείρω την οργή.

ἐκφαίνω πόλεμον: κηρύττω πόλεμον.

ἐκφεύγω δίκην: αθωώνομαι.

ἐλαύνω: οδηγώ, προχωρώ έφιππος.

εἰς τοσοῦτον ἐλαύνω: προχωρώ μέχρι σ’ αυτό το σημείο.

ἐμπίπτω: εισορμώ, προσβάλλω, επιτίθεμαι.

ἐναγώνιοι θεοί: οι επόπτες των αγώνων.

ἔννοια: σκέψη, σκόπος.

ἐντείνω: τεντώνω, επιμένω.

ἐξαγώγιμα: τα εξαγόμενα προϊόντα.

ἔξαρνός εἰμι: αρνούμαι.

ἐξηγέομαι-οῦμαι: είμαι αρχηγός, διοικώ.

ἐξηγοῦμαι ἀγαθόν τί τινα: ως οδηγός παρέχω ωφέλιμη υπηρεσία.

ἐπαναχωρέω-ῶ: επανέρχομαι, αποσύρομαι.

ἐπαναχωρέω-ῶ εἰς τοὔμπαλιν: επιστρέφω.

ἐπέκεινα: πέρα (επιρρηματική σημασία).

οἱ ἐπέκεινα: οι προγενέστεροι (σαν επιθετικός προσδιορισμός).

ἐπέχω: αναβάλλω, εμποδίζω, συγκρατώ.

ἐπέχω ὧν ὥρμηκα: αναβάλλω τα σχέδιά μου

ἐπιβολή: τοποθέτηση, πρόστιμο.

ἐπιβουλή: εχθρική ενέργεια, σχέδιο εναντίον κάποιου.

ἐπίκουρος: βοηθός, σύμμαχος.

ἐπιμέλειαν ποιοῦμαι: φροντίζω.

ἐπιτήδειος: κατάλληλος.

ἐπιτίμιος: αυτός που γίνεται προς τιμήν κάποιου.

ἐπίτιμος: ο έχων πολιτικά δικαιώματα.

ἐργάζομαι χρήματα: αποκτώ χρήματα.

ἔργῳ: εμπράκτως.

ἔρχομαι εἰς τὰ παραγγελλόμενα: υπακούω.

διὰ πάντων τῶν καλῶν ἐλήλυθα: εκπλήρωσα όλα τα καθήκοντα.

εἰς ὀργὰς ἔρχομαί τινι: οργίζομαι με κάποιον.

εὐωχία: ευθυμία σε συμπόσιο.

ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ: προσεγγίζω την αλήθεια.

ἔχω + απρφτ: μπορώ να…

οὐκ ἔχω ὅπως: δε γνωρίζω ή αγνοώ πως…

λόγος (κατ)ἔχει: διαδίδεται, υπάρχει φήμη.

ὀργὴν ἔχω: προκαλώ.

συγγνώμην ἔχω: συγχωρώ.

ζημία: βλάβη, ποινή, τιμωρία.

ἡβάω-ῶ: διανύω την εφηβική ηλικία.

οἱ ἡβῶντες: οι νέοι.

ἡγεμονεύω ὁδόν: προπορεύομαι.

σπεύδω τὴν ἡγεμονίαν: επιδιώκω την αρχήν.

οἱ ἡγούμενοι: οι κυβερνώντες.

ἡγοῦμαι θεούς: πιστεύω στους θεούς.

ἥδομαι: ευχαριστιέμαι.

ἡδέως: ευχαρίστως.

ἡδέως ἔχω πρός: διάκειμαι ευνοϊκά προς…

ἥκιστα: ελάχιστα.

οὐχ ἥκιστα: μάλιστα.

ὅτι ἥκιστα: όσο το δυνατόν λιγότερο.

ἥκω: έχω έλθει.

τὰ ἡμέτερ' αὐτῶν: το καθήκον μου.

τὸ ἡσυχάζον τῆς νυκτός: το μεσονύκτιο.

ἡττάομαι-ῶμαι: είμαι κατώτερος, υστερώ.

ἡττῶμαι τῇ γνώμῃ: χάνω το θάρρος μου.

θαῦμα παρίσταταί μοι: μου γεννιέται η απορία.

θεραπεύω: υπηρετώ, λατρεύω.

θεωρῶ: είμαι εκπρόσωπος πόλης σε μαντείο.

θύομαι ἰέναι: συμβουλεύομαι τα ιερά.

θωπεία: κολακεία.

θωπεῖαι λόγων: κολακείες.

ἴδιον: ιδιαίτερο χαρακτηριστικό.

ἱκετήριος: αυτός που ανήκει σε ικέτες.

(ἀφ)ικνοῦμαι εἰς ἄνδρας: φθάνω στην ανδρική ηλικία.

(ἀφ)ικνοῦμαι τινι ἐς λόγους: συνομιλώ με κάποιον.

ἵστημι τὰ ὄμματα: προσηλώνω.

ἵστημι χαλκοῦς: εγείρω αδριάντα.

ἵστημι βασιλέα: διορίζω βασιλιά.

ἰσχύω παρά τινι: έχω επιρροή πλησίον κάποιου.

καθίσταμαι τὴν πολιτείαν: τακτοποιώ τα πράγματα της πόλεως.

καιρός: αρμοδιότητα, κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία.

ὁ ἐπιὼν καιρός: το μέλλον.

ἐν καιρῷ τινί εἰμι: είμαι χρήσιμος σε κάποιον.

κακῶς γίγνεταί τινι: έχει κακή έκβαση.

καταγίγνομαι ἐν τόπῳ: διαμένω, κατοικώ.

καταλύω: καταστρέφω, τερματίζω, καταστέλλω.

καταστασιάζω τινα: σχηματίζω αντίπαλο κόμμα εναντίον κάποιου.

καταστασιάζομαι ὑπὸ τινός: βρίσκω αντίδραση εκ μέρους κάποιου.

κατατείνω: επιμένω, αγωνίζομαι.

καταψηφίζομαι: καταδικάζω.

ἡ δίκη καταψηφίζεται: εκδίδεται καταδικαστική απόφαση.

κέρας: άκρο παράταξης στρατιωτικής, σάλπιγγα.

τὸ κοινόν: το σύνολο των πολιτών.

κόπτω τὴν χώραν: ερημώνωτ η χώρα.

κράτος: δύναμη, εξουσία.

ἀνὰ κράτος: με όλη τη δύναμη, διά της βίας.

λαγχάνω: εκλέγομαι με κλήρο, προστατεύω κάποιον τόπο.

λανθάνω: διαφεύγω την προσοχή.

λανθάνω ἐμαυτόν: λησμονώ.

τὸ λεῖπον: η έλλειψη.

τὸ λειπόμενον: το υπόλοιπο.

λόγος κατέχει: υπάρχει παράδοση.

ἔρχομαι εἰς λόγους τινί: έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με κάποιον.

μαρτυρῶ τὰ ψευδῆ: δίνω ψευδείς μαρτυρίες.

μέγα φρονῶ: υπερηφανεύομαι.

μέλει μοί τινος: φροντίζω κάτι.

μέλον ἐστί: υπάρχει φροντίδα για κάτι.

ἐν μέρει: κατά σειρά.

μεταμέλει: επέρχεται μεταμέλεια.

μεταπορεύομαι: ακολουθώ, επιδιώκω.

μετάστασις: μετακίνηση, μεταβολή.

μετάστασις βίου: θάνατος.

τὸ μετέωρον: υψηλόν μέρος.

μακραὶ νῆες: πολεμικά πλοία.

στρογγύλαι νῆες: εμπορικά πλοία.

ἀντίπρωροι νῆες: πλοία έτοιμα για ναυμαχία.

νέμω: μοιράζω, βόσκω.

νεωτερίζω: επιχειρώ, μεταβολές.

νικῶ δίκην κλήρου: κερδίζω τη δίκη.

νομίζω: πιστεύω, θεωρώ.

νομίζω + δοτική (ἀγῶσι, θυσίαις): τέλω αγώνες, θυσίες.

νόμος: νόμος, συνήθεια, έθιμο.

νόμον τίθημι: θεσπίζω νόμον.

λύω τὸν νόμον: καταργώ το νόμο.

ὁ νοῦν ἔχων: ο γνωστικός.

πόρρω τῆς νυκτός: σε προχωρημένη ώρα της νύκτας.

ξένος: φιλοξενούμενος, φίλος.

οἶδα + απρφτ: είμαι ικανός να…

ἔχω + απρφτ: μπορώ να…

οἰκεία ἔχθρα: προσωπική έχθρα.

οἰκέτης: υπηρέτης.

οἰκέται: τα γυναικόπαιδα του σπιτιού.

οἶκος: κατοικία, περιουσία.

ἡ οἴκοι (πόλις): η πατρίδα.

οἱ οἴκοι: οι συμπατριώτες.

οἷός τέ εἰμι + απρφτ: είμαι ικανός να…

οἷόν τ' ἐστι + απρφτ: είναι δυνατόν να…

ὀλίγωρος: αδιάφορος, αμελής.

ὅμορος: γείτονας.

ὄνειδος: ντροπή, μομφή.

τίθεμαι τὰ ὅπλα: στρατοπεδεύω.

ὅρκιος: ορκισμένος, ο δεμένος με όρκο.

ὅρκιοι θεοί: οι θεοί στους οποίους ορκίζεται κανείς.

οὐδαμοῦ: πουθενά.

ὀφλισκάνω: οφείλω.

ὀφλισκάνω δίκην: καταδικάζομαι.

ὀχλώδης: ταραχώδης.

ὄψις: όραση, εμφάνιση.

ὀψὲ τῆς ἡμέρας: αργά το βράδυ.

παράγω τὸ στράτευμα: οδηγώ το στράτευμα.

παράγω τινὰ εἰς τὸν δῆμον: εισάγω κάποιον στην εκκλησία του δήμου.

παράταξις: παράταξη, πολιτική ομάδα.

παρατείνω: αναπτύσσω τη φάλαγγα.

παρατυγχάνω: είμαι παρών τυχαία.

ἐκ τοῦ παρατυχόντος: εκ του προχείρου.

παραυτίκα: την ίδια στιγμή.

παραχρῆμα: αμέσως.

παρέρχομαι: λαμβάνω το λόγο, υπερτερώ, παρουσιάζομαι.

παρέρχομαί τινα ἄρχοντα: αναγνωρίζω κάποιον ως στρατηγό μου.

τὸ παροιμιαζόμενον: όπως λέει η παροιμία.

πάσχω τὰ ἔσχατα: θανατώνομαι.

παύομαι τῆς διανοίας: εγκαταλείπω τη σκέψη.

πείθομαι (τινί): υπακούω, πείθομαι σε κάποιον.

πείθω χρήμασι: διαφθείρω κάποιον με χρήματα.

πενέστης: υπηρέτης, εργάτης.

πέρας: τέρμα, αποτέλεσμα.

πέρας ἔχω τινός: εξασφαλίζω κάτι στο έπακρο.

περιέπω: περιποιούμαι.

περιττὰ φρονῶ: έχω ιδιόρρυθμες σκέψεις.

πίστις: εμπιστοσύνη, βεβαιότητα, τιμιότητα.

πλοῦς: πλους, εκστρατεία.

τὸ μῆκος τοῦ πλοῦ: το μέγεθος της απόστασης.

ποιῶ τινα ὑπό τινι: υποτάσσω κάποιον.

ποιῶ τινα ἐπί τινι: ορίζω κάποιον επικεφαλής.

ποιῶ ἐκκλησίαν: συγκαλώ συνέλευση.

ποιοῦμαι τὴν διάγνωσιν: εκδίδω απόφαση.

περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι: αποδίδω σε κάτι μεγάλη σημασία.

ποιοῦμαι λήθην: λησμονώ.

ποικίλως ἔχω: διαφέρω.

ποινὰς δίδωμι: τιμωρούμαι.

ποινὰς λαμβάνω: τιμωρώ.

πολεμικῶς ἔχω: διάκειμαι εχθρικά.

τὸ πολέμιον: η έχθρα.

πολιτεύω: είμαι πολίτης.

πολιτεύομαι: αναμειγνύομαι στα πολιτικά.

πολιτεύω κακῶς: ασκώ κακή πολιτική.

πλέον φέρομαί τινος: υπερισχύω κάποιου.

οἱ ἐν τοῖς πράγμασι: οι κυβερνώντες.

πράττω τὴν εἰρήνην: ενεργώ για να γίνει ειρήνη.

πρέσβυς: απεσταλμένος.

πρεσβύτερος: μεγαλύτερος σε ηλικία.

προάγω: οδηγώ εμπρός, παρακινώ.

προαίρεσις: προτίμηση.

προγίγνομαι: εμφανίζομαι πριν.

ἐκ προνοίας: εσκεμμένα.

προσδεῖ: υπάρχει ακόμη ανάγκη.

τὰ προσιόντα: τα εισοδήματα.

προσθήκη: συμπλήρωμα, βοήθεια.

πρόσω: εμπρός.

πρύμνας λύω: αποπλέω.

ρώννυμι: δίνω δύναμη, είμαι δυνατός.

σαφήνεια τοῦ στόματος: καθαρότητα του λόγου.

πλήθουσα σελήνη: πανσέληνος.

σκοπῶ πρὸς ἀλήθειαν: σκέφτομαι αποβλέποντας στην αλήθεια.

σπονδή: σπονδή.

σπονδαί: ανακωχή.

λύω τὰς σπονδάς: παραβιάζω τις συνθήκες.

στρογγύλη ναῦς: εμπορικό πλοίο.

συγγνώμην ἔχω τινι: συγχωρώ.

συγγνώμης τυγχάνω: συγχωρούμαι.

συγκεῖται: έχει συμφωνηθεί.

συνάγω: συγκεντρώνω, συναθροίζω.

συνελὼν λέγω: λέγω εν συντομία.

συνάλλαγμαι: συμβόλαιο, συνθήκη.

συνίστημι πόλεμον: από κοινού κηρύττω πόλεμον.

σύνοιδα: γνωρίζω καλά.

συνουσία: συναναστροφή, επικοινωνία.

ποιοῦμαι τὴν συνουσίαν: επικοινωνώ.

σχολή: οκνηρία, αδράνεια.

τάξις: στρατιωτική παράταξη, τακτοποίηση.

τὰ ἀμφὶ τάξεις: η στρατιωτική τακτική.

τεκμήριον: απόδειξη.

τελευτῶ τὸν βίον: πεθαίνω.

τελευτῶ τὸν βίον ὑπό τινος: φονεύομαι.

τέλος: αποτέλεσμα, σκοπός, φόρος.

τέλος ὠνοῦμαι: εισπράττω τους φόρους του δημοσίου.

τίθημι ἀγῶνα: διοργανώνω αγώνα.

τίθημι νόμον: νομοθετώ.

τιμῶμαι φυγῆς: προτείνω να μου επιβληθεί η ποινή της εξορίας.

τιμωρία: βοήθεια, τιμωρία.

ἑτοιμάζομαι τιμωρίαν: εξασφαλίζω βοήθεια.

τίνω: αποδίδω, πληρώνω.

τίνω χάριν τινί: αποδίδω ευγνωμοσύνη σε κάποιον.

τίνω τιμήν: αποδίδω τιμή.

τίνω δίκην: τιμωρούμαι.

τοὔμπαλιν: αντίθετα, αντίστροφα, ενάντια.

τραχέως περιέπω τινά: φέρομαι σκληρά σε κάποιον.

τρίβω: τρίβω, αναβάλλω, καταστρέφω, σπαταλώ.

ὑβρίζω: φέρομαι αλαζονικά, βλάπτω, περιφρονώ.

ὕβρις: θράσος, ταπείνωση, αδικία, αυθαιρεσία.

ἄν ἐγχωρῇ τὸ ὕδωρ: αν υπάρχει αρκετός χρόνος.

ἀποδίδωμί τινι τὸ ὕδωρ: δίνω σε κάποιον τη σειρά να μιλήσει.

ὑπάγω: υποτάσσω, αποσύρω από κάτω κρυφά, προσελκύω.

ὕπαρ: όραμα.

οὔτε ὄναρ οὔτε ὕπαρ: με κανέναν τρόπο.

ὑπείκω: αποχωρώ, αποσύρομαι.

ὑπερδέξιος: ανώτερος.

ὑπερορία γῆ: η ξένη χώρα.

ὑπέχω: παρέχω, υποστηρίζω, υποτάσσω.

ὑπέχω ἐμαυτόν τινι: είμαι στη διάθεση κάποιου.

ὑπέχω αἰτίαν τινός: κατηγορούμαι για κάτι.

ὑποδεής: ελλιπής.

ὑποδεέστερος: κατώτερος.

ὑποδύω (ή ὑποδύνω): εισχωρώ.

κίνδυνον ὑποδύω: κινδυνεύω.

ὑπόκειμαι: παραμένω, υποτάσσομαι.

ὑποκρίνομαι τραγωδίαν: λαμβάνω μέρος σε τραγωδία.

ὑποσημαίνω: δίνω σύνθημα με τη σάλπιγγα.

ὑποτέμνομαι: προσπαθώ να ανακόψω.

ὑποτέμνομαι τὸν πλοῦν: ματαιώνω το ταξίδι.

ὑποχείριος: αυτός που βρίσκεται στην εξουσία κάποιου.

ὑστερῶ τῆς πατρίδος: αδυνατώ να υπερασπίσω την πατρίδα.

ὑφίσταμαι ἀρχήν: λαμβάνω αξίωμα.

φαίνω: φανερώνω, αποκαλύπτω, πληροφορώ.

τὰ φανθέντα: οι καταγγελίες.

φαῦλος: ασήμαντος, χυδαίος.

τὸ φαῦλον: η κακοήθεια.

πάνυ φαύλως: σε αθλιότατη κατάσταση.

φέρω χάριν: ευγνωμονώ.

φέρω τὴν ψῆφον: αποφασίζω με την ψήφο μου.

φέρω βαρέως: αγανακτώ.

εὖ φέρομαι παρά τινι: προκαλώ την εκτίμηση κάποιου.

φεύγω: καταφεύγω, εξορίζομαι, κατηγορούμαι.

ὁ φεύγων: ο κατηγορούμενος.

φθονῶ: φθονώ, αρνούμαι.

φιλανθρώπως ἔχω: εκδηλώνω φιλάνθρωπα αισθήματα.

φιλοτιμία: φιλοδοξία, τιμή.

φοιτῶ: συχνάζω, μαθητεύω.

τάττω φόρον: επιβάλλω φορολογία.

εὖ φρονῶ: σκέφτομαι σωστά.

τὰ ἀμείνω φρονῶ: έχω τις καλύτερες διαθέσεις.

φρόνιμος γίγνομαι: ενεργώ με περίσκεψη.

φρυκτοί: πυρσοί, δαυλοί.

κατάγω φυγάδα: επαναφέρω στην πατρίδα εξόριστο.

χαλεπός: δύσκολος, δυσβάστακτος, αυστηρός.

χαλεπός εἰμί τινι: αγανακτώ εναντίον κάποιου.

χαλκοῦν ἱστημι: στήνω χάλκινο αδριάντα.

χαρίζομαι: κάνω χάρη, δείχνω εύνοια.

χάριν οἶδά τινι: ευγνωμονώ κάποιον.

χάριν κομίζομαι: δέχομαι εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης.

εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι: συγκρούομαι με κάποιον.

πολλῇ χειρί: με πολύ στράτευμα.

χρεία: ωφέλεια, ανάγκη, έλλειψη.

χρῶμαι τῷ πράγματι: αντιμετωπίζω την κατάσταση.

χρώμενοι μιᾷ γνώμῃ: ομόφωνα.

χρῶμαι νόμοις: ζω σύμφωνα με τους νόμους.

χρῶνται οὕτω...: έτσι συνηθίζουν…

τὸ χρησθέν: η απάντηση του μαντείου.

ἐν χρῷ περιπλέω: κοντά στην ακτή πλέω.

ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος: διαψεύδομαι στις ελπίδες μου.

ψηφίζομαι: αποφασίζω με την ψήφο μου.

ψήφισμα γράφω: υποβάλλω στην εκκλησία του δήμου έγγραφη πρόταση.

ψιλοί: οι ελαφρά οπλισμένοι στρατιώτες.

ὠνέομαι-οῦμαι: αγοράζω, νοικιάζω.

ὥρα: εποχή, ώρα, κατάλληλος χρόνος.

ὡραῖος: ώριμος, έγκαιρος.

