Πέμπτη 3 Ιουλίου 2008

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ - λέξεις - φράσεις - δικανικοί όροι

ἀβίωτος: αφόρητος.

ἀβίωτον ἐστί τινι: ο βίος είναι ανυπόφορος σε κάποιον.

ἀγαθός: ευγενής, καλός, ανδρείος.

ἄριστος: ευγενής.

τύχῃ ἀγαθῇ: με το καλό.

ἀγαθὰ φρονῶ: έχω καλά αισθήματα.

ἀγαθὰ πάσχω: ευεργετούμαι.

ἀγαθὰ ποιῶ: ευεργετώ.

ἀγαπητῶς: πρόθυμα, με κόπο, μόλις και με τα βίας.

ἀγγέλλω πόλεμον: κηρύττω πόλεμον.

ἀγνοοῦμαι: είμαι άγνωστος, δεν γίνομαι αντιληπτός.

ἀγνὼς εἰμὶ τινός: αγνοώ κάποιον.

ἀγοραίος: αυτός που περνάει την ώρα του στην αγορά.

ἀγοραία ἡμέρα: δικάσιμη.

ἀγορεύω: δημηγορώ.

ἄγχιστος: ο πάρα πολύ κοντινός.

ἄγω: οδηγώ, πορεύομαι, διοικώ.

ἄγω καὶ φέρω: λεηλατώ, μεταφέρω.

ἄγω ἑορτήν: εορτάζω.

ἄγω θυσίαν: θυσιάζω.

ἄγω εἰρήνην: ησυχάζω.

ἄγω τείχος: κατασκευάζω τείχος.

ἄδειαν ἄγω: είμαι σε ασφάλεια.

ἄγομαι φόνου: κατηγορούμαι για φόνο.

ἄγω τινὰ τιμιώτερον: αποδίδω σε κάποιον μεγαλύτερη αξία, υπερεκτιμώ.

ἀγὼν λόγων: καιρός για λόγους.

ἀγὼν μάχης: καιρός για μάχη.

καθίστημι τινά εἰς ἀγῶνα: μπλέκω κάποιον σε δίκη.

ἀγωνίζομαι: προσπαθώ, διεξάγω αγώνα.

ἀγωνίζομαι γραφὴν (ή δίκην): διεξάγω δικαστικό αγώνα.

ὁ ἀγωνιζόμενος: ο κατηγορούμενος.

οἱ ἀγωνιζόμενοι: οι διάδικοι.

ἀδεῶς: άφοβα.

ἄρχω χειρῶν ἀδίκων: αρχίζω πρώτος να αδικώ.

ἀδύνατος λέγειν: μέτριος ρήτορας.

ἀθυμέω-ῶ: είμαι απογοητευμένος, στεναχωριέμαι.

ἄθυμος: στεναχωρημένος, απογοητευμένος.

ἀθύμως ἔχω: χάνω το θάρρος μου.

αἰκίζομαι: βλάπτω, προσβάλλω.

αἴρεσις: άλωση, κατοχή, εκλογή.

αἴρεσιν δίδωμι: παρέχω το δικαίωμα της εκλογής.

αἴρεσιν λαμβάνω: έχω το δικαίωμα της εκλογής.

αἱρέω-ῶ: λαμβάνω, καταλαμβάνω, αιχμαλωτίζω.

αἱροῦμαι: λαμβάνω, εκλέγομαι, προτιμώ.

αἱροῦμαι γνώμην: αποδέχομαι γνώμη.

αἴρω: υψώνω, απομακρύνω, μεταφέρω.

αἴρομαι κίνδυνον: αναλαμβάνω τον κίνδυνο.

δίκην παρὰ τινός αἴρομαι: εκδικούμαι κάποιον.

αἴσθησιν ἔχω τινός: έχω αντίληψη κάποιου.

αἰτία: αίτιο, αφορμή, κατηγορία.

αἰτίαν ἔχω ἤ ὑπέχω: κατηγορούμαι.

ἐν αἰτίᾳ ἔχω τινά: κατηγορώ, θεωρώ κάποιον ένοχο.

ἀπολύω τινά τῆς αἰτίας: απαλλάσσω κάποιον από την κατηγορία.