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2008

Ἀπολογία Σωκράτους

Πλάτων
Ἀπολογία Σωκράτους
(ed. John Burnet, 1903)
[17a ] ὅτι μὲν ὑμεῖς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πεπόνθατε ὑπὸ τῶν ἐμῶν κατηγόρων, οὐκ οἶδα· ἐγὼ δ᾽ οὖν καὶ αὐτὸς ὑπ᾽ αὐτῶν ὀλίγου ἐμαυτοῦ ἐπελαθόμην, οὕτω πιθανῶς ἔλεγον. καίτοι ἀληθές γε ὡς ἔπος εἰπεῖν οὐδὲν εἰρήκασιν. μάλιστα δὲ αὐτῶν ἓν ἐθαύμασα τῶν πολλῶν ὧν ἐψεύσαντο, τοῦτο ἐν ᾧ ἔλεγον ὡς χρῆν ὑμᾶς εὐλαβεῖσθαι μὴ ὑπ᾽ ἐμοῦ ἐξαπατηθῆτε [17b ] ὡς δεινοῦ ὄντος λέγειν. τὸ γὰρ μὴ αἰσχυνθῆναι ὅτι αὐτίκα ὑπ᾽ ἐμοῦ ἐξελεγχθήσονται ἔργῳ, ἐπειδὰν μηδ᾽ ὁπωστιοῦν φαίνωμαι δεινὸς λέγειν, τοῦτό μοι ἔδοξεν αὐτῶν ἀναισχυντότατον εἶναι, εἰ μὴ ἄρα δεινὸν καλοῦσιν οὗτοι λέγειν τὸν τἀληθῆ λέγοντα· εἰ μὲν γὰρ τοῦτο λέγουσιν, ὁμολογοίην ἂν ἔγωγε οὐ κατὰ τούτους εἶναι ῥήτωρ. οὗτοι μὲν οὖν, ὥσπερ ἐγὼ λέγω, ἤ τι ἢ οὐδὲν ἀληθὲς εἰρήκασιν, ὑμεῖς δέ μου ἀκούσεσθε πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν--οὐ μέντοι μὰ Δία, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κεκαλλιεπημένους γε λόγους, ὥσπερ οἱ τούτων, [17c ] ῥήμασί τε καὶ ὀνόμασιν οὐδὲ κεκοσμημένους, ἀλλ᾽ ἀκούσεσθε εἰκῇ λεγόμενα τοῖς ἐπιτυχοῦσιν ὀνόμασιν--πιστεύω γὰρ δίκαια εἶναι ἃ λέγω--καὶ μηδεὶς ὑμῶν προσδοκησάτω ἄλλως· οὐδὲ γὰρ ἂν δήπου πρέποι, ὦ ἄνδρες, τῇδε τῇ ἡλικίᾳ ὥσπερ μειρακίῳ πλάττοντι λόγους εἰς ὑμᾶς εἰσιέναι. καὶ μέντοι καὶ πάνυ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦτο ὑμῶν δέομαι καὶ παρίεμαι· ἐὰν διὰ τῶν αὐτῶν λόγων ἀκούητέ μου ἀπολογουμένου δι᾽ ὧνπερ εἴωθα λέγειν καὶ ἐν ἀγορᾷ ἐπὶ τῶν τραπεζῶν, ἵνα ὑμῶν πολλοὶ ἀκηκόασι, καὶ ἄλλοθι, μήτε [17d ] θαυμάζειν μήτε θορυβεῖν τούτου ἕνεκα. ἔχει γὰρ οὑτωσί. νῦν ἐγὼ πρῶτον ἐπὶ δικαστήριον ἀναβέβηκα, ἔτη γεγονὼς ἑβδομήκοντα· ἀτεχνῶς οὖν ξένως ἔχω τῆς ἐνθάδε λέξεως. ὥσπερ οὖν ἄν, εἰ τῷ ὄντι ξένος ἐτύγχανον ὤν, συνεγιγνώσκετε δήπου ἄν μοι εἰ ἐν ἐκείνῃ τῇ φωνῇ τε καὶ τῷ τρόπῳ [18a ] ἔλεγον ἐν οἷσπερ ἐτεθράμμην, καὶ δὴ καὶ νῦν τοῦτο ὑμῶν δέομαι δίκαιον, ὥς γέ μοι δοκῶ, τὸν μὲν τρόπον τῆς λέξεως ἐᾶν--ἴσως μὲν γὰρ χείρων, ἴσως δὲ βελτίων ἂν εἴη--αὐτὸ δὲ τοῦτο σκοπεῖν καὶ τούτῳ τὸν νοῦν προσέχειν, εἰ δίκαια λέγω ἢ μή· δικαστοῦ μὲν γὰρ αὕτη ἀρετή, ῥήτορος δὲ τἀληθῆ λέγειν.

πρῶτον μὲν οὖν δίκαιός εἰμι ἀπολογήσασθαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρὸς τὰ πρῶτά μου ψευδῆ κατηγορημένα καὶ τοὺς πρώτους κατηγόρους, ἔπειτα δὲ πρὸς τὰ ὕστερον καὶ τοὺς [18b ] ὑστέρους. ἐμοῦ γὰρ πολλοὶ κατήγοροι γεγόνασι πρὸς ὑμᾶς καὶ πάλαι πολλὰ ἤδη ἔτη καὶ οὐδὲν ἀληθὲς λέγοντες, οὓς ἐγὼ μᾶλλον φοβοῦμαι ἢ τοὺς ἀμφὶ Ἄνυτον, καίπερ ὄντας καὶ τούτους δεινούς· ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι δεινότεροι, ὦ ἄνδρες, οἳ ὑμῶν τοὺς πολλοὺς ἐκ παίδων παραλαμβάνοντες ἔπειθόν τε καὶ κατηγόρουν ἐμοῦ μᾶλλον οὐδὲν ἀληθές, ὡς ἔστιν τις Σωκράτης σοφὸς ἀνήρ, τά τε μετέωρα φροντιστὴς καὶ τὰ ὑπὸ γῆς πάντα ἀνεζητηκὼς καὶ τὸν ἥττω λόγον κρείττω [18c ] ποιῶν. οὗτοι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, <οἱ> ταύτην τὴν φήμην κατασκεδάσαντες, οἱ δεινοί εἰσίν μου κατήγοροι· οἱ γὰρ ἀκούοντες ἡγοῦνται τοὺς ταῦτα ζητοῦντας οὐδὲ θεοὺς νομίζειν. ἔπειτά εἰσιν οὗτοι οἱ κατήγοροι πολλοὶ καὶ πολὺν χρόνον ἤδη κατηγορηκότες, ἔτι δὲ καὶ ἐν ταύτῃ τῇ ἡλικίᾳ λέγοντες πρὸς ὑμᾶς ἐν ᾗ ἂν μάλιστα ἐπιστεύσατε, παῖδες ὄντες ἔνιοι ὑμῶν καὶ μειράκια, ἀτεχνῶς ἐρήμην κατηγοροῦντες ἀπολογουμένου οὐδενός. ὃ δὲ πάντων ἀλογώτατον, ὅτι οὐδὲ τὰ [18d ] ὀνόματα οἷόν τε αὐτῶν εἰδέναι καὶ εἰπεῖν, πλὴν εἴ τις κωμῳδοποιὸς τυγχάνει ὤν. ὅσοι δὲ φθόνῳ καὶ διαβολῇ χρώμενοι ὑμᾶς ἀνέπειθον--οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ πεπεισμένοι ἄλλους πείθοντες--οὗτοι πάντες ἀπορώτατοί εἰσιν· οὐδὲ γὰρ ἀναβιβάσασθαι οἷόν τ᾽ ἐστὶν αὐτῶν ἐνταυθοῖ οὐδ᾽ ἐλέγξαι οὐδένα, ἀλλ᾽ ἀνάγκη ἀτεχνῶς ὥσπερ σκιαμαχεῖν ἀπολογούμενόν τε καὶ ἐλέγχειν μηδενὸς ἀποκρινομένου. ἀξιώσατε οὖν καὶ ὑμεῖς, ὥσπερ ἐγὼ λέγω, διττούς μου τοὺς κατηγόρους γεγονέναι, ἑτέρους μὲν τοὺς ἄρτι κατηγορήσαντας, ἑτέρους δὲ [18e ] τοὺς πάλαι οὓς ἐγὼ λέγω, καὶ οἰήθητε δεῖν πρὸς ἐκείνους πρῶτόν με ἀπολογήσασθαι· καὶ γὰρ ὑμεῖς ἐκείνων πρότερον ἠκούσατε κατηγορούντων καὶ πολὺ μᾶλλον ἢ τῶνδε τῶν ὕστερον.

εἶεν· ἀπολογητέον δή, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ἐπιχειρητέον [19a ] ὑμῶν ἐξελέσθαι τὴν διαβολὴν ἣν ὑμεῖς ἐν πολλῷ χρόνῳ ἔσχετε ταύτην ἐν οὕτως ὀλίγῳ χρόνῳ. βουλοίμην μὲν οὖν ἂν τοῦτο οὕτως γενέσθαι, εἴ τι ἄμεινον καὶ ὑμῖν καὶ ἐμοί, καὶ πλέον τί με ποιῆσαι ἀπολογούμενον· οἶμαι δὲ αὐτὸ χαλεπὸν εἶναι, καὶ οὐ πάνυ με λανθάνει οἷόν ἐστιν. ὅμως τοῦτο μὲν ἴτω ὅπῃ τῷ θεῷ φίλον, τῷ δὲ νόμῳ πειστέον καὶ ἀπολογητέον.

ἀναλάβωμεν οὖν ἐξ ἀρχῆς τίς ἡ κατηγορία ἐστὶν ἐξ ἧς [19b ] ἡ ἐμὴ διαβολὴ γέγονεν, ᾗ δὴ καὶ πιστεύων Μέλητός με ἐγράψατο τὴν γραφὴν ταύτην. εἶεν· τί δὴ λέγοντες διέβαλλον οἱ διαβάλλοντες; ὥσπερ οὖν κατηγόρων τὴν ἀντωμοσίαν δεῖ ἀναγνῶναι αὐτῶν· “Σωκράτης ἀδικεῖ καὶ περιεργάζεται ζητῶν τά τε ὑπὸ γῆς καὶ οὐράνια καὶ τὸν ἥττω λόγον κρείττω [19c ] ποιῶν καὶ ἄλλους ταὐτὰ ταῦτα διδάσκων”. τοιαύτη τίς ἐστιν· ταῦτα γὰρ ἑωρᾶτε καὶ αὐτοὶ ἐν τῇ Ἀριστοφάνους κωμῳδίᾳ, Σωκράτη τινὰ ἐκεῖ περιφερόμενον, φάσκοντά τε ἀεροβατεῖν καὶ ἄλλην πολλὴν φλυαρίαν φλυαροῦντα, ὧν ἐγὼ οὐδὲν οὔτε μέγα οὔτε μικρὸν πέρι ἐπαΐω. καὶ οὐχ ὡς ἀτιμάζων λέγω τὴν τοιαύτην ἐπιστήμην, εἴ τις περὶ τῶν τοιούτων σοφός ἐστιν--μή πως ἐγὼ ὑπὸ Μελήτου τοσαύτας δίκας φεύγοιμι-- ἀλλὰ γὰρ ἐμοὶ τούτων, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, οὐδὲν μέτεστιν. [19d ] μάρτυρας δὲ αὖ ὑμῶν τοὺς πολλοὺς παρέχομαι, καὶ ἀξιῶ ὑμᾶς ἀλλήλους διδάσκειν τε καὶ φράζειν, ὅσοι ἐμοῦ πώποτε ἀκηκόατε διαλεγομένου--πολλοὶ δὲ ὑμῶν οἱ τοιοῦτοί εἰσιν-- φράζετε οὖν ἀλλήλοις εἰ πώποτε ἢ μικρὸν ἢ μέγα ἤκουσέ τις ὑμῶν ἐμοῦ περὶ τῶν τοιούτων διαλεγομένου, καὶ ἐκ τούτου γνώσεσθε ὅτι τοιαῦτ᾽ ἐστὶ καὶ τἆλλα περὶ ἐμοῦ ἃ οἱ πολλοὶ λέγουσιν.

ἀλλὰ γὰρ οὔτε τούτων οὐδέν ἐστιν, οὐδέ γ᾽ εἴ τινος ἀκηκόατε ὡς ἐγὼ παιδεύειν ἐπιχειρῶ ἀνθρώπους καὶ χρήματα [19e ] πράττομαι, οὐδὲ τοῦτο ἀληθές. ἐπεὶ καὶ τοῦτό γέ μοι δοκεῖ καλὸν εἶναι, εἴ τις οἷός τ᾽ εἴη παιδεύειν ἀνθρώπους ὥσπερ Γοργίας τε ὁ Λεοντῖνος καὶ Πρόδικος ὁ Κεῖος καὶ Ἱππίας ὁ Ἠλεῖος. τούτων γὰρ ἕκαστος, ὦ ἄνδρες, οἷός τ᾽ ἐστὶν ἰὼν εἰς ἑκάστην τῶν πόλεων τοὺς νέους--οἷς ἔξεστι τῶν ἑαυτῶν πολιτῶν προῖκα συνεῖναι ᾧ ἂν βούλωνται--τούτους πείθουσι [20a ] τὰς ἐκείνων συνουσίας ἀπολιπόντας σφίσιν συνεῖναι χρήματα διδόντας καὶ χάριν προσειδέναι. ἐπεὶ καὶ ἄλλος ἀνήρ ἐστι Πάριος ἐνθάδε σοφὸς ὃν ἐγὼ ᾐσθόμην ἐπιδημοῦντα· ἔτυχον γὰρ προσελθὼν ἀνδρὶ ὃς τετέλεκε χρήματα σοφισταῖς πλείω ἢ σύμπαντες οἱ ἄλλοι, Καλλίᾳ τῷ Ἱππονίκου· τοῦτον οὖν ἀνηρόμην--ἐστὸν γὰρ αὐτῷ δύο ὑεῖ-- “ὦ Καλλία”, ἦν δ᾽ ἐγώ, “εἰ μέν σου τὼ ὑεῖ πώλω ἢ μόσχω ἐγενέσθην, εἴχομεν ἂν αὐτοῖν ἐπιστάτην λαβεῖν καὶ μισθώσασθαι ὃς [20b ] ἔμελλεν αὐτὼ καλώ τε κἀγαθὼ ποιήσειν τὴν προσήκουσαν ἀρετήν, ἦν δ᾽ ἂν οὗτος ἢ τῶν ἱππικῶν τις ἢ τῶν γεωργικῶν· νῦν δ᾽ ἐπειδὴ ἀνθρώπω ἐστόν, τίνα αὐτοῖν ἐν νῷ ἔχεις ἐπιστάτην λαβεῖν; τίς τῆς τοιαύτης ἀρετῆς, τῆς ἀνθρωπίνης τε καὶ πολιτικῆς, ἐπιστήμων ἐστίν; οἶμαι γάρ σε ἐσκέφθαι διὰ τὴν τῶν ὑέων κτῆσιν. ἔστιν τις”, ἔφην ἐγώ, “ἢ οὔ;” “πάνυ γε”, ἦ δ᾽ ὅς. “τίς”, ἦν δ᾽ ἐγώ, “καὶ ποδαπός, καὶ πόσου διδάσκει;” “Εὔηνος”, ἔφη, “ὦ Σώκρατες, Πάριος, πέντε μνῶν”. καὶ ἐγὼ τὸν Εὔηνον ἐμακάρισα εἰ ὡς ἀληθῶς [20c ] ἔχοι ταύτην τὴν τέχνην καὶ οὕτως ἐμμελῶς διδάσκει. ἐγὼ γοῦν καὶ αὐτὸς ἐκαλλυνόμην τε καὶ ἡβρυνόμην ἂν εἰ ἠπιστάμην ταῦτα· ἀλλ᾽ οὐ γὰρ ἐπίσταμαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι.

ὑπολάβοι ἂν οὖν τις ὑμῶν ἴσως· “ἀλλ᾽, ὦ Σώκρατες, τὸ σὸν τί ἐστι πρᾶγμα; πόθεν αἱ διαβολαί σοι αὗται γεγόνασιν; οὐ γὰρ δήπου σοῦ γε οὐδὲν τῶν ἄλλων περιττότερον πραγματευομένου ἔπειτα τοσαύτη φήμη τε καὶ λόγος γέγονεν, εἰ μή τι ἔπραττες ἀλλοῖον ἢ οἱ πολλοί. λέγε οὖν ἡμῖν τί [20d ] ἐστιν, ἵνα μὴ ἡμεῖς περὶ σοῦ αὐτοσχεδιάζωμεν”. ταυτί μοι δοκεῖ δίκαια λέγειν ὁ λέγων, κἀγὼ ὑμῖν πειράσομαι ἀποδεῖξαι τί ποτ᾽ ἐστὶν τοῦτο ὃ ἐμοὶ πεποίηκεν τό τε ὄνομα καὶ τὴν διαβολήν. ἀκούετε δή. καὶ ἴσως μὲν δόξω τισὶν ὑμῶν παίζειν· εὖ μέντοι ἴστε, πᾶσαν ὑμῖν τὴν ἀλήθειαν ἐρῶ. ἐγὼ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δι᾽ οὐδὲν ἀλλ᾽ ἢ διὰ σοφίαν τινὰ τοῦτο τὸ ὄνομα ἔσχηκα. ποίαν δὴ σοφίαν ταύτην; ἥπερ ἐστὶν ἴσως ἀνθρωπίνη σοφία· τῷ ὄντι γὰρ κινδυνεύω ταύτην εἶναι σοφός. οὗτοι δὲ τάχ᾽ ἄν, οὓς ἄρτι [20e ] ἔλεγον, μείζω τινὰ ἢ κατ᾽ ἄνθρωπον σοφίαν σοφοὶ εἶεν, ἢ οὐκ ἔχω τί λέγω· οὐ γὰρ δὴ ἔγωγε αὐτὴν ἐπίσταμαι, ἀλλ᾽ ὅστις φησὶ ψεύδεταί τε καὶ ἐπὶ διαβολῇ τῇ ἐμῇ λέγει. καί μοι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, μὴ θορυβήσητε, μηδ᾽ ἐὰν δόξω τι ὑμῖν μέγα λέγειν· οὐ γὰρ ἐμὸν ἐρῶ τὸν λόγον ὃν ἂν λέγω, ἀλλ᾽ εἰς ἀξιόχρεων ὑμῖν τὸν λέγοντα ἀνοίσω. τῆς γὰρ ἐμῆς, εἰ δή τίς ἐστιν σοφία καὶ οἵα, μάρτυρα ὑμῖν παρέξομαι τὸν θεὸν τὸν ἐν Δελφοῖς. Χαιρεφῶντα γὰρ ἴστε που. οὗτος [21a ] ἐμός τε ἑταῖρος ἦν ἐκ νέου καὶ ὑμῶν τῷ πλήθει ἑταῖρός τε καὶ συνέφυγε τὴν φυγὴν ταύτην καὶ μεθ᾽ ὑμῶν κατῆλθε. καὶ ἴστε δὴ οἷος ἦν Χαιρεφῶν, ὡς σφοδρὸς ἐφ᾽ ὅτι ὁρμήσειεν. καὶ δή ποτε καὶ εἰς Δελφοὺς ἐλθὼν ἐτόλμησε τοῦτο μαντεύσασθαι--καί, ὅπερ λέγω, μὴ θορυβεῖτε, ὦ ἄνδρες--ἤρετο γὰρ δὴ εἴ τις ἐμοῦ εἴη σοφώτερος. ἀνεῖλεν οὖν ἡ Πυθία μηδένα σοφώτερον εἶναι. καὶ τούτων πέρι ὁ ἀδελφὸς ὑμῖν αὐτοῦ οὑτοσὶ μαρτυρήσει, ἐπειδὴ ἐκεῖνος τετελεύτηκεν. [21b ] σκέψασθε δὴ ὧν ἕνεκα ταῦτα λέγω· μέλλω γὰρ ὑμᾶς διδάξειν ὅθεν μοι ἡ διαβολὴ γέγονεν. ταῦτα γὰρ ἐγὼ ἀκούσας ἐνεθυμούμην οὑτωσί· “τί ποτε λέγει ὁ θεός, καὶ τί ποτε αἰνίττεται; ἐγὼ γὰρ δὴ οὔτε μέγα οὔτε σμικρὸν σύνοιδα ἐμαυτῷ σοφὸς ὤν· τί οὖν ποτε λέγει φάσκων ἐμὲ σοφώτατον εἶναι; οὐ γὰρ δήπου ψεύδεταί γε· οὐ γὰρ θέμις αὐτῷ”. καὶ πολὺν μὲν χρόνον ἠπόρουν τί ποτε λέγει· ἔπειτα μόγις πάνυ ἐπὶ ζήτησιν αὐτοῦ τοιαύτην τινὰ ἐτραπόμην. ἦλθον ἐπί τινα τῶν δοκούντων σοφῶν εἶναι, ὡς [21c ] ἐνταῦθα εἴπερ που ἐλέγξων τὸ μαντεῖον καὶ ἀποφανῶν τῷ χρησμῷ ὅτι “οὑτοσὶ ἐμοῦ σοφώτερός ἐστι, σὺ δ᾽ ἐμὲ ἔφησθα”. διασκοπῶν οὖν τοῦτον--ὀνόματι γὰρ οὐδὲν δέομαι λέγειν, ἦν δέ τις τῶν πολιτικῶν πρὸς ὃν ἐγὼ σκοπῶν τοιοῦτόν τι ἔπαθον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ διαλεγόμενος αὐτῷ--ἔδοξέ μοι οὗτος ὁ ἀνὴρ δοκεῖν μὲν εἶναι σοφὸς ἄλλοις τε πολλοῖς ἀνθρώποις καὶ μάλιστα ἑαυτῷ, εἶναι δ᾽ οὔ· κἄπειτα ἐπειρώμην αὐτῷ δεικνύναι ὅτι οἴοιτο μὲν εἶναι σοφός, εἴη δ᾽ οὔ. [21d ] ἐντεῦθεν οὖν τούτῳ τε ἀπηχθόμην καὶ πολλοῖς τῶν παρόντων· πρὸς ἐμαυτὸν δ᾽ οὖν ἀπιὼν ἐλογιζόμην ὅτι τούτου μὲν τοῦ ἀνθρώπου ἐγὼ σοφώτερός εἰμι· κινδυνεύει μὲν γὰρ ἡμῶν οὐδέτερος οὐδὲν καλὸν κἀγαθὸν εἰδέναι, ἀλλ᾽ οὗτος μὲν οἴεταί τι εἰδέναι οὐκ εἰδώς, ἐγὼ δέ, ὥσπερ οὖν οὐκ οἶδα, οὐδὲ οἴομαι· ἔοικα γοῦν τούτου γε σμικρῷ τινι αὐτῷ τούτῳ σοφώτερος εἶναι, ὅτι ἃ μὴ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι. ἐντεῦθεν ἐπ᾽ ἄλλον ᾖα τῶν ἐκείνου δοκούντων σοφωτέρων εἶναι καί [21e ] μοι ταὐτὰ ταῦτα ἔδοξε, καὶ ἐνταῦθα κἀκείνῳ καὶ ἄλλοις πολλοῖς ἀπηχθόμην.