αἰτιάομαι-ῶμαι: κατηγορώ, προφασίζομαι.

αἰωροῦμαι τὴν ψυχήν: αμφιταλαντεύομαι ψυχικά.

ἐν ἀκαρεῖ: σε μια στιγμή.

ἀκινδύνως ἔχω: δε διατρέχω κίνδυνο.

ἀκμάζω: είμαι ακμαίος, ισχυρός.

ἀκμάζει: είναι κατάλληλη στιγμή.

εὖ ἀκούω: επαινούμαι.

κακῶς ἀκούω: κακολογούμαι.

ἄκρᾳ: κορυφή, ύψωμα, ακρωτήριο.

κατ' ἄκρας: εξ’ ολοκλήρου.

ἄκριτος: συγκεχυμένος, αδίστακτος.

ἄκυρον ποιῶ τὸ ἀξίωμα: μειώνω την εξουσία.

οἱ ἀλήθειαν ἀσκοῦντες: οι φιλαλήθεις.

ἅλις: αρκετά.

ἁλίσκομαι: συλλαμβάνομαι, κυριεύομαι.

ἄλλῃ: κατ’ άλλο τρόπο, σε άλλα μέρη.

ὁ ἄλλος χρόνος: το παρελθόν.

ἀλλότριος: ξένος.

ἀλλοτρίως διάκειμαι ή ἔχω πρός τινά: έχω εχθρική διάθεση απέναντι σε κάποιον.

ἀμαθῶς ἔχω: έχω άγνοια.

ἁμαρτάνω: βλάπτω, διαπράττω αδίκημα.

ἁμαρτάνω τῆς γνώμης τινός: διαψεύδω τη γνώμη κάποιου.

ἐπ' ἀμφότερα ἔχω: ταλαντεύομαι.

ἁμῶς γέ πως: κατά κάποιον τρόπο.

ἁμῶς γέ που: σε κάποιο μέρος.

ἀναγκαῖος: αναπόφευκτος.

τὰ ἀναγκαῖα: τα προς το ζην.

ἐν ἀνάγκῃ ἔχομαι: πιέζομαι από ανάγκη.

ἀνάγω: μεταφέρω.

ἀνάγω (ή ἀνάγομαι) ναῦν: αποπλέω, ανοίγομαι στο πέλαγος.

ἀνακρούω: εμποδίζω.

καταγιγνώσκω τινός ἀνανδρία: θεωρώ κάποιον άνανδρο.

ἀνάστατος γίγνομαι: καταστρέφομαι, ερημώνομαι, αναστατώνομαι.

ἀνελπίστως ἔχω: είμαι απελπισμένος.

ἀνθάπτομαι: προσβάλλω, επιχειρώ.

ἀνίημι: αφήνω, εγκαταλείπω.

ἀνίημι τὴν φυλακήν: χαλαρώνω τον αποκλεισμό.

ἀντέχω περί τινος: επιμένω σε κάτι.

ἀντίος: αντιμέτωπος.

ἀντίπαλον δέος: ο φόβος των εχθρών.

ἀντιποιῶ: ανταποδίδω.

ἀντίπρωρος: αντιμέτωπος.

ἀντίρροπος: ισόρροπος, ισοβαρής.

ὡς ἀνυστόν: όσο το δυνατόν.

οἱ ἄνω χρόνοι: το παρελθόν.

οἱ ἄνωθεν: οι πρόγονοι.

πολλοῦ ἄξιος: αξιόλογος.

οὐδενὸς ἄξιος: ασήμαντος.

ἄξιός εἰμι: δικαιούμαι.

ἀπαθής: αβλαβής, αναίσθητος.

ἀπεῖπον: αρνήθηκα.

ἀπεῖπον + απρφτ: απαγόρευσα.

ἀπεῖπον + μτχ: κουράστηκα.

ἀπειρημένον: το απαγορευμένο.

ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν: για να το πω γενικά.

τὸ ἀποβαῖνον: το αποτέλεσμα.

ἀποδείκνυμι νόμον: δημοσιεύω νόμον.

ἀποδίδωμι τὰ ὀνόματα: ανακοινώνω τα ονόματα.

ἀποκνέω-ῶ: από φόβο αποφεύγω.