μετὰ ταῦτ᾽ οὖν ἤδη ἐφεξῆς ᾖα, αἰσθανόμενος μὲν καὶ λυπούμενος καὶ δεδιὼς ὅτι ἀπηχθανόμην, ὅμως δὲ ἀναγκαῖον ἐδόκει εἶναι τὸ τοῦ θεοῦ περὶ πλείστου ποιεῖσθαι--ἰτέον οὖν, σκοποῦντι τὸν χρησμὸν τί λέγει, ἐπὶ ἅπαντας τούς τι [22a ] δοκοῦντας εἰδέναι. καὶ νὴ τὸν κύνα, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι-- δεῖ γὰρ πρὸς ὑμᾶς τἀληθῆ λέγειν--ἦ μὴν ἐγὼ ἔπαθόν τι τοιοῦτον· οἱ μὲν μάλιστα εὐδοκιμοῦντες ἔδοξάν μοι ὀλίγου δεῖν τοῦ πλείστου ἐνδεεῖς εἶναι ζητοῦντι κατὰ τὸν θεόν, ἄλλοι δὲ δοκοῦντες φαυλότεροι ἐπιεικέστεροι εἶναι ἄνδρες πρὸς τὸ φρονίμως ἔχειν. δεῖ δὴ ὑμῖν τὴν ἐμὴν πλάνην ἐπιδεῖξαι ὥσπερ πόνους τινὰς πονοῦντος ἵνα μοι καὶ ἀνέλεγκτος ἡ μαντεία γένοιτο. μετὰ γὰρ τοὺς πολιτικοὺς ᾖα ἐπὶ τοὺς ποιητὰς τούς τε τῶν τραγῳδιῶν καὶ τοὺς τῶν [22b ] διθυράμβων καὶ τοὺς ἄλλους, ὡς ἐνταῦθα ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ καταληψόμενος ἐμαυτὸν ἀμαθέστερον ἐκείνων ὄντα. ἀναλαμβάνων οὖν αὐτῶν τὰ ποιήματα ἅ μοι ἐδόκει μάλιστα πεπραγματεῦσθαι αὐτοῖς, διηρώτων ἂν αὐτοὺς τί λέγοιεν, ἵν᾽ ἅμα τι καὶ μανθάνοιμι παρ᾽ αὐτῶν. αἰσχύνομαι οὖν ὑμῖν εἰπεῖν, ὦ ἄνδρες, τἀληθῆ· ὅμως δὲ ῥητέον. ὡς ἔπος γὰρ εἰπεῖν ὀλίγου αὐτῶν ἅπαντες οἱ παρόντες ἂν βέλτιον ἔλεγον περὶ ὧν αὐτοὶ ἐπεποιήκεσαν. ἔγνων οὖν αὖ καὶ περὶ τῶν ποιητῶν ἐν ὀλίγῳ τοῦτο, ὅτι οὐ σοφίᾳ ποιοῖεν [22c ] ἃ ποιοῖεν, ἀλλὰ φύσει τινὶ καὶ ἐνθουσιάζοντες ὥσπερ οἱ θεομάντεις καὶ οἱ χρησμῳδοί· καὶ γὰρ οὗτοι λέγουσι μὲν πολλὰ καὶ καλά, ἴσασιν δὲ οὐδὲν ὧν λέγουσι. τοιοῦτόν τί μοι ἐφάνησαν πάθος καὶ οἱ ποιηταὶ πεπονθότες, καὶ ἅμα ᾐσθόμην αὐτῶν διὰ τὴν ποίησιν οἰομένων καὶ τἆλλα σοφωτάτων εἶναι ἀνθρώπων ἃ οὐκ ἦσαν. ἀπῇα οὖν καὶ ἐντεῦθεν τῷ αὐτῷ οἰόμενος περιγεγονέναι ᾧπερ καὶ τῶν πολιτικῶν.

τελευτῶν οὖν ἐπὶ τοὺς χειροτέχνας ᾖα· ἐμαυτῷ γὰρ [22d ] συνῄδη οὐδὲν ἐπισταμένῳ ὡς ἔπος εἰπεῖν, τούτους δέ γ᾽ ᾔδη ὅτι εὑρήσοιμι πολλὰ καὶ καλὰ ἐπισταμένους. καὶ τούτου μὲν οὐκ ἐψεύσθην, ἀλλ᾽ ἠπίσταντο ἃ ἐγὼ οὐκ ἠπιστάμην καί μου ταύτῃ σοφώτεροι ἦσαν. ἀλλ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ταὐτόν μοι ἔδοξαν ἔχειν ἁμάρτημα ὅπερ καὶ οἱ ποιηταὶ καὶ οἱ ἀγαθοὶ δημιουργοί--διὰ τὸ τὴν τέχνην καλῶς ἐξεργάζεσθαι ἕκαστος ἠξίου καὶ τἆλλα τὰ μέγιστα σοφώτατος εἶναι--καὶ αὐτῶν αὕτη ἡ πλημμέλεια ἐκείνην τὴν σοφίαν [22e ] ἀποκρύπτειν· ὥστε με ἐμαυτὸν ἀνερωτᾶν ὑπὲρ τοῦ χρησμοῦ πότερα δεξαίμην ἂν οὕτως ὥσπερ ἔχω ἔχειν, μήτε τι σοφὸς ὢν τὴν ἐκείνων σοφίαν μήτε ἀμαθὴς τὴν ἀμαθίαν, ἢ ἀμφότερα ἃ ἐκεῖνοι ἔχουσιν ἔχειν. ἀπεκρινάμην οὖν ἐμαυτῷ καὶ τῷ χρησμῷ ὅτι μοι λυσιτελοῖ ὥσπερ ἔχω ἔχειν.

ἐκ ταυτησὶ δὴ τῆς ἐξετάσεως, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, [23a ] πολλαὶ μὲν ἀπέχθειαί μοι γεγόνασι καὶ οἷαι χαλεπώταται καὶ βαρύταται, ὥστε πολλὰς διαβολὰς ἀπ᾽ αὐτῶν γεγονέναι, ὄνομα δὲ τοῦτο λέγεσθαι, σοφὸς εἶναι· οἴονται γάρ με ἑκάστοτε οἱ παρόντες ταῦτα αὐτὸν εἶναι σοφὸν ἃ ἂν ἄλλον ἐξελέγξω. τὸ δὲ κινδυνεύει, ὦ ἄνδρες, τῷ ὄντι ὁ θεὸς σοφὸς εἶναι, καὶ ἐν τῷ χρησμῷ τούτῳ τοῦτο λέγειν, ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη σοφία ὀλίγου τινὸς ἀξία ἐστὶν καὶ οὐδενός. καὶ φαίνεται τοῦτον λέγειν τὸν Σωκράτη, προσκεχρῆσθαι δὲ [23b ] τῷ ἐμῷ ὀνόματι, ἐμὲ παράδειγμα ποιούμενος, ὥσπερ ἂν <εἰ> εἴποι ὅτι “οὗτος ὑμῶν, ὦ ἄνθρωποι, σοφώτατός ἐστιν, ὅστις ὥσπερ Σωκράτης ἔγνωκεν ὅτι οὐδενὸς ἄξιός ἐστι τῇ ἀληθείᾳ πρὸς σοφίαν”. ταῦτ᾽ οὖν ἐγὼ μὲν ἔτι καὶ νῦν περιιὼν ζητῶ καὶ ἐρευνῶ κατὰ τὸν θεὸν καὶ τῶν ἀστῶν καὶ ξένων ἄν τινα οἴωμαι σοφὸν εἶναι· καὶ ἐπειδάν μοι μὴ δοκῇ, τῷ θεῷ βοηθῶν ἐνδείκνυμαι ὅτι οὐκ ἔστι σοφός. καὶ ὑπὸ ταύτης τῆς ἀσχολίας οὔτε τι τῶν τῆς πόλεως πρᾶξαί μοι σχολὴ γέγονεν ἄξιον λόγου οὔτε τῶν οἰκείων, ἀλλ᾽ ἐν [23c ] πενίᾳ μυρίᾳ εἰμὶ διὰ τὴν τοῦ θεοῦ λατρείαν.

πρὸς δὲ τούτοις οἱ νέοι μοι ἐπακολουθοῦντες--οἷς μάλιστα σχολή ἐστιν, οἱ τῶν πλουσιωτάτων--αὐτόματοι, χαίρουσιν ἀκούοντες ἐξεταζομένων τῶν ἀνθρώπων, καὶ αὐτοὶ πολλάκις ἐμὲ μιμοῦνται, εἶτα ἐπιχειροῦσιν ἄλλους ἐξετάζειν· κἄπειτα οἶμαι εὑρίσκουσι πολλὴν ἀφθονίαν οἰομένων μὲν εἰδέναι τι ἀνθρώπων, εἰδότων δὲ ὀλίγα ἢ οὐδέν. ἐντεῦθεν οὖν οἱ ὑπ᾽ αὐτῶν ἐξεταζόμενοι ἐμοὶ ὀργίζονται, οὐχ αὑτοῖς, [23d ] καὶ λέγουσιν ὡς Σωκράτης τίς ἐστι μιαρώτατος καὶ διαφθείρει τοὺς νέους· καὶ ἐπειδάν τις αὐτοὺς ἐρωτᾷ ὅτι ποιῶν καὶ ὅτι διδάσκων, ἔχουσι μὲν οὐδὲν εἰπεῖν ἀλλ᾽ ἀγνοοῦσιν, ἵνα δὲ μὴ δοκῶσιν ἀπορεῖν, τὰ κατὰ πάντων τῶν φιλοσοφούντων πρόχειρα ταῦτα λέγουσιν, ὅτι “τὰ μετέωρα καὶ τὰ ὑπὸ γῆς” καὶ “θεοὺς μὴ νομίζειν” καὶ “τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιεῖν”. τὰ γὰρ ἀληθῆ οἴομαι οὐκ ἂν ἐθέλοιεν λέγειν, ὅτι κατάδηλοι γίγνονται προσποιούμενοι μὲν εἰδέναι, εἰδότες δὲ οὐδέν. ἅτε οὖν οἶμαι φιλότιμοι [23e ] ὄντες καὶ σφοδροὶ καὶ πολλοί, καὶ συντεταμένως καὶ πιθανῶς λέγοντες περὶ ἐμοῦ, ἐμπεπλήκασιν ὑμῶν τὰ ὦτα καὶ πάλαι καὶ σφοδρῶς διαβάλλοντες. ἐκ τούτων καὶ Μέλητός μοι ἐπέθετο καὶ Ἄνυτος καὶ Λύκων, Μέλητος μὲν ὑπὲρ τῶν ποιητῶν ἀχθόμενος, Ἄνυτος δὲ ὑπὲρ τῶν δημιουργῶν καὶ [24a ] τῶν πολιτικῶν, Λύκων δὲ ὑπὲρ τῶν ῥητόρων· ὥστε, ὅπερ ἀρχόμενος ἐγὼ ἔλεγον, θαυμάζοιμ᾽ ἂν εἰ οἷός τ᾽ εἴην ἐγὼ ὑμῶν ταύτην τὴν διαβολὴν ἐξελέσθαι ἐν οὕτως ὀλίγῳ χρόνῳ οὕτω πολλὴν γεγονυῖαν. ταῦτ᾽ ἔστιν ὑμῖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τἀληθῆ, καὶ ὑμᾶς οὔτε μέγα οὔτε μικρὸν ἀποκρυψάμενος ἐγὼ λέγω οὐδ᾽ ὑποστειλάμενος. καίτοι οἶδα σχεδὸν ὅτι αὐτοῖς τούτοις ἀπεχθάνομαι, ὃ καὶ τεκμήριον ὅτι ἀληθῆ λέγω καὶ ὅτι αὕτη ἐστὶν ἡ διαβολὴ ἡ ἐμὴ καὶ τὰ αἴτια [24b ] ταῦτά ἐστιν. καὶ ἐάντε νῦν ἐάντε αὖθις ζητήσητε ταῦτα, οὕτως εὑρήσετε.

περὶ μὲν οὖν ὧν οἱ πρῶτοί μου κατήγοροι κατηγόρουν αὕτη ἔστω ἱκανὴ ἀπολογία πρὸς ὑμᾶς· πρὸς δὲ Μέλητον τὸν ἀγαθὸν καὶ φιλόπολιν, ὥς φησι, καὶ τοὺς ὑστέρους μετὰ ταῦτα πειράσομαι ἀπολογήσασθαι. αὖθις γὰρ δή, ὥσπερ ἑτέρων τούτων ὄντων κατηγόρων, λάβωμεν αὖ τὴν τούτων ἀντωμοσίαν. ἔχει δέ πως ὧδε· Σωκράτη φησὶν ἀδικεῖν τούς τε νέους διαφθείροντα καὶ θεοὺς οὓς ἡ πόλις [24c ] νομίζει οὐ νομίζοντα, ἕτερα δὲ δαιμόνια καινά. τὸ μὲν δὴ ἔγκλημα τοιοῦτόν ἐστιν· τούτου δὲ τοῦ ἐγκλήματος ἓν ἕκαστον ἐξετάσωμεν.

φησὶ γὰρ δὴ τοὺς νέους ἀδικεῖν με διαφθείροντα. ἐγὼ δέ γε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀδικεῖν φημι Μέλητον, ὅτι σπουδῇ χαριεντίζεται, ῥᾳδίως εἰς ἀγῶνα καθιστὰς ἀνθρώπους, περὶ πραγμάτων προσποιούμενος σπουδάζειν καὶ κήδεσθαι ὧν οὐδὲν τούτῳ πώποτε ἐμέλησεν· ὡς δὲ τοῦτο οὕτως ἔχει, πειράσομαι καὶ ὑμῖν ἐπιδεῖξαι. καί μοι δεῦρο, ὦ Μέλητε, εἰπέ· ἄλλο τι ἢ [24d ] περὶ πλείστου ποιῇ ὅπως ὡς βέλτιστοι οἱ νεώτεροι ἔσονται;

ἔγωγε.

ἴθι δή νυν εἰπὲ τούτοις, τίς αὐτοὺς βελτίους ποιεῖ; δῆλον γὰρ ὅτι οἶσθα, μέλον γέ σοι. τὸν μὲν γὰρ διαφθείροντα ἐξευρών, ὡς φῄς, ἐμέ, εἰσάγεις τουτοισὶ καὶ κατηγορεῖς· τὸν δὲ δὴ βελτίους ποιοῦντα ἴθι εἰπὲ καὶ μήνυσον αὐτοῖς τίς ἐστιν. --ὁρᾷς, ὦ Μέλητε, ὅτι σιγᾷς καὶ οὐκ ἔχεις εἰπεῖν; καίτοι οὐκ αἰσχρόν σοι δοκεῖ εἶναι καὶ ἱκανὸν τεκμήριον οὗ δὴ ἐγὼ λέγω, ὅτι σοι οὐδὲν μεμέληκεν; ἀλλ᾽ εἰπέ, ὠγαθέ, τίς αὐτοὺς ἀμείνους ποιεῖ;

οἱ νόμοι.

[24e ] ἀλλ᾽ οὐ τοῦτο ἐρωτῶ, ὦ βέλτιστε, ἀλλὰ τίς ἄνθρωπος, ὅστις πρῶτον καὶ αὐτὸ τοῦτο οἶδε, τοὺς νόμους;

οὗτοι, ὦ Σώκρατες, οἱ δικασταί.

πῶς λέγεις, ὦ Μέλητε; οἵδε τοὺς νέους παιδεύειν οἷοί τέ εἰσι καὶ βελτίους ποιοῦσιν;

μάλιστα.

πότερον ἅπαντες, ἢ οἱ μὲν αὐτῶν, οἱ δ᾽ οὔ;

ἅπαντες.

εὖ γε νὴ τὴν Ἥραν λέγεις καὶ πολλὴν ἀφθονίαν τῶν ὠφελούντων. τί δὲ δή; οἱ δὲ ἀκροαταὶ βελτίους ποιοῦσιν [25a ] ἢ οὔ;

καὶ οὗτοι.

τί δέ, οἱ βουλευταί;

καὶ οἱ βουλευταί.

ἀλλ᾽ ἄρα, ὦ Μέλητε, μὴ οἱ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, οἱ ἐκκλησιασταί, διαφθείρουσι τοὺς νεωτέρους; ἢ κἀκεῖνοι βελτίους ποιοῦσιν ἅπαντες;

κἀκεῖνοι.

πάντες ἄρα, ὡς ἔοικεν, Ἀθηναῖοι καλοὺς κἀγαθοὺς ποιοῦσι πλὴν ἐμοῦ, ἐγὼ δὲ μόνος διαφθείρω. οὕτω λέγεις;

πάνυ σφόδρα ταῦτα λέγω.

πολλήν γέ μου κατέγνωκας δυστυχίαν. καί μοι ἀπόκριναι· ἦ καὶ περὶ ἵππους οὕτω σοι δοκεῖ ἔχειν; οἱ μὲν [25b ] βελτίους ποιοῦντες αὐτοὺς πάντες ἄνθρωποι εἶναι, εἷς δέ τις ὁ διαφθείρων; ἢ τοὐναντίον τούτου πᾶν εἷς μέν τις ὁ βελτίους οἷός τ᾽ ὢν ποιεῖν ἢ πάνυ ὀλίγοι, οἱ ἱππικοί, οἱ δὲ πολλοὶ ἐάνπερ συνῶσι καὶ χρῶνται ἵπποις, διαφθείρουσιν; οὐχ οὕτως ἔχει, ὦ Μέλητε, καὶ περὶ ἵππων καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων ζῴων; πάντως δήπου, ἐάντε σὺ καὶ Ἄνυτος οὐ φῆτε ἐάντε φῆτε· πολλὴ γὰρ ἄν τις εὐδαιμονία εἴη περὶ τοὺς νέους εἰ εἷς μὲν μόνος αὐτοὺς διαφθείρει, οἱ δ᾽ ἄλλοι [25c ] ὠφελοῦσιν. ἀλλὰ γάρ, ὦ Μέλητε, ἱκανῶς ἐπιδείκνυσαι ὅτι οὐδεπώποτε ἐφρόντισας τῶν νέων, καὶ σαφῶς ἀποφαίνεις τὴν σαυτοῦ ἀμέλειαν, ὅτι οὐδέν σοι μεμέληκεν περὶ ὧν ἐμὲ εἰσάγεις.

ἔτι δὲ ἡμῖν εἰπέ, ὦ πρὸς Διὸς Μέλητε, πότερόν ἐστιν οἰκεῖν ἄμεινον ἐν πολίταις χρηστοῖς ἢ πονηροῖς; ὦ τάν, ἀπόκριναι· οὐδὲν γάρ τοι χαλεπὸν ἐρωτῶ. οὐχ οἱ μὲν πονηροὶ κακόν τι ἐργάζονται τοὺς ἀεὶ ἐγγυτάτω αὑτῶν ὄντας, οἱ δ᾽ ἀγαθοὶ ἀγαθόν τι;

πάνυ γε.

[25d ] ἔστιν οὖν ὅστις βούλεται ὑπὸ τῶν συνόντων βλάπτεσθαι μᾶλλον ἢ ὠφελεῖσθαι; ἀποκρίνου, ὦ ἀγαθέ· καὶ γὰρ ὁ νόμος κελεύει ἀποκρίνεσθαι. ἔσθ᾽ ὅστις βούλεται βλάπτεσθαι;

οὐ δῆτα.

φέρε δή, πότερον ἐμὲ εἰσάγεις δεῦρο ὡς διαφθείροντα τοὺς νέους καὶ πονηροτέρους ποιοῦντα ἑκόντα ἢ ἄκοντα;

ἑκόντα ἔγωγε.

τί δῆτα, ὦ Μέλητε; τοσοῦτον σὺ ἐμοῦ σοφώτερος εἶ τηλικούτου ὄντος τηλικόσδε ὤν, ὥστε σὺ μὲν ἔγνωκας ὅτι οἱ μὲν κακοὶ κακόν τι ἐργάζονται ἀεὶ τοὺς μάλιστα πλησίον [25e ] ἑαυτῶν, οἱ δὲ ἀγαθοὶ ἀγαθόν, ἐγὼ δὲ δὴ εἰς τοσοῦτον ἀμαθίας ἥκω ὥστε καὶ τοῦτ᾽ ἀγνοῶ, ὅτι ἐάν τινα μοχθηρὸν ποιήσω τῶν συνόντων, κινδυνεύσω κακόν τι λαβεῖν ὑπ᾽ αὐτοῦ, ὥστε τοῦτο <τὸ> τοσοῦτον κακὸν ἑκὼν ποιῶ, ὡς φῂς σύ; ταῦτα ἐγώ σοι οὐ πείθομαι, ὦ Μέλητε, οἶμαι δὲ οὐδὲ ἄλλον ἀνθρώπων οὐδένα· ἀλλ᾽ ἢ οὐ διαφθείρω, ἢ εἰ διαφθείρω, [26a ] ἄκων, ὥστε σύ γε κατ᾽ ἀμφότερα ψεύδῃ. εἰ δὲ ἄκων διαφθείρω, τῶν τοιούτων [καὶ ἀκουσίων] ἁμαρτημάτων οὐ δεῦρο νόμος εἰσάγειν ἐστίν, ἀλλὰ ἰδίᾳ λαβόντα διδάσκειν καὶ νουθετεῖν· δῆλον γὰρ ὅτι ἐὰν μάθω, παύσομαι ὅ γε ἄκων ποιῶ. σὺ δὲ συγγενέσθαι μέν μοι καὶ διδάξαι ἔφυγες καὶ οὐκ ἠθέλησας, δεῦρο δὲ εἰσάγεις, οἷ νόμος ἐστὶν εἰσάγειν τοὺς κολάσεως δεομένους ἀλλ᾽ οὐ μαθήσεως.

ἀλλὰ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦτο μὲν ἤδη δῆλον [26b ] οὑγὼ ἔλεγον, ὅτι Μελήτῳ τούτων οὔτε μέγα οὔτε μικρὸν πώποτε ἐμέλησεν. ὅμως δὲ δὴ λέγε ἡμῖν, πῶς με φῂς διαφθείρειν, ὦ Μέλητε, τοὺς νεωτέρους; ἢ δῆλον δὴ ὅτι κατὰ τὴν γραφὴν ἣν ἐγράψω θεοὺς διδάσκοντα μὴ νομίζειν οὓς ἡ πόλις νομίζει, ἕτερα δὲ δαιμόνια καινά; οὐ ταῦτα λέγεις ὅτι διδάσκων διαφθείρω;

πάνυ μὲν οὖν σφόδρα ταῦτα λέγω.

πρὸς αὐτῶν τοίνυν, ὦ Μέλητε, τούτων τῶν θεῶν ὧν νῦν ὁ λόγος ἐστίν, εἰπὲ ἔτι σαφέστερον καὶ ἐμοὶ καὶ τοῖς ἀνδράσιν [26c ] τουτοισί. ἐγὼ γὰρ οὐ δύναμαι μαθεῖν πότερον λέγεις διδάσκειν με νομίζειν εἶναί τινας θεούς--καὶ αὐτὸς ἄρα νομίζω εἶναι θεοὺς καὶ οὐκ εἰμὶ τὸ παράπαν ἄθεος οὐδὲ ταύτῃ ἀδικῶ --οὐ μέντοι οὕσπερ γε ἡ πόλις ἀλλὰ ἑτέρους, καὶ τοῦτ᾽ ἔστιν ὅ μοι ἐγκαλεῖς, ὅτι ἑτέρους, ἢ παντάπασί με φῂς οὔτε αὐτὸν νομίζειν θεοὺς τούς τε ἄλλους ταῦτα διδάσκειν.

ταῦτα λέγω, ὡς τὸ παράπαν οὐ νομίζεις θεούς.

[26d ] ὦ θαυμάσιε Μέλητε, ἵνα τί ταῦτα λέγεις; οὐδὲ ἥλιον οὐδὲ σελήνην ἄρα νομίζω θεοὺς εἶναι, ὥσπερ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι;

μὰ Δί᾽, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐπεὶ τὸν μὲν ἥλιον λίθον φησὶν εἶναι, τὴν δὲ σελήνην γῆν.

Ἀναξαγόρου οἴει κατηγορεῖν, ὦ φίλε Μέλητε; καὶ οὕτω καταφρονεῖς τῶνδε καὶ οἴει αὐτοὺς ἀπείρους γραμμάτων εἶναι ὥστε οὐκ εἰδέναι ὅτι τὰ Ἀναξαγόρου βιβλία τοῦ Κλαζομενίου γέμει τούτων τῶν λόγων; καὶ δὴ καὶ οἱ νέοι ταῦτα παρ᾽ ἐμοῦ μανθάνουσιν, ἃ ἔξεστιν ἐνίοτε εἰ πάνυ πολλοῦ δραχμῆς [26e ] ἐκ τῆς ὀρχήστρας πριαμένοις Σωκράτους καταγελᾶν, ἐὰν προσποιῆται ἑαυτοῦ εἶναι, ἄλλως τε καὶ οὕτως ἄτοπα ὄντα; ἀλλ᾽, ὦ πρὸς Διός, οὑτωσί σοι δοκῶ; οὐδένα νομίζω θεὸν εἶναι;

οὐ μέντοι μὰ Δία οὐδ᾽ ὁπωστιοῦν.

ἄπιστός γ᾽ εἶ, ὦ Μέλητε, καὶ ταῦτα μέντοι, ὡς ἐμοὶ δοκεῖς, σαυτῷ. ἐμοὶ γὰρ δοκεῖ οὑτοσί, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πάνυ εἶναι ὑβριστὴς καὶ ἀκόλαστος, καὶ ἀτεχνῶς τὴν γραφὴν ταύτην ὕβρει τινὶ καὶ ἀκολασίᾳ καὶ νεότητι γράψασθαι.

[27a ] ἔοικεν γὰρ ὥσπερ αἴνιγμα συντιθέντι διαπειρωμένῳ “ἆρα γνώσεται Σωκράτης ὁ σοφὸς δὴ ἐμοῦ χαριεντιζομένου καὶ ἐναντί᾽ ἐμαυτῷ λέγοντος, ἢ ἐξαπατήσω αὐτὸν καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς ἀκούοντας;” οὗτος γὰρ ἐμοὶ φαίνεται τὰ ἐναντία λέγειν αὐτὸς ἑαυτῷ ἐν τῇ γραφῇ ὥσπερ ἂν εἰ εἴποι· “ἀδικεῖ Σωκράτης θεοὺς οὐ νομίζων, ἀλλὰ θεοὺς νομίζων”. καίτοι τοῦτό ἐστι παίζοντος.

συνεπισκέψασθε δή, ὦ ἄνδρες, ᾗ μοι φαίνεται ταῦτα λέγειν· σὺ δὲ ἡμῖν ἀπόκριναι, ὦ Μέλητε. ὑμεῖς δέ, ὅπερ [27b ] κατ᾽ ἀρχὰς ὑμᾶς παρῃτησάμην, μέμνησθέ μοι μὴ θορυβεῖν ἐὰν ἐν τῷ εἰωθότι τρόπῳ τοὺς λόγους ποιῶμαι.

ἔστιν ὅστις ἀνθρώπων, ὦ Μέλητε, ἀνθρώπεια μὲν νομίζει πράγματ᾽ εἶναι, ἀνθρώπους δὲ οὐ νομίζει; ἀποκρινέσθω, ὦ ἄνδρες, καὶ μὴ ἄλλα καὶ ἄλλα θορυβείτω· ἔσθ᾽ ὅστις ἵππους μὲν οὐ νομίζει, ἱππικὰ δὲ πράγματα; ἢ αὐλητὰς μὲν οὐ νομίζει εἶναι, αὐλητικὰ δὲ πράγματα; οὐκ ἔστιν, ὦ ἄριστε ἀνδρῶν· εἰ μὴ σὺ βούλει ἀποκρίνεσθαι, ἐγὼ σοὶ λέγω καὶ τοῖς ἄλλοις τουτοισί. ἀλλὰ τὸ ἐπὶ τούτῳ γε ἀπόκριναι· [27c ] ἔσθ᾽ ὅστις δαιμόνια μὲν νομίζει πράγματ᾽ εἶναι, δαίμονας δὲ οὐ νομίζει;

οὐκ ἔστιν.

ὡς ὤνησας ὅτι μόγις ἀπεκρίνω ὑπὸ τουτωνὶ ἀναγκαζόμενος. οὐκοῦν δαιμόνια μὲν φῄς με καὶ νομίζειν καὶ διδάσκειν, εἴτ᾽ οὖν καινὰ εἴτε παλαιά, ἀλλ᾽ οὖν δαιμόνιά γε νομίζω κατὰ τὸν σὸν λόγον, καὶ ταῦτα καὶ διωμόσω ἐν τῇ ἀντιγραφῇ. εἰ δὲ δαιμόνια νομίζω, καὶ δαίμονας δήπου πολλὴ ἀνάγκη νομίζειν μέ ἐστιν· οὐχ οὕτως ἔχει; ἔχει δή· τίθημι γάρ σε ὁμολογοῦντα, ἐπειδὴ οὐκ ἀποκρίνῃ. τοὺς δὲ [27d ] δαίμονας οὐχὶ ἤτοι θεούς γε ἡγούμεθα ἢ θεῶν παῖδας; φῂς ἢ οὔ;

πάνυ γε.

οὐκοῦν εἴπερ δαίμονας ἡγοῦμαι, ὡς σὺ φῄς, εἰ μὲν θεοί τινές εἰσιν οἱ δαίμονες, τοῦτ᾽ ἂν εἴη ὃ ἐγώ φημί σε αἰνίττεσθαι καὶ χαριεντίζεσθαι, θεοὺς οὐχ ἡγούμενον φάναι με θεοὺς αὖ ἡγεῖσθαι πάλιν, ἐπειδήπερ γε δαίμονας ἡγοῦμαι· εἰ δ᾽ αὖ οἱ δαίμονες θεῶν παῖδές εἰσιν νόθοι τινὲς ἢ ἐκ νυμφῶν ἢ ἔκ τινων ἄλλων ὧν δὴ καὶ λέγονται, τίς ἂν ἀνθρώπων θεῶν μὲν παῖδας ἡγοῖτο εἶναι, θεοὺς δὲ μή; ὁμοίως γὰρ [27e ] ἂν ἄτοπον εἴη ὥσπερ ἂν εἴ τις ἵππων μὲν παῖδας ἡγοῖτο ἢ καὶ ὄνων, τοὺς ἡμιόνους, ἵππους δὲ καὶ ὄνους μὴ ἡγοῖτο εἶναι. ἀλλ᾽, ὦ Μέλητε, οὐκ ἔστιν ὅπως σὺ ταῦτα οὐχὶ ἀποπειρώμενος ἡμῶν ἐγράψω τὴν γραφὴν ταύτην ἢ ἀπορῶν ὅτι ἐγκαλοῖς ἐμοὶ ἀληθὲς ἀδίκημα· ὅπως δὲ σύ τινα πείθοις ἂν καὶ σμικρὸν νοῦν ἔχοντα ἀνθρώπων, ὡς οὐ τοῦ αὐτοῦ ἔστιν καὶ δαιμόνια καὶ θεῖα ἡγεῖσθαι, καὶ αὖ τοῦ αὐτοῦ μήτε [28a ] δαίμονας μήτε θεοὺς μήτε ἥρωας, οὐδεμία μηχανή ἐστιν.

ἀλλὰ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὡς μὲν ἐγὼ οὐκ ἀδικῶ κατὰ τὴν Μελήτου γραφήν, οὐ πολλῆς μοι δοκεῖ εἶναι ἀπολογίας, ἀλλὰ ἱκανὰ καὶ ταῦτα· ὃ δὲ καὶ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν ἔλεγον, ὅτι πολλή μοι ἀπέχθεια γέγονεν καὶ πρὸς πολλούς, εὖ ἴστε ὅτι ἀληθές ἐστιν. καὶ τοῦτ᾽ ἔστιν ὃ ἐμὲ αἱρεῖ, ἐάνπερ αἱρῇ, οὐ Μέλητος οὐδὲ Ἄνυτος ἀλλ᾽ ἡ τῶν πολλῶν διαβολή τε καὶ φθόνος. ἃ δὴ πολλοὺς καὶ ἄλλους καὶ ἀγαθοὺς [28b ] ἄνδρας ᾕρηκεν, οἶμαι δὲ καὶ αἱρήσει· οὐδὲν δὲ δεινὸν μὴ ἐν ἐμοὶ στῇ.

ἴσως ἂν οὖν εἴποι τις· “εἶτ᾽ οὐκ αἰσχύνῃ, ὦ Σώκρατες, τοιοῦτον ἐπιτήδευμα ἐπιτηδεύσας ἐξ οὗ κινδυνεύεις νυνὶ ἀποθανεῖν;” ἐγὼ δὲ τούτῳ ἂν δίκαιον λόγον ἀντείποιμι, ὅτι ‘οὐ καλῶς λέγεις, ὦ ἄνθρωπε, εἰ οἴει δεῖν κίνδυνον ὑπολογίζεσθαι τοῦ ζῆν ἢ τεθνάναι ἄνδρα ὅτου τι καὶ σμικρὸν ὄφελός ἐστιν, ἀλλ᾽ οὐκ ἐκεῖνο μόνον σκοπεῖν ὅταν πράττῃ, πότερον δίκαια ἢ ἄδικα πράττει, καὶ ἀνδρὸς ἀγαθοῦ ἔργα ἢ κακοῦ. φαῦλοι [28c ] γὰρ ἂν τῷ γε σῷ λόγῳ εἶεν τῶν ἡμιθέων ὅσοι ἐν Τροίᾳ τετελευτήκασιν οἵ τε ἄλλοι καὶ ὁ τῆς Θέτιδος υἱός, ὃς τοσοῦτον τοῦ κινδύνου κατεφρόνησεν παρὰ τὸ αἰσχρόν τι ὑπομεῖναι ὥστε, ἐπειδὴ εἶπεν ἡ μήτηρ αὐτῷ προθυμουμένῳ Ἕκτορα ἀποκτεῖναι, θεὸς οὖσα, οὑτωσί πως, ὡς ἐγὼ οἶμαι· “ὦ παῖ, εἰ τιμωρήσεις Πατρόκλῳ τῷ ἑταίρῳ τὸν φόνον καὶ Ἕκτορα ἀποκτενεῖς, αὐτὸς ἀποθανῇ--αὐτίκα γάρ τοι”, φησί, “μεθ᾽ Ἕκτορα πότμος ἑτοῖμος” --ὁ δὲ τοῦτο ἀκούσας τοῦ μὲν θανάτου καὶ τοῦ κινδύνου ὠλιγώρησε, πολὺ δὲ μᾶλλον [28d ] δείσας τὸ ζῆν κακὸς ὢν καὶ τοῖς φίλοις μὴ τιμωρεῖν, “αὐτίκα”, φησί, “τεθναίην, δίκην ἐπιθεὶς τῷ ἀδικοῦντι, ἵνα μὴ ἐνθάδε μένω καταγέλαστος παρὰ νηυσὶ κορωνίσιν ἄχθος ἀρούρης”. μὴ αὐτὸν οἴει φροντίσαι θανάτου καὶ κινδύνου;’

οὕτω γὰρ ἔχει, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τῇ ἀληθείᾳ· οὗ ἄν τις ἑαυτὸν τάξῃ ἡγησάμενος βέλτιστον εἶναι ἢ ὑπ᾽ ἄρχοντος ταχθῇ, ἐνταῦθα δεῖ, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, μένοντα κινδυνεύειν, μηδὲν ὑπολογιζόμενον μήτε θάνατον μήτε ἄλλο μηδὲν πρὸ τοῦ αἰσχροῦ. ἐγὼ οὖν δεινὰ ἂν εἴην εἰργασμένος, ὦ ἄνδρες [28e ] Ἀθηναῖοι, εἰ ὅτε μέν με οἱ ἄρχοντες ἔταττον, οὓς ὑμεῖς εἵλεσθε ἄρχειν μου, καὶ ἐν Ποτειδαίᾳ καὶ ἐν Ἀμφιπόλει καὶ ἐπὶ Δηλίῳ, τότε μὲν οὗ ἐκεῖνοι ἔταττον ἔμενον ὥσπερ καὶ ἄλλος τις καὶ ἐκινδύνευον ἀποθανεῖν, τοῦ δὲ θεοῦ τάττοντος, ὡς ἐγὼ ᾠήθην τε καὶ ὑπέλαβον, φιλοσοφοῦντά με δεῖν ζῆν καὶ ἐξετάζοντα ἐμαυτὸν καὶ τοὺς ἄλλους, ἐνταῦθα δὲ φοβηθεὶς ἢ θάνατον [29a ] ἣ ἄλλ᾽ ὁτιοῦν πρᾶγμα λίποιμι τὴν τάξιν.

δεινόν τἂν εἴη, καὶ ὡς ἀληθῶς τότ᾽ ἄν με δικαίως εἰσάγοι τις εἰς δικαστήριον, ὅτι οὐ νομίζω θεοὺς εἶναι ἀπειθῶν τῇ μαντείᾳ καὶ δεδιὼς θάνατον καὶ οἰόμενος σοφὸς εἶναι οὐκ ὤν. τὸ γάρ τοι θάνατον δεδιέναι, ὦ ἄνδρες, οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ δοκεῖν σοφὸν εἶναι μὴ ὄντα· δοκεῖν γὰρ εἰδέναι ἐστὶν ἃ οὐκ οἶδεν. οἶδε μὲν γὰρ οὐδεὶς τὸν θάνατον οὐδ᾽ εἰ τυγχάνει τῷ ἀνθρώπῳ πάντων μέγιστον ὂν τῶν ἀγαθῶν, δεδίασι δ᾽ ὡς εὖ εἰδότες [29b ] ὅτι μέγιστον τῶν κακῶν ἐστι.

καίτοι πῶς οὐκ ἀμαθία ἐστὶν αὕτη ἡ ἐπονείδιστος, ἡ τοῦ οἴεσθαι εἰδέναι ἃ οὐκ οἶδεν; ἐγὼ δ᾽, ὦ ἄνδρες, τούτῳ καὶ ἐνταῦθα ἴσως διαφέρω τῶν πολλῶν ἀνθρώπων, καὶ εἰ δή τῳ σοφώτερός του φαίην εἶναι, τούτῳ ἄν, ὅτι οὐκ εἰδὼς ἱκανῶς περὶ τῶν ἐν Ἅιδου οὕτω καὶ οἴομαι οὐκ εἰδέναι· τὸ δὲ ἀδικεῖν καὶ ἀπειθεῖν τῷ βελτίονι καὶ θεῷ καὶ ἀνθρώπῳ, ὅτι κακὸν καὶ αἰσχρόν ἐστιν οἶδα. πρὸ οὖν τῶν κακῶν ὧν οἶδα ὅτι κακά ἐστιν, ἃ μὴ οἶδα εἰ καὶ ἀγαθὰ ὄντα τυγχάνει οὐδέποτε φοβήσομαι οὐδὲ φεύξομαι· ὥστε οὐδ᾽ εἴ [29c ] με νῦν ὑμεῖς ἀφίετε Ἀνύτῳ ἀπιστήσαντες, ὃς ἔφη ἢ τὴν ἀρχὴν οὐ δεῖν ἐμὲ δεῦρο εἰσελθεῖν ἤ, ἐπειδὴ εἰσῆλθον, οὐχ οἷόν τ᾽ εἶναι τὸ μὴ ἀποκτεῖναί με, λέγων πρὸς ὑμᾶς ὡς εἰ διαφευξοίμην ἤδη [ἂν ] ὑμῶν οἱ ὑεῖς ἐπιτηδεύοντες ἃ Σωκράτης διδάσκει πάντες παντάπασι διαφθαρήσονται, --εἴ μοι πρὸς ταῦτα εἴποιτε· “ὦ Σώκρατες, νῦν μὲν Ἀνύτῳ οὐ πεισόμεθα ἀλλ᾽ ἀφίεμέν σε, ἐπὶ τούτῳ μέντοι, ἐφ᾽ ᾧτε μηκέτι ἐν ταύτῃ τῇ ζητήσει διατρίβειν μηδὲ φιλοσοφεῖν· ἐὰν δὲ [29d ] ἁλῷς ἔτι τοῦτο πράττων, ἀποθανῇ” --

εἰ οὖν με, ὅπερ εἶπον, ἐπὶ τούτοις ἀφίοιτε, εἴποιμ᾽ ἂν ὑμῖν ὅτι “ἐγὼ ὑμᾶς, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀσπάζομαι μὲν καὶ φιλῶ, πείσομαι δὲ μᾶλλον τῷ θεῷ ἢ ὑμῖν, καὶ ἕωσπερ ἂν ἐμπνέω καὶ οἷός τε ὦ, οὐ μὴ παύσωμαι φιλοσοφῶν καὶ ὑμῖν παρακελευόμενός τε καὶ ἐνδεικνύμενος ὅτῳ ἂν ἀεὶ ἐντυγχάνω ὑμῶν, λέγων οἷάπερ εἴωθα, ὅτι “ὦ ἄριστε ἀνδρῶν, Ἀθηναῖος ὤν, πόλεως τῆς μεγίστης καὶ εὐδοκιμωτάτης εἰς σοφίαν καὶ ἰσχύν, χρημάτων μὲν οὐκ αἰσχύνῃ ἐπιμελούμενος ὅπως σοι ἔσται ὡς πλεῖστα, [29e ] καὶ δόξης καὶ τιμῆς, φρονήσεως δὲ καὶ ἀληθείας καὶ τῆς ψυχῆς ὅπως ὡς βελτίστη ἔσται οὐκ ἐπιμελῇ οὐδὲ φροντίζεις;” καὶ ἐάν τις ὑμῶν ἀμφισβητήσῃ καὶ φῇ ἐπιμελεῖσθαι, οὐκ εὐθὺς ἀφήσω αὐτὸν οὐδ᾽ ἄπειμι, ἀλλ᾽ ἐρήσομαι αὐτὸν καὶ ἐξετάσω καὶ ἐλέγξω, καὶ ἐάν μοι μὴ δοκῇ κεκτῆσθαι ἀρετήν, [30a ] φάναι δέ, ὀνειδιῶ ὅτι τὰ πλείστου ἄξια περὶ ἐλαχίστου ποιεῖται, τὰ δὲ φαυλότερα περὶ πλείονος. ταῦτα καὶ νεωτέρῳ καὶ πρεσβυτέρῳ ὅτῳ ἂν ἐντυγχάνω ποιήσω, καὶ ξένῳ καὶ ἀστῷ, μᾶλλον δὲ τοῖς ἀστοῖς, ὅσῳ μου ἐγγυτέρω ἐστὲ γένει. ταῦτα γὰρ κελεύει ὁ θεός, εὖ ἴστε, καὶ ἐγὼ οἴομαι οὐδέν πω ὑμῖν μεῖζον ἀγαθὸν γενέσθαι ἐν τῇ πόλει ἢ τὴν ἐμὴν τῷ θεῷ ὑπηρεσίαν. οὐδὲν γὰρ ἄλλο πράττων ἐγὼ περιέρχομαι ἢ πείθων ὑμῶν καὶ νεωτέρους καὶ πρεσβυτέρους μήτε σωμάτων [30b ] ἐπιμελεῖσθαι μήτε χρημάτων πρότερον μηδὲ οὕτω σφόδρα ὡς τῆς ψυχῆς ὅπως ὡς ἀρίστη ἔσται, λέγων ὅτι ‘οὐκ ἐκ χρημάτων ἀρετὴ γίγνεται, ἀλλ᾽ ἐξ ἀρετῆς χρήματα καὶ τὰ ἄλλα ἀγαθὰ τοῖς ἀνθρώποις ἅπαντα καὶ ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ’. εἰ μὲν οὖν ταῦτα λέγων διαφθείρω τοὺς νέους, ταῦτ᾽ ἂν εἴη βλαβερά· εἰ δέ τίς μέ φησιν ἄλλα λέγειν ἢ ταῦτα, οὐδὲν λέγει. πρὸς ταῦτα”, φαίην ἄν, “ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἢ πείθεσθε Ἀνύτῳ ἢ μή, καὶ ἢ ἀφίετέ με ἢ μή, ὡς ἐμοῦ οὐκ [30c ] ἂν ποιήσαντος ἄλλα, οὐδ᾽ εἰ μέλλω πολλάκις τεθνάναι”.