ἀποκνῶ τὸν πλοῦν: αναβάλλω την εκστρατεία από φόβο.

ἀπόμισθος: απλήρωτος.

ποιῶ τινα ἀπόμισθον: απολύω κάποιον χωρίς καταβολή μισθού.

ἀπορία: δυσκολία, στεναχώρια, έλλειψη.

εἰς ἀπορίαν καθίσταμαι: περιέρχομαι σε δύσκολη θέση.

ἐν ἀπόροις εἰμί: βρίσκομαι εν μέσω δυσχερειών.

ἀποστερέω-ῶ: αφαιρώ, αρπάζω.

ἀποτρέπομαι: αποσύρομαι.

ἀποτρέπομαι ἄλλην ὁδόν: στρέφομαι σε άλλη οδό.

ἀποχρῶμαι τινα: φονεύω κάποιον.

ἅπτομαι: αγγίζω, εξετάζω.

ἅπτομαι τῶν πολιτικῶν πραγμάτων: αναμειγνύομαι στα πολιτικά.

ἀργύριον: χρήματα, τεμάχιο αργύρου.

σκοπῶ τὸ λυσιτελέστατον πρὸς ἀργύριον: αποβλέπω προς το οικονομικά ωφέλιμο.

ἄρνυμαι: κερδίζω, αποκομίζω.

ἄρχομαι: εξουσιάζομαι.

σφόδρα ἄρχομαι: καταπιέζομαι ως πολίτης.

ἀσύμφορον: ζημία.

ἄτιμος: ο στερηθείς των πολιτικών δικαιωμάτων.

ἄτιμον τινά ποιοῦμαι: τιμωρώ κάποιον στερώντας του τα πολιτικά δικαιώματα.

αὐτόματος θάνατος: φυσικός θάνατος.

ἐπὶ πᾶν ἀφικνοῦμαι: δοκιμάζω κάθε μέσο.

βαθύνω τὴν φάλαγγα: αυξάνω το βάθος της φάλαγγας.

βαρὺς εἰμί τινι: είμαι ενοχλητικός σε κάποιον.

βίᾳ πάσχω: ασκείται εναντίον μου βία.

πρὸς τὸ βίαιον: διά της βίας.

βλασφημία: κακολογία.

ἀπολύομαι τὰς βλασφημίας: διαλύω τις κατηγορίες.

βούλομαι τά τινος: έχω τα φρονήματα κάποιου.

τὸ βουλόμενον: η επιθυμία.

τὶ βούλεται ταῦτα;: τι σημαίνουν αυτά;

βραχύς: μικρός, σύντομος.

ὡς ἐν βραχεῖ εἰπεῖν: για ναμην πολυλογώ.

γείνομαι: γεννιέμαι.

οἱ γεινάμενοι: οι γονείς.

ὁ ἐγγύτατα γένους: ο στενός συγγενής.

γίγνομαι ἐπί τινι: περιέρχομαι στην εξουσία κάποιου.

γίγνομαι ὑπό τινι: υποτάσσομαι σε κάποιον.

γιγνόμενοι δασμοί: εισπραττόμενοι φόροι.

οὕτω γιγνώσκω: τέτοια γνώμη έχω σχηματίσει.

γιγνώσκω τὰ δίκαια: λαμβάνω δίκαιη απόφαση.

προσέχω τὴν γνώμην: στρέφω την προσοχή.

τοιαύταις γνώμαις χρῶμαι: έχω τέτοιες αντιλήψεις.

ἡττῶμαι τῇ γνώμῃ: χάνω το θάρρος μου.

γνωρίμως ἔχω: διάκειμαι φιλικά.

δαίμων: θεός, μοίρα.

σὺν δαίμονι: κατά τύχη.

δαμοσία σκηνή: σκηνή του βασιλιά της Σπάρτης.

οἱ περὶ τὴν δαμοσίαν: το συμβούλιο του βασιλιά.

τὰ δεινά: οι συμφορές.

ἐν δεινῷ εἰμι: βρίσκομαι σε δύσκολη θέση.

δεξιὰς δόντες καὶ λαβόντες: ανταλλάξαντες χειραψία μετά διαβεβαιώσεων

δεξιὰς φέρω: φέρω διαβεβαιώσεις.