μὴ θορυβεῖτε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀλλ᾽ ἐμμείνατέ μοι οἷς ἐδεήθην ὑμῶν, μὴ θορυβεῖν ἐφ᾽ οἷς ἂν λέγω ἀλλ᾽ ἀκούειν· καὶ γάρ, ὡς ἐγὼ οἶμαι, ὀνήσεσθε ἀκούοντες. μέλλω γὰρ οὖν ἄττα ὑμῖν ἐρεῖν καὶ ἄλλα ἐφ᾽ οἷς ἴσως βοήσεσθε· ἀλλὰ μηδαμῶς ποιεῖτε τοῦτο. εὖ γὰρ ἴστε, ἐάν με ἀποκτείνητε τοιοῦτον ὄντα οἷον ἐγὼ λέγω, οὐκ ἐμὲ μείζω βλάψετε ἢ ὑμᾶς αὐτούς· ἐμὲ μὲν γὰρ οὐδὲν ἂν βλάψειεν οὔτε Μέλητος οὔτε Ἄνυτος--οὐδὲ γὰρ ἂν δύναιτο--οὐ γὰρ οἴομαι θεμιτὸν [30d ] εἶναι ἀμείνονι ἀνδρὶ ὑπὸ χείρονος βλάπτεσθαι. ἀποκτείνειε μεντἂν ἴσως ἢ ἐξελάσειεν ἢ ἀτιμώσειεν· ἀλλὰ ταῦτα οὗτος μὲν ἴσως οἴεται καὶ ἄλλος τίς που μεγάλα κακά, ἐγὼ δ᾽ οὐκ οἴομαι, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ποιεῖν ἃ οὑτοσὶ νῦν ποιεῖ, ἄνδρα ἀδίκως ἐπιχειρεῖν ἀποκτεινύναι. νῦν οὖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πολλοῦ δέω ἐγὼ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ ἀπολογεῖσθαι, ὥς τις ἂν οἴοιτο, ἀλλὰ ὑπὲρ ὑμῶν, μή τι ἐξαμάρτητε περὶ τὴν τοῦ [30e ] θεοῦ δόσιν ὑμῖν ἐμοῦ καταψηφισάμενοι. ἐὰν γάρ με ἀποκτείνητε, οὐ ῥᾳδίως ἄλλον τοιοῦτον εὑρήσετε, ἀτεχνῶς--εἰ καὶ γελοιότερον εἰπεῖν--προσκείμενον τῇ πόλει ὑπὸ τοῦ θεοῦ ὥσπερ ἵππῳ μεγάλῳ μὲν καὶ γενναίῳ, ὑπὸ μεγέθους δὲ νωθεστέρῳ καὶ δεομένῳ ἐγείρεσθαι ὑπὸ μύωπός τινος, οἷον δή μοι δοκεῖ ὁ θεὸς ἐμὲ τῇ πόλει προστεθηκέναι τοιοῦτόν τινα, ὃς ὑμᾶς ἐγείρων καὶ πείθων καὶ ὀνειδίζων ἕνα ἕκαστον [31a ] οὐδὲν παύομαι τὴν ἡμέραν ὅλην πανταχοῦ προσκαθίζων. τοιοῦτος οὖν ἄλλος οὐ ῥᾳδίως ὑμῖν γενήσεται, ὦ ἄνδρες, ἀλλ᾽ ἐὰν ἐμοὶ πείθησθε, φείσεσθέ μου· ὑμεῖς δ᾽ ἴσως τάχ᾽ ἂν ἀχθόμενοι, ὥσπερ οἱ νυστάζοντες ἐγειρόμενοι, κρούσαντες ἄν με, πειθόμενοι Ἀνύτῳ, ῥᾳδίως ἂν ἀποκτείναιτε, εἶτα τὸν λοιπὸν βίον καθεύδοντες διατελοῖτε ἄν, εἰ μή τινα ἄλλον ὁ θεὸς ὑμῖν ἐπιπέμψειεν κηδόμενος ὑμῶν. ὅτι δ᾽ ἐγὼ τυγχάνω ὢν τοιοῦτος οἷος ὑπὸ τοῦ θεοῦ τῇ πόλει δεδόσθαι, ἐνθένδε [31b ] ἂν κατανοήσαιτε· οὐ γὰρ ἀνθρωπίνῳ ἔοικε τὸ ἐμὲ τῶν μὲν ἐμαυτοῦ πάντων ἠμεληκέναι καὶ ἀνέχεσθαι τῶν οἰκείων ἀμελουμένων τοσαῦτα ἤδη ἔτη, τὸ δὲ ὑμέτερον πράττειν ἀεί, ἰδίᾳ ἑκάστῳ προσιόντα ὥσπερ πατέρα ἢ ἀδελφὸν πρεσβύτερον πείθοντα ἐπιμελεῖσθαι ἀρετῆς. καὶ εἰ μέν τι ἀπὸ τούτων ἀπέλαυον καὶ μισθὸν λαμβάνων ταῦτα παρεκελευόμην, εἶχον ἄν τινα λόγον· νῦν δὲ ὁρᾶτε δὴ καὶ αὐτοὶ ὅτι οἱ κατήγοροι τἆλλα πάντα ἀναισχύντως οὕτω κατηγοροῦντες τοῦτό γε οὐχ οἷοί τε ἐγένοντο ἀπαναισχυντῆσαι [31c ] παρασχόμενοι μάρτυρα, ὡς ἐγώ ποτέ τινα ἢ ἐπραξάμην μισθὸν ἢ ᾔτησα. ἱκανὸν γάρ, οἶμαι, ἐγὼ παρέχομαι τὸν μάρτυρα ὡς ἀληθῆ λέγω, τὴν πενίαν.

ἴσως ἂν οὖν δόξειεν ἄτοπον εἶναι, ὅτι δὴ ἐγὼ ἰδίᾳ μὲν ταῦτα συμβουλεύω περιιὼν καὶ πολυπραγμονῶ, δημοσίᾳ δὲ οὐ τολμῶ ἀναβαίνων εἰς τὸ πλῆθος τὸ ὑμέτερον συμβουλεύειν τῇ πόλει. τούτου δὲ αἴτιόν ἐστιν ὃ ὑμεῖς ἐμοῦ πολλάκις ἀκηκόατε πολλαχοῦ λέγοντος, ὅτι μοι θεῖόν τι καὶ [31d ] δαιμόνιον γίγνεται [φωνή], ὃ δὴ καὶ ἐν τῇ γραφῇ ἐπικωμῳδῶν Μέλητος ἐγράψατο. ἐμοὶ δὲ τοῦτ᾽ ἔστιν ἐκ παιδὸς ἀρξάμενον, φωνή τις γιγνομένη, ἣ ὅταν γένηται, ἀεὶ ἀποτρέπει με τοῦτο ὃ ἂν μέλλω πράττειν, προτρέπει δὲ οὔποτε. τοῦτ᾽ ἔστιν ὅ μοι ἐναντιοῦται τὰ πολιτικὰ πράττειν, καὶ παγκάλως γέ μοι δοκεῖ ἐναντιοῦσθαι· εὖ γὰρ ἴστε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἰ ἐγὼ πάλαι ἐπεχείρησα πράττειν τὰ πολιτικὰ πράγματα, πάλαι ἂν ἀπολώλη καὶ οὔτ᾽ ἂν ὑμᾶς ὠφελήκη [31e ] οὐδὲν οὔτ᾽ ἂν ἐμαυτόν. καί μοι μὴ ἄχθεσθε λέγοντι τἀληθῆ· οὐ γὰρ ἔστιν ὅστις ἀνθρώπων σωθήσεται οὔτε ὑμῖν οὔτε ἄλλῳ πλήθει οὐδενὶ γνησίως ἐναντιούμενος καὶ διακωλύων πολλὰ ἄδικα καὶ παράνομα ἐν τῇ πόλει γίγνεσθαι, ἀλλ᾽ [32a ] ἀναγκαῖόν ἐστι τὸν τῷ ὄντι μαχούμενον ὑπὲρ τοῦ δικαίου, καὶ εἰ μέλλει ὀλίγον χρόνον σωθήσεσθαι, ἰδιωτεύειν ἀλλὰ μὴ δημοσιεύειν.

μεγάλα δ᾽ ἔγωγε ὑμῖν τεκμήρια παρέξομαι τούτων, οὐ λόγους ἀλλ᾽ ὃ ὑμεῖς τιμᾶτε, ἔργα. ἀκούσατε δή μοι τὰ συμβεβηκότα, ἵνα εἰδῆτε ὅτι οὐδ᾽ ἂν ἑνὶ ὑπεικάθοιμι παρὰ τὸ δίκαιον δείσας θάνατον, μὴ ὑπείκων δὲ ἀλλὰ κἂν ἀπολοίμην. ἐρῶ δὲ ὑμῖν φορτικὰ μὲν καὶ δικανικά, ἀληθῆ δέ. ἐγὼ γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἄλλην μὲν ἀρχὴν οὐδεμίαν [32b ] πώποτε ἦρξα ἐν τῇ πόλει, ἐβούλευσα δέ· καὶ ἔτυχεν ἡμῶν ἡ φυλὴ Ἀντιοχὶς πρυτανεύουσα ὅτε ὑμεῖς τοὺς δέκα στρατηγοὺς τοὺς οὐκ ἀνελομένους τοὺς ἐκ τῆς ναυμαχίας ἐβουλεύσασθε ἁθρόους κρίνειν, παρανόμως, ὡς ἐν τῷ ὑστέρῳ χρόνῳ πᾶσιν ὑμῖν ἔδοξεν. τότ᾽ ἐγὼ μόνος τῶν πρυτάνεων ἠναντιώθην ὑμῖν μηδὲν ποιεῖν παρὰ τοὺς νόμους καὶ ἐναντία ἐψηφισάμην· καὶ ἑτοίμων ὄντων ἐνδεικνύναι με καὶ ἀπάγειν τῶν ῥητόρων, καὶ ὑμῶν κελευόντων καὶ βοώντων, μετὰ τοῦ [32c ] νόμου καὶ τοῦ δικαίου ᾤμην μᾶλλόν με δεῖν διακινδυνεύειν ἢ μεθ᾽ ὑμῶν γενέσθαι μὴ δίκαια βουλευομένων, φοβηθέντα δεσμὸν ἢ θάνατον. καὶ ταῦτα μὲν ἦν ἔτι δημοκρατουμένης τῆς πόλεως· ἐπειδὴ δὲ ὀλιγαρχία ἐγένετο, οἱ τριάκοντα αὖ μεταπεμψάμενοί με πέμπτον αὐτὸν εἰς τὴν θόλον προσέταξαν ἀγαγεῖν ἐκ Σαλαμῖνος Λέοντα τὸν Σαλαμίνιον ἵνα ἀποθάνοι, οἷα δὴ καὶ ἄλλοις ἐκεῖνοι πολλοῖς πολλὰ προσέταττον, βουλόμενοι ὡς πλείστους ἀναπλῆσαι αἰτιῶν. τότε μέντοι ἐγὼ [32d ] οὐ λόγῳ ἀλλ᾽ ἔργῳ αὖ ἐνεδειξάμην ὅτι ἐμοὶ θανάτου μὲν μέλει, εἰ μὴ ἀγροικότερον ἦν εἰπεῖν, οὐδ᾽ ὁτιοῦν, τοῦ δὲ μηδὲν ἄδικον μηδ᾽ ἀνόσιον ἐργάζεσθαι, τούτου δὲ τὸ πᾶν μέλει. ἐμὲ γὰρ ἐκείνη ἡ ἀρχὴ οὐκ ἐξέπληξεν, οὕτως ἰσχυρὰ οὖσα, ὥστε ἄδικόν τι ἐργάσασθαι, ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἐκ τῆς θόλου ἐξήλθομεν, οἱ μὲν τέτταρες ᾤχοντο εἰς Σαλαμῖνα καὶ ἤγαγον Λέοντα, ἐγὼ δὲ ᾠχόμην ἀπιὼν οἴκαδε. καὶ ἴσως ἂν διὰ ταῦτα ἀπέθανον, εἰ μὴ ἡ ἀρχὴ διὰ ταχέων κατελύθη. καὶ [32e ] τούτων ὑμῖν ἔσονται πολλοὶ μάρτυρες.

ἆρ᾽ οὖν ἄν με οἴεσθε τοσάδε ἔτη διαγενέσθαι εἰ ἔπραττον τὰ δημόσια, καὶ πράττων ἀξίως ἀνδρὸς ἀγαθοῦ ἐβοήθουν τοῖς δικαίοις καὶ ὥσπερ χρὴ τοῦτο περὶ πλείστου ἐποιούμην; πολλοῦ γε δεῖ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι· οὐδὲ γὰρ ἂν ἄλλος [33a ] ἀνθρώπων οὐδείς. ἀλλ᾽ ἐγὼ διὰ παντὸς τοῦ βίου δημοσίᾳ τε εἴ πού τι ἔπραξα τοιοῦτος φανοῦμαι, καὶ ἰδίᾳ ὁ αὐτὸς οὗτος, οὐδενὶ πώποτε συγχωρήσας οὐδὲν παρὰ τὸ δίκαιον οὔτε ἄλλῳ οὔτε τούτων οὐδενὶ οὓς δὴ διαβάλλοντες ἐμέ φασιν ἐμοὺς μαθητὰς εἶναι. ἐγὼ δὲ διδάσκαλος μὲν οὐδενὸς πώποτ᾽ ἐγενόμην· εἰ δέ τίς μου λέγοντος καὶ τὰ ἐμαυτοῦ πράττοντος ἐπιθυμοῖ ἀκούειν, εἴτε νεώτερος εἴτε πρεσβύτερος, οὐδενὶ πώποτε ἐφθόνησα, οὐδὲ χρήματα μὲν λαμβάνων διαλέγομαι [33b ] μὴ λαμβάνων δὲ οὔ, ἀλλ᾽ ὁμοίως καὶ πλουσίῳ καὶ πένητι παρέχω ἐμαυτὸν ἐρωτᾶν, καὶ ἐάν τις βούληται ἀποκρινόμενος ἀκούειν ὧν ἂν λέγω. καὶ τούτων ἐγὼ εἴτε τις χρηστὸς γίγνεται εἴτε μή, οὐκ ἂν δικαίως τὴν αἰτίαν ὑπέχοιμι, ὧν μήτε ὑπεσχόμην μηδενὶ μηδὲν πώποτε μάθημα μήτε ἐδίδαξα· εἰ δέ τίς φησι παρ᾽ ἐμοῦ πώποτέ τι μαθεῖν ἢ ἀκοῦσαι ἰδίᾳ ὅτι μὴ καὶ οἱ ἄλλοι πάντες, εὖ ἴστε ὅτι οὐκ ἀληθῆ λέγει.

ἀλλὰ διὰ τί δή ποτε μετ᾽ ἐμοῦ χαίρουσί τινες πολὺν [33c ] χρόνον διατρίβοντες; ἀκηκόατε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πᾶσαν ὑμῖν τὴν ἀλήθειαν ἐγὼ εἶπον· ὅτι ἀκούοντες χαίρουσιν ἐξεταζομένοις τοῖς οἰομένοις μὲν εἶναι σοφοῖς, οὖσι δ᾽ οὔ. ἔστι γὰρ οὐκ ἀηδές. ἐμοὶ δὲ τοῦτο, ὡς ἐγώ φημι, προστέτακται ὑπὸ τοῦ θεοῦ πράττειν καὶ ἐκ μαντείων καὶ ἐξ ἐνυπνίων καὶ παντὶ τρόπῳ ᾧπέρ τίς ποτε καὶ ἄλλη θεία μοῖρα ἀνθρώπῳ καὶ ὁτιοῦν προσέταξε πράττειν. ταῦτα, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ ἀληθῆ ἐστιν καὶ εὐέλεγκτα. εἰ γὰρ δὴ ἔγωγε τῶν νέων [33d ] τοὺς μὲν διαφθείρω τοὺς δὲ διέφθαρκα, χρῆν δήπου, εἴτε τινὲς αὐτῶν πρεσβύτεροι γενόμενοι ἔγνωσαν ὅτι νέοις οὖσιν αὐτοῖς ἐγὼ κακὸν πώποτέ τι συνεβούλευσα, νυνὶ αὐτοὺς ἀναβαίνοντας ἐμοῦ κατηγορεῖν καὶ τιμωρεῖσθαι· εἰ δὲ μὴ αὐτοὶ ἤθελον, τῶν οἰκείων τινὰς τῶν ἐκείνων, πατέρας καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἄλλους τοὺς προσήκοντας, εἴπερ ὑπ᾽ ἐμοῦ τι κακὸν ἐπεπόνθεσαν αὐτῶν οἱ οἰκεῖοι, νῦν μεμνῆσθαι καὶ τιμωρεῖσθαι. πάντως δὲ πάρεισιν αὐτῶν πολλοὶ ἐνταυθοῖ οὓς ἐγὼ ὁρῶ, πρῶτον μὲν Κρίτων οὑτοσί, ἐμὸς ἡλικιώτης [33e ] καὶ δημότης, Κριτοβούλου τοῦδε πατήρ, ἔπειτα Λυσανίας ὁ Σφήττιος, Αἰσχίνου τοῦδε πατήρ, ἔτι δ᾽ Ἀντιφῶν ὁ Κηφισιεὺς οὑτοσί, Ἐπιγένους πατήρ, ἄλλοι τοίνυν οὗτοι ὧν οἱ ἀδελφοὶ ἐν ταύτῃ τῇ διατριβῇ γεγόνασιν, Νικόστρατος Θεοζοτίδου, ἀδελφὸς Θεοδότου--καὶ ὁ μὲν Θεόδοτος τετελεύτηκεν, ὥστε οὐκ ἂν ἐκεῖνός γε αὐτοῦ καταδεηθείη--καὶ Παράλιος ὅδε, ὁ Δημοδόκου, οὗ ἦν Θεάγης ἀδελφός· ὅδε δὲ [34a ] Ἀδείμαντος, ὁ Ἀρίστωνος, οὗ ἀδελφὸς οὑτοσὶ Πλάτων, καὶ Αἰαντόδωρος, οὗ Ἀπολλόδωρος ὅδε ἀδελφός. καὶ ἄλλους πολλοὺς ἐγὼ ἔχω ὑμῖν εἰπεῖν, ὧν τινα ἐχρῆν μάλιστα μὲν ἐν τῷ ἑαυτοῦ λόγῳ παρασχέσθαι Μέλητον μάρτυρα· εἰ δὲ τότε ἐπελάθετο, νῦν παρασχέσθω--ἐγὼ παραχωρῶ--καὶ λεγέτω εἴ τι ἔχει τοιοῦτον. ἀλλὰ τούτου πᾶν τοὐναντίον εὑρήσετε, ὦ ἄνδρες, πάντας ἐμοὶ βοηθεῖν ἑτοίμους τῷ διαφθείροντι, τῷ κακὰ ἐργαζομένῳ τοὺς οἰκείους αὐτῶν, ὥς φασι Μέλητος καὶ [34b ] Ἄνυτος. αὐτοὶ μὲν γὰρ οἱ διεφθαρμένοι τάχ᾽ ἂν λόγον ἔχοιεν βοηθοῦντες· οἱ δὲ ἀδιάφθαρτοι, πρεσβύτεροι ἤδη ἄνδρες, οἱ τούτων προσήκοντες, τίνα ἄλλον ἔχουσι λόγον βοηθοῦντες ἐμοὶ ἀλλ᾽ ἢ τὸν ὀρθόν τε καὶ δίκαιον, ὅτι συνίσασι Μελήτῳ μὲν ψευδομένῳ, ἐμοὶ δὲ ἀληθεύοντι;

εἶεν δή, ὦ ἄνδρες· ἃ μὲν ἐγὼ ἔχοιμ᾽ ἂν ἀπολογεῖσθαι, σχεδόν ἐστι ταῦτα καὶ ἄλλα ἴσως τοιαῦτα.

τάχα δ᾽ ἄν τις [34c ] ὑμῶν ἀγανακτήσειεν ἀναμνησθεὶς ἑαυτοῦ, εἰ ὁ μὲν καὶ ἐλάττω τουτουῒ τοῦ ἀγῶνος ἀγῶνα ἀγωνιζόμενος ἐδεήθη τε καὶ ἱκέτευσε τοὺς δικαστὰς μετὰ πολλῶν δακρύων, παιδία τε αὑτοῦ ἀναβιβασάμενος ἵνα ὅτι μάλιστα ἐλεηθείη, καὶ ἄλλους τῶν οἰκείων καὶ φίλων πολλούς, ἐγὼ δὲ οὐδὲν ἄρα τούτων ποιήσω, καὶ ταῦτα κινδυνεύων, ὡς ἂν δόξαιμι, τὸν ἔσχατον κίνδυνον. τάχ᾽ ἂν οὖν τις ταῦτα ἐννοήσας αὐθαδέστερον ἂν πρός με σχοίη καὶ ὀργισθεὶς αὐτοῖς τούτοις θεῖτο ἂν μετ᾽ [34d ] ὀργῆς τὴν ψῆφον. εἰ δή τις ὑμῶν οὕτως ἔχει--οὐκ ἀξιῶ μὲν γὰρ ἔγωγε, εἰ δ᾽ οὖν--ἐπιεικῆ ἄν μοι δοκῶ πρὸς τοῦτον λέγειν λέγων ὅτι “ἐμοί, ὦ ἄριστε, εἰσὶν μέν πού τινες καὶ οἰκεῖοι· καὶ γὰρ τοῦτο αὐτὸ τὸ τοῦ Ὁμήρου, οὐδ᾽ ἐγὼ ‘ἀπὸ δρυὸς οὐδ᾽ ἀπὸ πέτρης’ πέφυκα ἀλλ᾽ ἐξ ἀνθρώπων, ὥστε καὶ οἰκεῖοί μοί εἰσι καὶ ὑεῖς γε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τρεῖς, εἷς μὲν μειράκιον ἤδη, δύο δὲ παιδία· ἀλλ᾽ ὅμως οὐδένα αὐτῶν δεῦρο ἀναβιβασάμενος δεήσομαι ὑμῶν ἀποψηφίσασθαι”. τί δὴ οὖν οὐδὲν τούτων ποιήσω; οὐκ αὐθαδιζόμενος, ὦ ἄνδρες [34e ] Ἀθηναῖοι, οὐδ᾽ ὑμᾶς ἀτιμάζων, ἀλλ᾽ εἰ μὲν θαρραλέως ἐγὼ ἔχω πρὸς θάνατον ἢ μή, ἄλλος λόγος, πρὸς δ᾽ οὖν δόξαν καὶ ἐμοὶ καὶ ὑμῖν καὶ ὅλῃ τῇ πόλει οὔ μοι δοκεῖ καλὸν εἶναι ἐμὲ τούτων οὐδὲν ποιεῖν καὶ τηλικόνδε ὄντα καὶ τοῦτο τοὔνομα ἔχοντα, εἴτ᾽ οὖν ἀληθὲς εἴτ᾽ οὖν ψεῦδος, ἀλλ᾽ οὖν δεδογμένον [35a ] γέ ἐστί τῳ Σωκράτη διαφέρειν τῶν πολλῶν ἀνθρώπων. εἰ οὖν ὑμῶν οἱ δοκοῦντες διαφέρειν εἴτε σοφίᾳ εἴτε ἀνδρείᾳ εἴτε ἄλλῃ ᾑτινιοῦν ἀρετῇ τοιοῦτοι ἔσονται, αἰσχρὸν ἂν εἴη· οἵουσπερ ἐγὼ πολλάκις ἑώρακά τινας ὅταν κρίνωνται, δοκοῦντας μέν τι εἶναι, θαυμάσια δὲ ἐργαζομένους, ὡς δεινόν τι οἰομένους πείσεσθαι εἰ ἀποθανοῦνται, ὥσπερ ἀθανάτων ἐσομένων ἂν ὑμεῖς αὐτοὺς μὴ ἀποκτείνητε· οἳ ἐμοὶ δοκοῦσιν αἰσχύνην τῇ πόλει περιάπτειν, ὥστ᾽ ἄν τινα καὶ τῶν ξένων [35b ] ὑπολαβεῖν ὅτι οἱ διαφέροντες Ἀθηναίων εἰς ἀρετήν, οὓς αὐτοὶ ἑαυτῶν ἔν τε ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἄλλαις τιμαῖς προκρίνουσιν, οὗτοι γυναικῶν οὐδὲν διαφέρουσιν. ταῦτα γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, οὔτε ὑμᾶς χρὴ ποιεῖν τοὺς δοκοῦντας καὶ ὁπῃοῦν τι εἶναι, οὔτ᾽, ἂν ἡμεῖς ποιῶμεν, ὑμᾶς ἐπιτρέπειν, ἀλλὰ τοῦτο αὐτὸ ἐνδείκνυσθαι, ὅτι πολὺ μᾶλλον καταψηφιεῖσθε τοῦ τὰ ἐλεινὰ ταῦτα δράματα εἰσάγοντος καὶ καταγέλαστον τὴν πόλιν ποιοῦντος ἢ τοῦ ἡσυχίαν ἄγοντος.

χωρὶς δὲ τῆς δόξης, ὦ ἄνδρες, οὐδὲ δίκαιόν μοι δοκεῖ [35c ] εἶναι δεῖσθαι τοῦ δικαστοῦ οὐδὲ δεόμενον ἀποφεύγειν, ἀλλὰ διδάσκειν καὶ πείθειν. οὐ γὰρ ἐπὶ τούτῳ κάθηται ὁ δικαστής, ἐπὶ τῷ καταχαρίζεσθαι τὰ δίκαια, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ κρίνειν ταῦτα· καὶ ὀμώμοκεν οὐ χαριεῖσθαι οἷς ἂν δοκῇ αὐτῷ, ἀλλὰ δικάσειν κατὰ τοὺς νόμους. οὔκουν χρὴ οὔτε ἡμᾶς ἐθίζειν ὑμᾶς ἐπιορκεῖν οὔθ᾽ ὑμᾶς ἐθίζεσθαι· οὐδέτεροι γὰρ ἂν ἡμῶν εὐσεβοῖεν. μὴ οὖν ἀξιοῦτέ με, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοιαῦτα δεῖν πρὸς ὑμᾶς πράττειν ἃ μήτε ἡγοῦμαι καλὰ εἶναι μήτε [35d ] δίκαια μήτε ὅσια, ἄλλως τε μέντοι νὴ Δία πάντως καὶ ἀσεβείας φεύγοντα ὑπὸ Μελήτου τουτουΐ. σαφῶς γὰρ ἄν, εἰ πείθοιμι ὑμᾶς καὶ τῷ δεῖσθαι βιαζοίμην ὀμωμοκότας, θεοὺς ἂν διδάσκοιμι μὴ ἡγεῖσθαι ὑμᾶς εἶναι, καὶ ἀτεχνῶς ἀπολογούμενος κατηγοροίην ἂν ἐμαυτοῦ ὡς θεοὺς οὐ νομίζω. ἀλλὰ πολλοῦ δεῖ οὕτως ἔχειν· νομίζω τε γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὡς οὐδεὶς τῶν ἐμῶν κατηγόρων, καὶ ὑμῖν ἐπιτρέπω καὶ τῷ θεῷ κρῖναι περὶ ἐμοῦ ὅπῃ μέλλει ἐμοί τε ἄριστα εἶναι καὶ ὑμῖν.

[35e ] τὸ μὲν μὴ ἀγανακτεῖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἐπὶ τούτῳ [36a ] τῷ γεγονότι, ὅτι μου κατεψηφίσασθε, ἄλλα τέ μοι πολλὰ συμβάλλεται, καὶ οὐκ ἀνέλπιστόν μοι γέγονεν τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον θαυμάζω ἑκατέρων τῶν ψήφων τὸν γεγονότα ἀριθμόν. οὐ γὰρ ᾠόμην ἔγωγε οὕτω παρ᾽ ὀλίγον ἔσεσθαι ἀλλὰ παρὰ πολύ· νῦν δέ, ὡς ἔοικεν, εἰ τριάκοντα μόναι μετέπεσον τῶν ψήφων, ἀπεπεφεύγη ἄν. Μέλητον μὲν οὖν, ὡς ἐμοὶ δοκῶ, καὶ νῦν ἀποπέφευγα, καὶ οὐ μόνον ἀποπέφευγα, ἀλλὰ παντὶ δῆλον τοῦτό γε, ὅτι εἰ μὴ ἀνέβη Ἄνυτος καὶ Λύκων κατηγορήσοντες ἐμοῦ, κἂν ὦφλε [36b ] χιλίας δραχμάς, οὐ μεταλαβὼν τὸ πέμπτον μέρος τῶν ψήφων.

τιμᾶται δ᾽ οὖν μοι ὁ ἀνὴρ θανάτου. εἶεν· ἐγὼ δὲ δὴ τίνος ὑμῖν ἀντιτιμήσομαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι; ἢ δῆλον ὅτι τῆς ἀξίας; τί οὖν; τί ἄξιός εἰμι παθεῖν ἢ ἀποτεῖσαι, ὅτι μαθὼν ἐν τῷ βίῳ οὐχ ἡσυχίαν ἦγον, ἀλλ᾽ ἀμελήσας ὧνπερ οἱ πολλοί, χρηματισμοῦ τε καὶ οἰκονομίας καὶ στρατηγιῶν καὶ δημηγοριῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀρχῶν καὶ συνωμοσιῶν καὶ στάσεων τῶν ἐν τῇ πόλει γιγνομένων, ἡγησάμενος ἐμαυτὸν [36c ] τῷ ὄντι ἐπιεικέστερον εἶναι ἢ ὥστε εἰς ταῦτ᾽ ἰόντα σῴζεσθαι, ἐνταῦθα μὲν οὐκ ᾖα οἷ ἐλθὼν μήτε ὑμῖν μήτε ἐμαυτῷ ἔμελλον μηδὲν ὄφελος εἶναι, ἐπὶ δὲ τὸ ἰδίᾳ ἕκαστον ἰὼν εὐεργετεῖν τὴν μεγίστην εὐεργεσίαν, ὡς ἐγώ φημι, ἐνταῦθα ᾖα, ἐπιχειρῶν ἕκαστον ὑμῶν πείθειν μὴ πρότερον μήτε τῶν ἑαυτοῦ μηδενὸς ἐπιμελεῖσθαι πρὶν ἑαυτοῦ ἐπιμεληθείη ὅπως ὡς βέλτιστος καὶ φρονιμώτατος ἔσοιτο, μήτε τῶν τῆς πόλεως, πρὶν αὐτῆς τῆς πόλεως, τῶν τε ἄλλων οὕτω κατὰ τὸν [36d ] αὐτὸν τρόπον ἐπιμελεῖσθαι--τί οὖν εἰμι ἄξιος παθεῖν τοιοῦτος ὤν; ἀγαθόν τι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἰ δεῖ γε κατὰ τὴν ἀξίαν τῇ ἀληθείᾳ τιμᾶσθαι· καὶ ταῦτά γε ἀγαθὸν τοιοῦτον ὅτι ἂν πρέποι ἐμοί. τί οὖν πρέπει ἀνδρὶ πένητι εὐεργέτῃ δεομένῳ ἄγειν σχολὴν ἐπὶ τῇ ὑμετέρᾳ παρακελεύσει; οὐκ ἔσθ᾽ ὅτι μᾶλλον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρέπει οὕτως ὡς τὸν τοιοῦτον ἄνδρα ἐν πρυτανείῳ σιτεῖσθαι, πολύ γε μᾶλλον ἢ εἴ τις ὑμῶν ἵππῳ ἢ συνωρίδι ἢ ζεύγει νενίκηκεν Ὀλυμπίασιν· ὁ μὲν γὰρ ὑμᾶς ποιεῖ εὐδαίμονας δοκεῖν εἶναι, ἐγὼ δὲ [36e ] εἶναι, καὶ ὁ μὲν τροφῆς οὐδὲν δεῖται, ἐγὼ δὲ δέομαι. εἰ οὖν δεῖ με κατὰ τὸ δίκαιον τῆς ἀξίας τιμᾶσθαι, τούτου [37a ] τιμῶμαι, ἐν πρυτανείῳ σιτήσεως.

ἴσως οὖν ὑμῖν καὶ ταυτὶ λέγων παραπλησίως δοκῶ λέγειν ὥσπερ περὶ τοῦ οἴκτου καὶ τῆς ἀντιβολήσεως, ἀπαυθαδιζόμενος· τὸ δὲ οὐκ ἔστιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοιοῦτον ἀλλὰ τοιόνδε μᾶλλον. πέπεισμαι ἐγὼ ἑκὼν εἶναι μηδένα ἀδικεῖν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ὑμᾶς τοῦτο οὐ πείθω· ὀλίγον γὰρ χρόνον ἀλλήλοις διειλέγμεθα. ἐπεί, ὡς ἐγᾦμαι, εἰ ἦν ὑμῖν νόμος, ὥσπερ καὶ ἄλλοις ἀνθρώποις, περὶ θανάτου μὴ μίαν ἡμέραν [37b ] μόνον κρίνειν ἀλλὰ πολλάς, ἐπείσθητε ἄν· νῦν δ᾽ οὐ ῥᾴδιον ἐν χρόνῳ ὀλίγῳ μεγάλας διαβολὰς ἀπολύεσθαι. πεπεισμένος δὴ ἐγὼ μηδένα ἀδικεῖν πολλοῦ δέω ἐμαυτόν γε ἀδικήσειν καὶ κατ᾽ ἐμαυτοῦ ἐρεῖν αὐτὸς ὡς ἄξιός εἰμί του κακοῦ καὶ τιμήσεσθαι τοιούτου τινὸς ἐμαυτῷ. τί δείσας; ἦ μὴ πάθω τοῦτο οὗ Μέλητός μοι τιμᾶται, ὅ φημι οὐκ εἰδέναι οὔτ᾽ εἰ ἀγαθὸν οὔτ᾽ εἰ κακόν ἐστιν; ἀντὶ τούτου δὴ ἕλωμαι ὧν εὖ οἶδά τι κακῶν ὄντων τούτου τιμησάμενος; πότερον δεσμοῦ;

[37c ] καὶ τί με δεῖ ζῆν ἐν δεσμωτηρίῳ, δουλεύοντα τῇ ἀεὶ καθισταμένῃ ἀρχῇ, τοῖς ἕνδεκα; ἀλλὰ χρημάτων καὶ δεδέσθαι ἕως ἂν ἐκτείσω; ἀλλὰ ταὐτόν μοί ἐστιν ὅπερ νυνδὴ ἔλεγον· οὐ γὰρ ἔστι μοι χρήματα ὁπόθεν ἐκτείσω. ἀλλὰ δὴ φυγῆς τιμήσωμαι; ἴσως γὰρ ἄν μοι τούτου τιμήσαιτε. πολλὴ μεντἄν με φιλοψυχία ἔχοι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εἰ οὕτως ἀλόγιστός εἰμι ὥστε μὴ δύνασθαι λογίζεσθαι ὅτι ὑμεῖς μὲν ὄντες πολῖταί μου οὐχ οἷοί τε ἐγένεσθε ἐνεγκεῖν τὰς ἐμὰς [37d ] διατριβὰς καὶ τοὺς λόγους, ἀλλ᾽ ὑμῖν βαρύτεραι γεγόνασιν καὶ ἐπιφθονώτεραι, ὥστε ζητεῖτε αὐτῶν νυνὶ ἀπαλλαγῆναι· ἄλλοι δὲ ἄρα αὐτὰς οἴσουσι ῥᾳδίως; πολλοῦ γε δεῖ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι. καλὸς οὖν ἄν μοι ὁ βίος εἴη ἐξελθόντι τηλικῷδε ἀνθρώπῳ ἄλλην ἐξ ἄλλης πόλεως ἀμειβομένῳ καὶ ἐξελαυνομένῳ ζῆν. εὖ γὰρ οἶδ᾽ ὅτι ὅποι ἂν ἔλθω, λέγοντος ἐμοῦ ἀκροάσονται οἱ νέοι ὥσπερ ἐνθάδε· κἂν μὲν τούτους ἀπελαύνω, οὗτοί με αὐτοὶ ἐξελῶσι πείθοντες τοὺς πρεσβυτέρους· [37e ] ἐὰν δὲ μὴ ἀπελαύνω, οἱ τούτων πατέρες δὲ καὶ οἰκεῖοι δι᾽ αὐτοὺς τούτους.

ἴσως οὖν ἄν τις εἴποι· “σιγῶν δὲ καὶ ἡσυχίαν ἄγων, ὦ Σώκρατες, οὐχ οἷός τ᾽ ἔσῃ ἡμῖν ἐξελθὼν ζῆν;“ τουτὶ δή ἐστι πάντων χαλεπώτατον πεῖσαί τινας ὑμῶν. ἐάντε γὰρ λέγω ὅτι τῷ θεῷ ἀπειθεῖν τοῦτ᾽ ἐστὶν καὶ διὰ τοῦτ᾽ ἀδύνατον [38a ] ἡσυχίαν ἄγειν, οὐ πείσεσθέ μοι ὡς εἰρωνευομένῳ· ἐάντ᾽ αὖ λέγω ὅτι καὶ τυγχάνει μέγιστον ἀγαθὸν ὂν ἀνθρώπῳ τοῦτο, ἑκάστης ἡμέρας περὶ ἀρετῆς τοὺς λόγους ποιεῖσθαι καὶ τῶν ἄλλων περὶ ὧν ὑμεῖς ἐμοῦ ἀκούετε διαλεγομένου καὶ ἐμαυτὸν καὶ ἄλλους ἐξετάζοντος, ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ, ταῦτα δ᾽ ἔτι ἧττον πείσεσθέ μοι λέγοντι. τὰ δὲ ἔχει μὲν οὕτως, ὡς ἐγώ φημι, ὦ ἄνδρες, πείθειν δὲ οὐ ῥᾴδιον. καὶ ἐγὼ ἅμα οὐκ εἴθισμαι ἐμαυτὸν ἀξιοῦν κακοῦ [38b ] οὐδενός. εἰ μὲν γὰρ ἦν μοι χρήματα, ἐτιμησάμην ἂν χρημάτων ὅσα ἔμελλον ἐκτείσειν, οὐδὲν γὰρ ἂν ἐβλάβην· νῦν δὲ οὐ γὰρ ἔστιν, εἰ μὴ ἄρα ὅσον ἂν ἐγὼ δυναίμην ἐκτεῖσαι, τοσούτου βούλεσθέ μοι τιμῆσαι. ἴσως δ᾽ ἂν δυναίμην ἐκτεῖσαι ὑμῖν που μνᾶν ἀργυρίου· τοσούτου οὖν τιμῶμαι.

Πλάτων δὲ ὅδε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ Κρίτων καὶ Κριτόβουλος καὶ Ἀπολλόδωρος κελεύουσί με τριάκοντα μνῶν τιμήσασθαι, αὐτοὶ δ᾽ ἐγγυᾶσθαι· τιμῶμαι οὖν τοσούτου, ἐγγυηταὶ δὲ ὑμῖν ἔσονται τοῦ ἀργυρίου οὗτοι ἀξιόχρεῳ.

[38c ] οὐ πολλοῦ γ᾽ ἕνεκα χρόνου, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὄνομα ἕξετε καὶ αἰτίαν ὑπὸ τῶν βουλομένων τὴν πόλιν λοιδορεῖν ὡς Σωκράτη ἀπεκτόνατε, ἄνδρα σοφόν--φήσουσι γὰρ δὴ σοφὸν εἶναι, εἰ καὶ μή εἰμι, οἱ βουλόμενοι ὑμῖν ὀνειδίζειν-- εἰ γοῦν περιεμείνατε ὀλίγον χρόνον, ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου ἂν ὑμῖν τοῦτο ἐγένετο· ὁρᾶτε γὰρ δὴ τὴν ἡλικίαν ὅτι πόρρω ἤδη ἐστὶ τοῦ βίου θανάτου δὲ ἐγγύς. λέγω δὲ τοῦτο οὐ [38d ] πρὸς πάντας ὑμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ἐμοῦ καταψηφισαμένους θάνατον. λέγω δὲ καὶ τόδε πρὸς τοὺς αὐτοὺς τούτους. ἴσως με οἴεσθε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀπορίᾳ λόγων ἑαλωκέναι τοιούτων οἷς ἂν ὑμᾶς ἔπεισα, εἰ ᾤμην δεῖν ἅπαντα ποιεῖν καὶ λέγειν ὥστε ἀποφυγεῖν τὴν δίκην. πολλοῦ γε δεῖ. ἀλλ᾽ ἀπορίᾳ μὲν ἑάλωκα, οὐ μέντοι λόγων, ἀλλὰ τόλμης καὶ ἀναισχυντίας καὶ τοῦ μὴ ἐθέλειν λέγειν πρὸς ὑμᾶς τοιαῦτα οἷ᾽ ἂν ὑμῖν μὲν ἥδιστα ἦν ἀκούειν-- θρηνοῦντός τέ μου καὶ ὀδυρομένου καὶ ἄλλα ποιοῦντος καὶ [38e ] λέγοντος πολλὰ καὶ ἀνάξια ἐμοῦ, ὡς ἐγώ φημι, οἷα δὴ καὶ εἴθισθε ὑμεῖς τῶν ἄλλων ἀκούειν. ἀλλ᾽ οὔτε τότε ᾠήθην δεῖν ἕνεκα τοῦ κινδύνου πρᾶξαι οὐδὲν ἀνελεύθερον, οὔτε νῦν μοι μεταμέλει οὕτως ἀπολογησαμένῳ, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον αἱροῦμαι ὧδε ἀπολογησάμενος τεθνάναι ἢ ἐκείνως ζῆν. οὔτε γὰρ ἐν δίκῃ οὔτ᾽ ἐν πολέμῳ οὔτ᾽ ἐμὲ οὔτ᾽ ἄλλον οὐδένα δεῖ [39a ] τοῦτο μηχανᾶσθαι, ὅπως ἀποφεύξεται πᾶν ποιῶν θάνατον. καὶ γὰρ ἐν ταῖς μάχαις πολλάκις δῆλον γίγνεται ὅτι τό γε ἀποθανεῖν ἄν τις ἐκφύγοι καὶ ὅπλα ἀφεὶς καὶ ἐφ᾽ ἱκετείαν τραπόμενος τῶν διωκόντων· καὶ ἄλλαι μηχαναὶ πολλαί εἰσιν ἐν ἑκάστοις τοῖς κινδύνοις ὥστε διαφεύγειν θάνατον, ἐάν τις τολμᾷ πᾶν ποιεῖν καὶ λέγειν. ἀλλὰ μὴ οὐ τοῦτ᾽ ᾖ χαλεπόν, ὦ ἄνδρες, θάνατον ἐκφυγεῖν, ἀλλὰ πολὺ χαλεπώτερον πονηρίαν· [39b ] θᾶττον γὰρ θανάτου θεῖ. καὶ νῦν ἐγὼ μὲν ἅτε βραδὺς ὢν καὶ πρεσβύτης ὑπὸ τοῦ βραδυτέρου ἑάλων, οἱ δ᾽ ἐμοὶ κατήγοροι ἅτε δεινοὶ καὶ ὀξεῖς ὄντες ὑπὸ τοῦ θάττονος, τῆς κακίας. καὶ νῦν ἐγὼ μὲν ἄπειμι ὑφ᾽ ὑμῶν θανάτου δίκην ὀφλών, οὗτοι δ᾽ ὑπὸ τῆς ἀληθείας ὠφληκότες μοχθηρίαν καὶ ἀδικίαν. καὶ ἐγώ τε τῷ τιμήματι ἐμμένω καὶ οὗτοι. ταῦτα μέν που ἴσως οὕτως καὶ ἔδει σχεῖν, καὶ οἶμαι αὐτὰ μετρίως ἔχειν.

[39c ] τὸ δὲ δὴ μετὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ ὑμῖν χρησμῳδῆσαι, ὦ καταψηφισάμενοί μου· καὶ γάρ εἰμι ἤδη ἐνταῦθα ἐν ᾧ μάλιστα ἄνθρωποι χρησμῳδοῦσιν, ὅταν μέλλωσιν ἀποθανεῖσθαι. φημὶ γάρ, ὦ ἄνδρες οἳ ἐμὲ ἀπεκτόνατε, τιμωρίαν ὑμῖν ἥξειν εὐθὺς μετὰ τὸν ἐμὸν θάνατον πολὺ χαλεπωτέραν νὴ Δία ἢ οἵαν ἐμὲ ἀπεκτόνατε· νῦν γὰρ τοῦτο εἴργασθε οἰόμενοι μὲν ἀπαλλάξεσθαι τοῦ διδόναι ἔλεγχον τοῦ βίου, τὸ δὲ ὑμῖν πολὺ ἐναντίον ἀποβήσεται, ὡς ἐγώ φημι. πλείους ἔσονται ὑμᾶς [39d ] οἱ ἐλέγχοντες, οὓς νῦν ἐγὼ κατεῖχον, ὑμεῖς δὲ οὐκ ᾐσθάνεσθε· καὶ χαλεπώτεροι ἔσονται ὅσῳ νεώτεροί εἰσιν, καὶ ὑμεῖς μᾶλλον ἀγανακτήσετε. εἰ γὰρ οἴεσθε ἀποκτείνοντες ἀνθρώπους ἐπισχήσειν τοῦ ὀνειδίζειν τινὰ ὑμῖν ὅτι οὐκ ὀρθῶς ζῆτε, οὐ καλῶς διανοεῖσθε· οὐ γάρ ἐσθ᾽ αὕτη ἡ ἀπαλλαγὴ οὔτε πάνυ δυνατὴ οὔτε καλή, ἀλλ᾽ ἐκείνη καὶ καλλίστη καὶ ῥᾴστη, μὴ τοὺς ἄλλους κολούειν ἀλλ᾽ ἑαυτὸν παρασκευάζειν ὅπως ἔσται ὡς βέλτιστος. ταῦτα μὲν οὖν ὑμῖν τοῖς καταψηφισαμένοις μαντευσάμενος ἀπαλλάττομαι.

[39e ] τοῖς δὲ ἀποψηφισαμένοις ἡδέως ἂν διαλεχθείην ὑπὲρ τοῦ γεγονότος τουτουῒ πράγματος, ἐν ᾧ οἱ ἄρχοντες ἀσχολίαν ἄγουσι καὶ οὔπω ἔρχομαι οἷ ἐλθόντα με δεῖ τεθνάναι. ἀλλά μοι, ὦ ἄνδρες, παραμείνατε τοσοῦτον χρόνον· οὐδὲν γὰρ κωλύει διαμυθολογῆσαι πρὸς ἀλλήλους ἕως ἔξεστιν. ὑμῖν [40a ] γὰρ ὡς φίλοις οὖσιν ἐπιδεῖξαι ἐθέλω τὸ νυνί μοι συμβεβηκὸς τί ποτε νοεῖ. ἐμοὶ γάρ, ὦ ἄνδρες δικασταί--ὑμᾶς γὰρ δικαστὰς καλῶν ὀρθῶς ἂν καλοίην--θαυμάσιόν τι γέγονεν. ἡ γὰρ εἰωθυῖά μοι μαντικὴ ἡ τοῦ δαιμονίου ἐν μὲν τῷ πρόσθεν χρόνῳ παντὶ πάνυ πυκνὴ ἀεὶ ἦν καὶ πάνυ ἐπὶ σμικροῖς ἐναντιουμένη, εἴ τι μέλλοιμι μὴ ὀρθῶς πράξειν. νυνὶ δὲ συμβέβηκέ μοι ἅπερ ὁρᾶτε καὶ αὐτοί, ταυτὶ ἅ γε δὴ οἰηθείη ἄν τις καὶ νομίζεται ἔσχατα κακῶν εἶναι· ἐμοὶ δὲ [40b ] οὔτε ἐξιόντι ἕωθεν οἴκοθεν ἠναντιώθη τὸ τοῦ θεοῦ σημεῖον, οὔτε ἡνίκα ἀνέβαινον ἐνταυθοῖ ἐπὶ τὸ δικαστήριον, οὔτε ἐν τῷ λόγῳ οὐδαμοῦ μέλλοντί τι ἐρεῖν. καίτοι ἐν ἄλλοις λόγοις πολλαχοῦ δή με ἐπέσχε λέγοντα μεταξύ· νῦν δὲ οὐδαμοῦ περὶ ταύτην τὴν πρᾶξιν οὔτ᾽ ἐν ἔργῳ οὐδενὶ οὔτ᾽ ἐν λόγῳ ἠναντίωταί μοι. τί οὖν αἴτιον εἶναι ὑπολαμβάνω; ἐγὼ ὑμῖν ἐρῶ· κινδυνεύει γάρ μοι τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἀγαθὸν γεγονέναι, καὶ οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως ἡμεῖς ὀρθῶς ὑπολαμβάνομεν, [40c ] ὅσοι οἰόμεθα κακὸν εἶναι τὸ τεθνάναι. μέγα μοι τεκμήριον τούτου γέγονεν· οὐ γὰρ ἔσθ᾽ ὅπως οὐκ ἠναντιώθη ἄν μοι τὸ εἰωθὸς σημεῖον, εἰ μή τι ἔμελλον ἐγὼ ἀγαθὸν πράξειν. ἐννοήσωμεν δὲ καὶ τῇδε ὡς πολλὴ ἐλπίς ἐστιν ἀγαθὸν αὐτὸ εἶναι. δυοῖν γὰρ θάτερόν ἐστιν τὸ τεθνάναι· ἢ γὰρ οἷον μηδὲν εἶναι μηδὲ αἴσθησιν μηδεμίαν μηδενὸς ἔχειν τὸν τεθνεῶτα, ἢ κατὰ τὰ λεγόμενα μεταβολή τις τυγχάνει οὖσα καὶ μετοίκησις τῇ ψυχῇ τοῦ τόπου τοῦ ἐνθένδε εἰς ἄλλον τόπον. καὶ εἴτε δὴ μηδεμία αἴσθησίς ἐστιν ἀλλ᾽ [40d ] οἷον ὕπνος ἐπειδάν τις καθεύδων μηδ᾽ ὄναρ μηδὲν ὁρᾷ, θαυμάσιον κέρδος ἂν εἴη ὁ θάνατος--ἐγὼ γὰρ ἂν οἶμαι, εἴ τινα ἐκλεξάμενον δέοι ταύτην τὴν νύκτα ἐν ᾗ οὕτω κατέδαρθεν ὥστε μηδὲ ὄναρ ἰδεῖν, καὶ τὰς ἄλλας νύκτας τε καὶ ἡμέρας τὰς τοῦ βίου τοῦ ἑαυτοῦ ἀντιπαραθέντα ταύτῃ τῇ νυκτὶ δέοι σκεψάμενον εἰπεῖν πόσας ἄμεινον καὶ ἥδιον ἡμέρας καὶ νύκτας ταύτης τῆς νυκτὸς βεβίωκεν ἐν τῷ ἑαυτοῦ βίῳ, οἶμαι ἂν μὴ ὅτι ἰδιώτην τινά, ἀλλὰ τὸν μέγαν βασιλέα εὐαριθμήτους [40e ] ἂν εὑρεῖν αὐτὸν ταύτας πρὸς τὰς ἄλλας ἡμέρας καὶ νύκτας--εἰ οὖν τοιοῦτον ὁ θάνατός ἐστιν, κέρδος ἔγωγε λέγω· καὶ γὰρ οὐδὲν πλείων ὁ πᾶς χρόνος φαίνεται οὕτω δὴ εἶναι ἢ μία νύξ. εἰ δ᾽ αὖ οἷον ἀποδημῆσαί ἐστιν ὁ θάνατος ἐνθένδε εἰς ἄλλον τόπον, καὶ ἀληθῆ ἐστιν τὰ λεγόμενα, ὡς ἄρα ἐκεῖ εἰσι πάντες οἱ τεθνεῶτες, τί μεῖζον ἀγαθὸν τούτου εἴη ἄν, ὦ ἄνδρες δικασταί; εἰ γάρ τις [41a ] ἀφικόμενος εἰς Ἅιδου, ἀπαλλαγεὶς τουτωνὶ τῶν φασκόντων δικαστῶν εἶναι, εὑρήσει τοὺς ὡς ἀληθῶς δικαστάς, οἵπερ καὶ λέγονται ἐκεῖ δικάζειν, Μίνως τε καὶ Ῥαδάμανθυς καὶ Αἰακὸς καὶ Τριπτόλεμος καὶ ἄλλοι ὅσοι τῶν ἡμιθέων δίκαιοι ἐγένοντο ἐν τῷ ἑαυτῶν βίῳ, ἆρα φαύλη ἂν εἴη ἡ ἀποδημία; ἢ αὖ Ὀρφεῖ συγγενέσθαι καὶ Μουσαίῳ καὶ Ἡσιόδῳ καὶ Ὁμήρῳ ἐπὶ πόσῳ ἄν τις δέξαιτ᾽ ἂν ὑμῶν; ἐγὼ μὲν γὰρ πολλάκις ἐθέλω τεθνάναι εἰ ταῦτ᾽ ἔστιν ἀληθῆ. ἐπεὶ [41b ] ἔμοιγε καὶ αὐτῷ θαυμαστὴ ἂν εἴη ἡ διατριβὴ αὐτόθι, ὁπότε ἐντύχοιμι Παλαμήδει καὶ Αἴαντι τῷ Τελαμῶνος καὶ εἴ τις ἄλλος τῶν παλαιῶν διὰ κρίσιν ἄδικον τέθνηκεν, ἀντιπαραβάλλοντι τὰ ἐμαυτοῦ πάθη πρὸς τὰ ἐκείνων--ὡς ἐγὼ οἶμαι, οὐκ ἂν ἀηδὲς εἴη--καὶ δὴ τὸ μέγιστον, τοὺς ἐκεῖ ἐξετάζοντα καὶ ἐρευνῶντα ὥσπερ τοὺς ἐνταῦθα διάγειν, τίς αὐτῶν σοφός ἐστιν καὶ τίς οἴεται μέν, ἔστιν δ᾽ οὔ. ἐπὶ πόσῳ δ᾽ ἄν τις, ὦ ἄνδρες δικασταί, δέξαιτο ἐξετάσαι τὸν ἐπὶ Τροίαν ἀγαγόντα [41c ] τὴν πολλὴν στρατιὰν ἢ Ὀδυσσέα ἢ Σίσυφον ἢ ἄλλους μυρίους ἄν τις εἴποι καὶ ἄνδρας καὶ γυναῖκας, οἷς ἐκεῖ διαλέγεσθαι καὶ συνεῖναι καὶ ἐξετάζειν ἀμήχανον ἂν εἴη εὐδαιμονίας; πάντως οὐ δήπου τούτου γε ἕνεκα οἱ ἐκεῖ ἀποκτείνουσι· τά τε γὰρ ἄλλα εὐδαιμονέστεροί εἰσιν οἱ ἐκεῖ τῶν ἐνθάδε, καὶ ἤδη τὸν λοιπὸν χρόνον ἀθάνατοί εἰσιν, εἴπερ γε τὰ λεγόμενα ἀληθῆ.

ἀλλὰ καὶ ὑμᾶς χρή, ὦ ἄνδρες δικασταί, εὐέλπιδας εἶναι πρὸς τὸν θάνατον, καὶ ἕν τι τοῦτο διανοεῖσθαι ἀληθές, ὅτι [41d ] οὐκ ἔστιν ἀνδρὶ ἀγαθῷ κακὸν οὐδὲν οὔτε ζῶντι οὔτε τελευτήσαντι, οὐδὲ ἀμελεῖται ὑπὸ θεῶν τὰ τούτου πράγματα· οὐδὲ τὰ ἐμὰ νῦν ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου γέγονεν, ἀλλά μοι δῆλόν ἐστι τοῦτο, ὅτι ἤδη τεθνάναι καὶ ἀπηλλάχθαι πραγμάτων βέλτιον ἦν μοι. διὰ τοῦτο καὶ ἐμὲ οὐδαμοῦ ἀπέτρεψεν τὸ σημεῖον, καὶ ἔγωγε τοῖς καταψηφισαμένοις μου καὶ τοῖς κατηγόροις οὐ πάνυ χαλεπαίνω. καίτοι οὐ ταύτῃ τῇ διανοίᾳ κατεψηφίζοντό μου καὶ κατηγόρουν, ἀλλ᾽ οἰόμενοι βλάπτειν· [41e ] τοῦτο αὐτοῖς ἄξιον μέμφεσθαι. τοσόνδε μέντοι αὐτῶν δέομαι· τοὺς ὑεῖς μου, ἐπειδὰν ἡβήσωσι, τιμωρήσασθε, ὦ ἄνδρες, ταὐτὰ ταῦτα λυποῦντες ἅπερ ἐγὼ ὑμᾶς ἐλύπουν, ἐὰν ὑμῖν δοκῶσιν ἢ χρημάτων ἢ ἄλλου του πρότερον ἐπιμελεῖσθαι ἢ ἀρετῆς, καὶ ἐὰν δοκῶσί τι εἶναι μηδὲν ὄντες, ὀνειδίζετε αὐτοῖς ὥσπερ ἐγὼ ὑμῖν, ὅτι οὐκ ἐπιμελοῦνται ὧν δεῖ, καὶ οἴονταί τι εἶναι ὄντες οὐδενὸς ἄξιοι. καὶ ἐὰν [42a ] ταῦτα ποιῆτε, δίκαια πεπονθὼς ἐγὼ ἔσομαι ὑφ᾽ ὑμῶν αὐτός τε καὶ οἱ ὑεῖς. ἀλλὰ γὰρ ἤδη ὥρα ἀπιέναι, ἐμοὶ μὲν ἀποθανουμένῳ, ὑμῖν δὲ βιωσομένοις· ὁπότεροι δὲ ἡμῶν ἔρχονται ἐπὶ ἄμεινον πρᾶγμα, ἄδηλον παντὶ πλὴν ἢ τῷ θεῷ.

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2008

Ηθικά Νικομάχεια - Ενότητα 5η

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ

Ενότητα 5η

Ως αποδεικτικό σημάδι ότι έχουν διαμορφωθεί τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα
Σημεῖον δὲ τῶν ἕξεων

μας πρέπει να θεωρούμε το ευχάριστο ή το δυσάρεστο συναίσθημα
δεῖ ποιεῖσθαι τὴν ἐπιγινομένην ἡδονὴν ἢ λύπην

που συνοδεύει τις πράξεις μας
τοῖς ἔργοις·

γιατί αυτός που μένει μακριά από τις σωματικές ηδονές
ὁ μὲν γὰρ ἀπεχόμενος τῶν σωματικῶν ἡδονῶν

και γι αυτό ακριβώς νιώθει ευχάριστα, είναι σώφρονας,
καὶ αὐτῷ τούτῳ χαίρων σώφρων,

ενώ αυτός που δυσανασχετεί, ακόλαστος
ὁ δ᾽ ἀχθόμενος ἀκόλαστος,

επίσης αυτός που αντιμετωπίζει όσα έχουν μέσα τους το στοιχείο του φόβου
καὶ ὁ μὲν ὑπομένων τὰ δεινὰ

και νιώθει ευχάριστα ή τουλάχιστον δε νιώθει δυσάρεστα, είναι ανδρείος,
καὶ χαίρων ἢ μὴ λυπούμενός γε ἀνδρεῖος,

ενώ εκείνος που δοκιμάζει δυσάρεστο συναίσθημα, δειλός.
ὁ δὲ λυπούμενος δειλός.

Και αυτά, επειδή η ηθική αρετή συνδέεται
ἡ γὰρ ἠθικὴ ἀρετή ἐστὶν

με τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα συναισθήματα
περὶ ἡδονὰς καὶ λύπας ·

δηλαδή κάνουμε τις τιποτένιες πράξεις για την ευχαρίστηση,
πράττομεν γὰρ τὰ φαῦλα διὰ μὲν τὴν ἡδονὴν,


ενώ μένουμε μακριά από τα αισθητικά ωραία πράγματα
ἀπεχόμεθα δὲ τῶν καλῶν

εξαιτίας του δυσάρεστου συναισθήματος.
διὰ τὴν λύπην.

Γι αυτό πρέπει να έχουμε διαπαιδαγωγηθεί από την πιο μικρή ηλικία,
διὸ δεῖ ἦχθαί πως εὐθὺς ἐκ νέων,

όπως λέει ο Πλάτωνας, με τέτοιον τρόπο, ώστε να δοκιμάζουμε ευχάριστα
ὡς ὁ Πλάτων φησίν, ὥστε χαίρειν τε

και δυσάρεστα συναισθήματα
καὶ λυπεῖσθαι

με αυτά που πρέπει
οἷς δεῖ·

γιατί αυτή είναι η ορθή παιδεία.
αὕτη ἐστίν γὰρ ἡ ὀρθὴ παιδεία.


ΣΧΟΛΙΑ

Ερμηνευτικά καίριων λέξεων του κειμένου.

Έξεις: τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας, οι σταθεροί τρόποι συμπεριφοράς που μπορεί να είναι καλοί ή κακοί, αρετές ή κακίες.
ηδονή: στο κείμενο είναι το ευχάριστο συναίσθημα το οποίο δε δημιουργείται από σωματικό ερέθισμα. Οι ηδονές του σώματος καλούνται σωματικά ηδοναί. Αντίστοιχο της ηδονής ρήμα είναι το χαίρω.
Λύπη: το αντίθετο της ηδονής, το δυσάρεστο δηλαδή συναίσθημα. Αντίστοιχα ρήματα είναι τα λυπούμαι και άχθομαι.
Σώφρων: αυτός που απέχει από τις υλικές απολαύσεις με την έννοια ότι μπορεί και επιβάλλεται σ΄ αυτές και τις ελέγχει, δοκιμάζοντας όμως παράλληλη ευχαρίστηση γι αυτό. Στην νέα ελληνική: συνετός μυαλωμένος
Ακόλαστος: στην αριστοτελική ορολογία είναι όχι πολύ ακρατής, ο έκδοτος στις ηδονές, αλλά ατός που απέχει από τις υλικές απολαύσεις, όμως δεν δοκιμάζει παράλληλα ευχαρίστηση γι αυτό, αλλά νιώθει δυσάρεστα.

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2008

Η ΗΔΟΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Η ΗΔΟΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
Η ανακοίνωση αυτή δημοσιεύθηκε το1996 στον τόμο πρακτικών του Συνεδρίου "Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ", σε έκδοση της Εταιρείας Αριστοτελικών Μελετών "Το Λύκειον"

Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Περίληψη ανακοινώσεως:
"Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι η αξία της ηδονής εξαρτάται από την αξία της ενέργειας που την προκαλεί. Η ηδονή συμπληρώνει με φυσικό τρόπο κάθε ενέργεια. Ο ενάρετος άνθρωπος αισθάνεται ηδονή από την πραγμάτωση του αγαθού και του ωραίου. Οπωσδήποτε η ηδονή δεν είναι αυτοσκοπός. O Αριστοτέλης περιέγραψε (πριν τον Επίκουρο και τους Στωικούς) τις έννοιες της καταστηματικής ηδονής και της απαθείας και ενδεχομένως τους επηρέασε. Επίσης, πρωτοανήγγειλε τον μετέπειτα Συμπεριφορισμό του Παυλώφ."
Η παρούσα εισήγηση εστιάζει κατά βάσιν την προσπάθειά της στα ίδια τα κείμενα του Αριστοτέλους, τα οποία αναφέρονται στην έννοια της ηδονής. Ήτοι, κυρίως στα Ηθικά Νικομάχεια, βιβλία Α, B, Γ, Η, Θ, Ι και Κ, και δευτερευόντως στα Ηθικά Ευδήμεια, βιβλία Α, Β και Θ. Για τον λόγο αυτόν πρέπει να εκληφθεί ως προκαταρκτική μελέτη της έννοιας της ηδονής κατά τον Αριστοτέλη και κάποιων μη ευρέως γνωστών επιδράσεων επί μεταγενεστέρων διανοητών και όχι ως πλήρης μελέτη.

Όπως και οι περισσότεροι αρχαίοι Έλληνες, έτσι και ο Αριστοτέλης πίστευε ότι η βασική επιδίωξη του κάθε ανθρώπου είναι η ευδαιμονία. Πρόκειται για το αγαθόν, το οποίο επιδιώκουμε χάριν του ιδίου. Όμως, υπήρχε και υπάρχει διαφωνία ως προς το ποίο είναι το περιεχόμενο της ευδαιμονίας.
Στα Ηθικά Νικομάχεια αναγνωρίζεται ότι οι πολλοί άνθρωποι θεωρούν την ηδονή ως ευδαιμονία και για τον λόγον αυτόν διάγουν "βίον απολαυστικόν".
Ακόμα και η συνήθης αντίληψη του όρου ηδονή περιορίζεται στις σωματικές ηδονές, διότι όλοι ασχολούνται με αυτές και τις επιδιώκουν.
Αλλά ο Σταγιρίτης, αν και αναγνωρίζει την λαϊκή αντίληψη περί ηδονής, δεν την παραδέχεται. Ορίζει την ευδαιμονία ως ενέργεια της ψυχής "κατ' αρετήν τελείαν". Ήτοι, ως την ενεργητική ψυχική κατάσταση, η οποία συμφωνεί προς την τέλεια αρετή.
Όμως, ποίο είναι το εύρος της εννοίας της ηδονής, την οποία κατά κάποιον τρόπο υποβαθμίζει αξιολογικώς σε σύγκριση προς την έννοια της αρετής;Ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι η ηδονή είναι κοινή στα ζώα και ριζώνει στον άνθρωπο ήδη από την νηπιακή του ηλικία.
Eιδικότερα, τις ηδονές, οι οποίες προέρχονται από την αφή και την γεύση, τις θεωρεί σε γενικές γραμμές ζωώδεις και ακόλαστες. Πρωτίστως, θεωρεί την υπερβολή ως προς αυτές τις ηδονές ως εντελώς απαράδεκτη.
Ο φιλόσοφος της καταλλήλου μεσότητος δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να αντιμετωπίσει τα άλογα πάθη, τις επιθυμίες και τον έρωτα με αυστηρή διάθεση. Κατακρίνει μόνο τις υπερβολές τους. Γνωρίζει ότι τα παιδιά και τα θηρία επιδιώκουν τις ηδονές.
Όμως, αναγνωρίζει ότι η ηδονή δεν είναι υπέρτατο αγαθό.Κατά τον Αριστοτέλη το επιθυμητικόν πρέπει να βρίσκεται σε συμφωνία με το άρχον στοιχείο της ψυχής, τον λόγον. Αυτή η άποψη έχει ως συνέπεια την λογικοποίηση των αλόγων πλευρών της ψυχικής διαστάσεως του ανθρώπου.Ο φιλόσοφος καταδικάζει τα άκρα και παραδέχεται ότι ορισμένες ηδονές είναι αναγκαίες, ενώ άλλες όχι. Όμως, οι υπερβολές και οι ελλείψεις δεν είναι αναγκαίες.
Η ακολασία και η σωφροσύνη, η ακρασία και η εγκράτεια είναι οι ενέργειες ή έξεις του ανθρώπου, οι οποίες αφορούν την αντιμετώπιση και επιδίωξη των σωματικών ηδονών. Στην μέση μεταξύ υπερβολής και ελλείψεως ως προς την αναζήτηση της ηδονής, βρίσκεται η αρετή της σωφροσύνης.
Επίσης, η αρετή της εγκρατείας βρίσκεται μεταξύ της υστερήσεως στην χαρά της ηδονής και του αντιθέτου της, οπότε η ιδανική μεσότης έγκειται στην εγκράτεια.Μεταξύ του εγκρατούς και του σώφρονος υφίσταται διαφορά: Αν και αμφότεροι δεν παραβιάζουν τον ορθό λόγο χάριν των σωματικών ηδονών, εν τούτοις ο εγκρατής διακατέχεται από κακές επιθυμίες, ενώ αυτό δεν συμβαίνει με τον σώφρονα. Από την άλλη πλευρά, όπως γράφει ο Αριστοτέλης για την σχέση σώφρονος και φρονίμου, "ο σώφρων φεύγει τας ηδονάς. Έτι ο φρόνιμος το άλυπον διώκει, ου το ηδύ". Δηλαδή, ο σώφρων είναι εκείνος, ο οποίος αποφεύγει τις ηδονές, ενώ ο φρόνιμος αποφεύγει την οδύνη χωρίς να επιδιώκει το ευχάριστο.Οι ηδονές εμφανίζονται ως εμπόδιο στην φρόνηση, την αρετή την οποία τόσο πολύ εκτιμά ο Σταγιρίτης.
Ειδικότερα ως εμπόδιο στην φρόνηση τίθενται οι σεξουαλικές ηδονές, διότι κανείς δεν είναι σε θέση να διανοείται, καθόσον τις δοκιμάζει.Πάντως, οι ηδονές, οι οποίες οδηγούν σε φυσικές συνήθειες, είναι ευχάριστες, διότι το αγαθό είναι εν μέρει συνήθεια και εν μέρει δράση. Αλλά υπάρχουν και ηδονές, οι οποίες δεν προκαλούν λύπη ή επιθυμία, όπως είναι η θεωρητική μελέτη. Αυτές οι ηδονές δεν συνιστούν επιτακτική φυσική ανάγκη. Ο Αριστοτέλης, ερευνώντας διεξοδικώς την έννοια της ηδονής, απαντά εν μέρει και εκ των προτέρων στην μετέπειτα αυτού διαμορφωθείσα στωική άποψη περί ηδονής και ιδίως προς τον Χριστιανισμό.

"Διό προσδείται ο ευδαίμων των εν σώματι αγαθών και των εκτός και της τύχης, όπως μη εμποδίζηται ταύτα. Οι δε τον τροχιζόμενον και τον δυστυχίαις μεγάλαις περιπίπτοντα ευδαίμονα φάσκοντες είναι, εάν η αγαθός, η εκόντες η άκοντες ουδέν λέγοντες". Ήτοι, για να είναι κανείς ευδαίμων, πρέπει να συντρέχουν και εξωτερικοί προς αυτόν παράγοντες. Ο βασανιζόμενος δεν είναι δυνατόν να είναι ευδαίμων, ακόμα και αν είναι ενάρετος. Το αντίθετο θα ήταν πλήρης παραλογισμός για τον Αριστοτέλη.Όμως, η ηδονή είναι όντως κάποιο αγαθό. Εαν η ηδονή δεν ήταν αγαθό, ο ευδαίμων δεν θα έπρεπε να ζει μιά ευχάριστη ζωή.
Η επιδίωξη τής ηδονής είναι καθολικό φαινόμενο και στους ανθρώπους και στα ζώα, άρα η ηδονή είναι κάποιο άριστο αγαθό, διάφορες συγκεκριμένες μεμονωμένες ηδονές είναι τω όντι επιθυμητές.
Όμως, δεν επιδιώκουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια ηδονή, αν και ό,τι όλοι επιδιώκουν είναι ένα είδος ηδονής. Ίσως μάλιστα να επιδιώκουν όλοι, όχι ό,τι νομίζουν ή ισχυρίζονται ότι επιδιώκουν, αλλά την ίδια ακριβώς ηδονή, καθόσον όλα τα όντα έχουν κάτι το θεϊκό μέσα τους (πάντα γαρ φύσει έχει τι θείον).

Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι ο Θεός πάντα χαίρει μία και την αυτή ηδονή. Διότι η ηδονή δεν είναι μόνο ενέργεια της κινήσεως, αλλά και της ακινησίας και η ηδονή έγκειται μάλλον στην ακινησία παρά στην κίνηση. (Στην "κίνηση" ο Αριστοτέλης συμπεριλαμβάνει και την "μεταβολή"). Κατ' αυτόν τον τρόπο ο Αριστοτέλης προαναγγέλλει την επικούρειο ηθική φιλοσοφία της καταστηματικής ηδονής, δηλαδή της ηδονής σε ακινησία, χωρίς μεταβολή.
Ο Επίκουρος έδωσε βασική έμφαση σ'αυτήν την άποψη περί ηδονής και την ανήγαγε σε κύριο φιλοσοφικό δόγμα.Και σε επόμενο εδάφιο των Ηθικών Νικομαχείων ο Αριστοτέλης επανέρχεται στο θέμα της κινήσεως ή μη της ηδονής, όπου καταλήγει στο ότι η ηδονή δεν είναι κίνηση.
Ο φιλόσοφος παρατηρεί ότι η ηδονή απομακρύνει την οδύνη. Αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι εξ αιτίας της ισχυρής ηδονής καθίστανται φαύλοι και ακόλαστοι.(27) Όμως, η ηδονή είναι συνυφασμένη με τον άνθρωπο, γι' αυτό και η ανατροφή των νέων γίνεται με την χρησιμοποίηση τόσο της ηδονής, όσο και της οδύνης. Επιδιώκουμε τα ευχάριστα και αποφεύγουμε τα δυσάρεστα.
Αυτή η παρατήρηση του Αριστοτέλους, η οποία αναφέρεται στην διαχρονική κοινωνική και εκπαιδευτική πραγματικότητα, προαναγγέλλει την γνωστή σε εμάς θεωρία των "εξαρτημένων αντανακλαστικών του Παυλώφ" και τον ψυχολογικό μπηχεϋβιορισμό, ο οποίος αναφέρεται στην εν γένει εκμαθημένη συμπεριφορά ανθρώπων και ζώων.

Την καταληκτική του αντίληψη περί του τι είναι ηδονή από περιγραφική άποψη, την παρουσιάζει ο Αριστοτέλης στο βιβλίο Κ λέγοντας:"Κατά πάσαν γαρ αίσθησιν έστιν ηδονή, ομοίως δε και διάνοιαν και θεωρίαν ηδίστη δ' η τελειοτάτη, τελειοτάτη δε η του ευ έχοντος προς το σπουδαιότατον των υπ' αυτήν. Τελοιεί δε την ενέργειαν η ηδονή". Ήτοι, κάθε αίσθηση παρέχει ηδονή, όπως και κάθε θεωρητική αναζήτηση και διανοητική απασχόληση. Η πλέον ευχάριστη ενέργεια είναι η τελειοτάτη, η οποία είναι αυτή η ενέργεια, η οποία προσδιορίζεται από το σπουδαιότερο αντικείμενό της. Η ηδονή αποτελεί την τελείωση, την ολοκλήρωση της ενέργειας.
Ποιο είναι όμως το σπουδαιότερο αντικείμενο ενεργειών; Για τον Αριστοτέλη και κάθε άλλον μαθητή του Πλάτωνος δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από την πνευματική εργασία και δημιουργία!
Ο φιλόσοφος παρατηρεί ότι η ηδονή τελειοποιεί τόσο τις ενέργειες όσο και την ίδια την ζωή, την οποία ποθούν οι άνθρωποι. Χωρίς ενέργεια δεν εμφανίζεται ηδονή. Και με την σειρά της η ηδονή τελειοποιεί κάθε ενέργεια. Η ενέργεια επαυξάνεται, όταν συνοδεύεται από την συγγενή προς αυτήν ηδονή. Όποιος ευχαριστιέται με ό,τι κάνει, το κάνει καλύτερα.

Σε κάθε ενέργεια αντιστοιχεί μία ηδονή. Η ηδονή της ενάρετης πράξεως είναι αξιόλογη, ενώ η ηδονή της κακής πράξεως είναι μοχθηρή. Οι επιθυμίες, οι οποίες κατατείνουν σε καλές πράξεις είναι επαινετές, ενώ αυτές, οι οποίες κατατείνουν σε αισχρές πράξεις, πρέπει να κατακρίνονται. Χαρακτηρίζουμε φαύλους ως προς τις ηδονές αυτούς που επιδιώκουν τις επαίσχυντες ηδονές.
Για τον λόγον αυτόν όλοι συμφωνούν ότι οι αρετές οδηγούν σε απάθεια και ηρεμία μπροστά στις χαρές και τις λύπες, ενώ οι κακίες οδηγούν στα αντίθετα. Κατά μίαν άποψη, λέγει ο Αριστοτέλης, οι αρετές ορίζονται ως "απάθεια". Την έννοια της απάθειας την παρέλαβαν από τον Αριστοτέλη οι Στωικοί και την επεξέτειναν σε συνδυασμό προς τα διδάγματα των Κυνικών.Αξιολογώντας τις ηδονές, ο Αριστοτέλης δέχεται ότι οι ηδονές, οι οποίες τελειώνουν και ολοκληρώνουν τις ενέργειες του τέλειου και μακάριου ανθρώπου, δικαιούνται να λέγονται πρέπουσες ηδονές, ενώ όλες οι άλλες ηδονές κατέχουν δευτερεύουσα θέση, όπως και οι αντίστοιχες ενέργειες. Εφόσον είναι δεδομένο ότι τα ζωντανά όντα ενεργούν, η ενέργειά τους ως πραγματικότητα συνεπάγεται την ολοκληρωμένη τελείωση. Η δράση προσδίδει στα όντα τόσο περισσότερη ευχαρίστηση, όσο τελειότερη γίνεται. Κάθε ον προσπαθεί να επιτύχει διαφορετικά πράγματα και σε κάθε πράξη του συνυπάρχει μία αντίστοιχη ευχαρίστηση. Για τον άνθρωπο τίθεται ως σκοπός του η δράση, η οποία εξασφαλίζει την ευδαιμονία του. Αυτή στηρίζεται στις ενάρετες και πνευματικές-διανοητικές ενασχολήσεις.Ο Αριστοτέλης κρίνει ως άξια εκτιμήσεως και ευχάριστα εκείνα, τα οποία κρίνονται ως τέτοια για τον ενάρετο άνθρωπο. Ιδιαίτερα στην φύση του σπουδαίου ανθρώπου ταιριάζει η αρετή.
Στα Ηθικά Ευδήμεια ο Σταγιρίτης ορίζει την αρετή ως την βέλτιστη διάθεση ή συνήθεια όλων των πραγμάτων, τα οποία χρησιμοποιούνται ή παράγουν έργο.

Κάθε ηθική αρετή σχετίζεται και αναφέρεται στις ηδονές και τις λύπες.
Επομένως, αβιάστως και ελευθέρως προκύπτει το συμπέρασμα ότι "ο ευδαίμων βίος κατ' αρετήν είναι ." Η ηδονή βρίσκεται μέσα στην πράξη. Γι' αυτό και ο αληθώς ευδαίμων θα ζήσει ευχάριστη ζωή. Άλλωστε, ο άνθρωπος είναι κατ'ουσίαν νους. Επομένως, ο βίος συμφώνως προς τον νου πρέπει να είναι και ο πλέον ευδαίμων βίος. Ο φιλόσοφος διαπιστώνει ότι η φιλοσοφία παρέχει αξιοθαύμαστες ηδονές ως προς την αγνότητα και την βεβαιότητα και είναι μεγαλύτερη στους κατόχους της σοφίας παρά στους αναζητούντες.
Να μία μεγάλη αλήθεια, την οποία δυστυχώς ελάχιστοι θα μπορούσαν σήμερα να αντιληφθούν.Η φιλία, η οποία στηρίζεται στην ηδονή είναι η φιλία των νέων, αλλά είναι ευμετάβλητη, διότι καθώς μεγαλώνουν, μεταβάλλονται τα ήθη τους και κατά συνέπειαν η αίσθησή τους περί ηδονής. Όμως, η φιλία, η οποία στηρίζεται στην αρετή είναι η φιλία των καλύτερων ανθρώπων. Όπως είναι γνωστό, υπάρχουν τρία είδη φιλίας, κατ' αρετήν, κατά το χρήσιμον και κατά το ηδύ.
Το ανώτατο είδος είναι η φιλία επ' αρετή. Βεβαίως και οι φαύλοι μπορεί να είναι φίλοι από συμφέρον και ηδονή. Όμως, αυτή η φιλία δεν είναι κατ' αρετήν και γι'αυτόν τον λόγο δεν είναι πραγματική φιλία ούτε πρόκειται να διαρκέσει στον χρόνο.Ο Αριστοτέλης αν και αναγνωρίζει τον ρόλο και την σημασία της ηδονής, εν τούτοις την υποτάσσει στον λόγο και την θέτει σε κατώτερο επίπεδο από την αρετή, στον δρόμο του κάθε ανθρώπου προς την ευτυχία."-

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2007

ΣΥΝΕΙΜΙ ΤΙΝΙ

ΣΥΝ & ΕΙΜΙ & ΤΙΝΙ
Λέξεις τρεις,
πλούτος αμύθητος νοημάτων.
Σύνειμί τινι
ΣΥΝ:
το θετικό, το επιπλέον,
αυτό που προστίθεται
και προσθέτει.
Προστιθέμενο, ενώνεται,
τελειώνει και τελειούται.
Η ερωτικότερη των προθέσεων,
τρία γράμματα που κάνουν τη διαφορά.
Μετουσιώνουν,
τον άνθρωπο σε συνάνθρωπο,
την ομιλία σε συνομιλία
την κίνηση σε συγκίνηση
τον πόνο σε συμπόνια.
Από το τρέφομαι
γεννούν το σύντροφο,
από το πάσχω,
το συμπάσχω, τη συμπάθεια.
Από το πλέω
το συμπλέω
ΕΙΜΙ:
η ουσία των όντων,
όλων των όντων
που μπορούν να δηλώσουν:
ειμί, υπάρχω, υφίσταμαι.
Από αυτό,το ΟΝ το υπέρτατο
το αιώνιο και άφθαρτο
«τό κινούν ακίνητον…»
Από αυτό,
η ουσία,
η αληθινή φύση των πάντων.
Σειρά της δοτικής
(της πτώσης του «διδόναι και δίδοσθαι»)
να συμπληρώσει, να συγκρατήσει,
να συνδέσει, να συγκροτήσει…
ΣΥΝΕΙΜΙ ΤΙΝΙ
Δεν είμαι, έτσι απλά, με κάποιον.
Για να είμαι «σύν τινι»
θα πρέπεινα δοθώ
και να λάβω.
Αυτή είναι η ουσία της συνουσίας.
Αυτός που είναι μαζί σου,
Δεν είναι κατ’ ανάγκη
σύντροφός σου.
Ο σύντροφος «συν - τρέφεται» σοι
με τους ίδιους πόθους
τις ίδιες ελπίδες.
Δεν τρέφεται από τις σάρκες σου.
Δεν απομυζά την ελευθερία σου.
Tα ηδονικά εδέσματα,
που η ζωή απλώνει μπροστά σας
απολαμβάνει να μοιράζεται μαζί σου
και συμπάσχει «σοι»
στα αντίξοα.
Οι συνόντες τω Σωκράτη
Δεν ήσαν όσοι τυχαία τον συναντούσαν.
Ήσαν οι μαθητές του,
οι λάτρεις,
οι κοινωνοί,
οι μέτοχοι του πνεύματός του.
Προσοχή:
Η «από» (το πλην) και το α το στερητικό,
μας την έχουν στημένη
Για να αφαιρέσουν
Να απομονώσουν
Να απομακρύνουν
Να αποξενώσουν

Δ.Β.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007

Ιάμβλιχος

Ο Ιάμβλιχος καταγόταν από τη Χάλκη της Συρίας. Από νεαρή ηλικία είχε έντονες φιλοσοφικές αναζητήσεις. Μετά από μια περίοδο μελέτης του Νεοπλατωνισμού(κοντά στον Πορφύριο), των Χαλδαϊκών Μυστηρίων και του συστήματος του Πυθαγόρα, ξαναγύρισε και ίδρυσε τη δική του σχολή. Πέθανε περίπου το 326 μ.Χ., την περίοδο που ο Κωνσταντίνος έγινε κυρίαρχος του Ρωμαϊκού κόσμου. Ήταν μεγάλος μυστικιστής και θεουργός.

Από αποσπάσματα που έχουν διασωθεί για την ζωή του φαίνεται ότι ήταν «έξοχος και άγιος ο ηθικός χαρακτήρας του, και η μεγάλη μόρφωση του».

Ο Ιάμβλιχος επηρέασε τόσο την Αλεξανδρινή όσο και την Σχολή της Αθήνας. Ήταν ένα ζωντανό παράδειγμα γιατί έκανε πράξη τη διδασκαλία του και ήταν γνωστός για την αγνότητα της ζωής του και σεβαστός από όλους.

Λέγεται ότι κάποτε είχε υπερυψωθεί από το έδαφος όπως κάνουν ορισμένοι γιόγκι!

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2007

Περί Ειρήνης και πολέμου

ΕΙΡΗΝΗ – ΠΟΛΕΜΟΣ

Ειρήνη
· Διαπροσωπική, Διακρατική = ομαλή συνύπαρξη ατόμων & λαών
· Κατάκτηση ησυχίας, γαλήνης, τάξης & ασφάλειας από κάθε εσωτερικό & εξωτερικό εχθρό.
· Η κατάσταση που εγγυάται ποιότητα ζωής, και όχι απλά η απουσία πολέμου.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ


Α) ΛΑΤΡΕΥΟΤΑΝ ΩΣ ΘΕΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


Þ Kόρη του Δία & της Θέμιδας, αδερφή της Ευνομίας & της Δίκης
Þ Γλυπτό: η Ειρήνη με τον πλούτο και το κέρας της Αμάλθειας
Þ «Περί Ειρήνης»: Αριστοφάνης, Δημοσθένης, Ισοκράτης

Β) ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΓΙΑ ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

q Αμφικτυονίες
q Χρυσός αιώνας
q Pax Romana

Γ) ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΔΙΕΘΝΩΣ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ


® Σύσταση Κ.Τ.Ε.
® Σύσταση Ο.Η.Ε
® ΝΑΤΟ – Σύμφωνο Βαρσοβίας

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΙΡΗΝΙΚΗΣ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ

Α. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. πνευματική καλλιέργεια
2. σεβασμός στην αξία του ανθρώπου
3. ελευθερία
4. δημιουργικότητα
5. διατήρηση παράδοσης
6. ανταλλαγή γνώσεων και πολιτιστικών πληροφοριών διεθνώς
7. πρόοδος επιστημών –τεχνών – γραμμάτων
8. ολόπλευρη ανάπτυξη του πολιτισμού
9. δυνατότητα βελτίωσης του ανθρώπου


Β. ΗΘΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. ικανοποίηση ηθικών αναγκών
2. γόνιμο έδαφος για την καλλιέργεια υψηλών ιδανικών
3. αισθητική καλλιέργεια
4. εμπιστοσύνη – αλληλοκατανόηση – συνεργασία
5. αγάπη – ευτυχία
6. αίσθημα ασφάλειας


Γ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ
1. ομαλή λειτουργία κοινωνικων θεσμων
2. δημοκρατικοι θεσμοι
3. ανεξαρτησια – αυτονομια κρατων
4. αγωνας για επιτευξη κοινων στοχων
5. δημιουργια συνεκτικων δεσμων
6. αναπτυξη διαπροσωπικων σχεσεων
7. εργασια


Δ. ΥΛΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. επιστημονικα επιτευγματα
2. παραγωγικοτητα – δημιουργικοτητα
3. αναπτυξη γεωργιας – εμποριου…
4. υγεια – μακροζωία
5. εποικοδομητικα – πολιτιστικα εργα
6. ανοδος βιοτικου επιπεδου


Πόλεμος

· Η ένοπλη σύγκρουση κάποιων ομάδων (εθνών, κρατών, φατριών, πολιτών μιας χώρας…) κατά την οποία λαμβάνουν χώρα εχθροπραξίες, συνήθως μεγάλης έκτασης, διάρκειας και σημασίας.
· Κάθε μορφή οξείας διαφωνίας με βίαια μέσα, ακόμη και στον πνευματικό ή ψυχολογικό τομέα.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ

Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη από πολέμους και αιματοχυσίες.

ΜΟΡΦΕΣ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΙ ΠΟΛΕΜΟΥ
1. επιθετικός (κατακτητικός – αποικιακός)
2. αμυντικός – εθνικοαπελευθερωτικός
3. εμφύλιος


ΑΙΤΙΑ – ΚΙΝΗΤΡΑ
1. οικονομικά (δια την των χρημάτων κτήσιν, δια πλεονεξίαν δια φιλότιμον)
2. απληστία
3. επιθυμία για απόκτηση δύναμης, θέσης, γοήτρου
4. εθνικισμός – ρατσισμός
5. ιδεολογικοί φανατισμοί
6. θρησκευτικά
7. πολιτιστική κρίση – κρίση αξιών, επικράτηση υλισμού
8. μίσος (HOMO HOMINI LUPUS)

ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΗ ΠΟΛΕΜΟΥ:
Οι μόνοι πόλεμοι που δικαιολογούνται ηθικά είναι οι αμυντικοί και οι εθνικοαπελευθερωτικοί:
Υπεράσπιση Εθνικής ανεξαρτησίας – Εθνικής ταυτότητας
Υπεράσπιση της ζωής, τιμής και περιουσίας.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ


Α. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. πνευματική κατάπτωση
2. πολιτιστική κρίση
3. καθυστέρηση τεχνών – γραμμάτων
4. επιστημονική μονομέρεια
5. καλλιέργεια φόβου, απανθρωπιάς, κτηνωδίας
6. έλλειψη σεβασμού για την ανθρώπινη ζωή και τις πνευματικές κατακτήσεις της ανθρωπότητας


Β. ΗΘΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. έλλειψη ηθικής ισορροπίας
2. έλλειψη στόχων και ιδανικών
3. παθητικότητα
4. επικράτηση συμφερόντων
5. κλίμα διχόνοιας, μίσους
6. ανθρώπινη δυστυχία, απογοήτευση, αγωνία, ανασφάλεια
7. αδιαφορία για εσωτερική καλλιέργεια
8. παραβίαση ηθικών αρχών
9. φθορά συνείδησης
10. ενστικτώδης ζωή – κυνισμός
11. φθορά λέξεων , ιδεών: επένδυση καταστάσεων αρνητικών με λέξεις υψηλού περιεχομένου – καπηλεία εννοιών


Γ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. δυσλειτουργία κοινωνικών θεσμών
2. παραμέληση παιδείας
3. οπισθοδρόμηση πολιτισμού
4. συντελούνται δημογραφικές, γεωγραφικές ανακατατάξεις με βίαιο τρόπο
5. επικράτηση βίας
6. κρίση στις διαπροσωπικές σχέσεις
7. οικολογική καταστροφή
8. αλλοίωση κοινωνικής συνείδησης
9. παρεμπόδιση δημιουργικότητας, άρση συνεργασίας, κατάργηση επικοινωνίας, κερδοσκοπία


Δ. ΥΛΙΚΟΣ ΒΙΟΣ
1. κατάρρευση οικονομίας
2. άθλιο βιοτικό επίπεδο
3. καταστροφή έργων – μνημείων
4. δραματική μείωση πληθυσμού
5. τεράστιες υλικές ζημιές


ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΔΡΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ


ΟΙ ΗΓΕΤΕΣ
1. καλλιέργεια συνεργασίας των λαών
2. ανάληψη πρωτοβουλιών σχετικών με την ειρήνη
3. ειλικρινής διάλογος
4. διαλλακτικότητα
5. περιορισμός ιμπεριαλιστικών διαθέσεων
6. μείωση εξοπλισμών – αφοπλισμός
7. εγκατάλειψη των πολεμικών βιομηχανιών
8. φιλειρηνική εκπαίδευση:
· γνώση
· παράδειγμα
· αντίκρουση ατομικισμού
· απόδειξη του παραλογισμού του πολέμου
· διαπαιδαγώγηση με τα ιδανικά του Δικαίου και της Ειρήνη


ΟΙ ΑΠΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
1. ευαισθητοποίηση και άσκηση πίεσης προς τους ρυθμιστές της τύχης των λαών
2. άμεση δραστηριοποίηση όλων
3. συμμετοχή σε ειρηνιστικά κινήματα
4. διαφώτιση – διαπαιδαγώγηση
5. καταπολέμηση προκαταλήψεων και φανατισμού
6. κατάκτηση εσωτερικής ειρήνης