δεῖ: είναι ανάγκη.

δεῖ τινος: υπάρχει έλλειψη κάποιου.

τὰ δέοντα: τα πρέποντα, το καθήκον.

δέομαι: παρακαλώ, στερούμαι.

δέομαι βίου: έχω ανάγκη να κερδίσω τη ζωή μου.

δημοσίᾳ: με δαπάνες του δημοσίου.

διαγιγνώσκω: ξεχωρίζω, διακρίνω, αποφασίζω.

διεγνωσμένη κρίσις: ειλημμένη απόφαση, αυτή που έχει παρθεί.

διάγνωσιν ποιοῦμαι: εκδίδω απόφαση.

δίαιτα: τρόπος ζωής.

διαιτῶμαι ἀφθόνως: ζω πλουσίως.

διακρούομαι τὸ δοῦναι δίκην: διαφεύγω την τιμωρία.

διαμένω ὤν: συνεχώς είμαι.

διάνοιαν: νους, πνεύμα, ιδέα.

ἀνθρώπινη διάνοια: ανθρώπινη λογική.

διαψήφισις: ψηφοφορία, απόφαση.

τὰ πρὸς ἀλλήλους δίκαια: οι αμοιβαίες υποχρεώσεις.

ἐπὶ πᾶσι τοῖς δικαίοις: με κάθε ειλικρίνεια.

τὰ δίκαια πράττω: ασκώ τη δικαιοσύνη.

δίκη: δικαιοσύνη.

ἐσχάτη δίκη: μέγιστη τιμωρία.

δίκην δίδωμι: τιμωρούμαι.

δίκην λαμβάνω: τιμωρώ.

δίκην ὀφλισκάνω: καταδικάζομαι.

δίκην ὑπέχω: υποβάλλομαι σε δίκη.

ἀγωνίζομαι δίκην: υπερασπίζω δικαστική υπόθεση.

δίδωμι δίκας ἴσας καὶ ὁμοίας: δικάζω με βάση την ισονομία.

ὁ διώκων: ο κατήγορος.

ὁ διωκόμενος: ο κατηγορούμενος.

εὖ ή κακῶς δρῶ τινα: ευεργετώ ή βλάπτω κάποιον.

εὖ δεδραγμένα: κατορθώματα.

δύναμις: επιρροή, ικανότητα.

εἰμὶ ἐν δυνάμει: έχω στα χέρια μου την εξουσία.

τὸ κατὰ δύναμιν εἶναι: όσο είναι δυνατό.

δυναστεία: κυριαρχία, εξουσία.

ἐκβάλλω τὴν δυναστείαν: καταλύω τη βασιλεία.

τὰ δύσφορα: οι θλίψεις, οι δυστυχίες.

ἐγκαλέω-ῶ: κατηγορώ.

ἴδια ἐγκλήματα: ιδιωτικά συμφέροντα.

ἔγωγε: εγώ τουλάχιστον.

τὸ κατ' ἐμέ: όσο εξαρτάται από μένα.

ἐθίζω: συνηθίζω κάποιον να…

ἐθίζομαι: συνηθίζω εγώ να…

εἰκάζω: απεικονίζω, συμπεραίνω, παρομοιάζω.

ὡς εἰκάσαι: όσο μπορεί κανείς να μαντεύσει.

τὸ νῦν εἶναι: τώρα.

τὸ σήμερον εἶναι: σήμερα.

ἐν τινί ἐστι: εξαρτάται από κάποιον.

ἔστιν ὅστις: κάποιος.

οὐκ ἔστιν ὅστις: κανείς.

ἔστιν ὅπως: κάπως.

οὐκ ἔστιν ὅπως: με κανέναν τρόπο.

ἐσόμενοι: μεταγενέστεροι.

εἰμὶ ἀπό τινος: είμαι μακριά από κάποιον.

εἰμὶ ἐπί τινα: είμαι εναντίον κάποιου.

εἰσαγγέλλω τινά: καταγγέλλω κάποιον.

εἰσαγγέλλω τινί τι: αναγγέλλω κάτι σε κάποιον.

εἰσέρχεται τινά: έρχεται στο νου κάποιου.

εἴωθα: συνηθίζω.

τὸ εἰωθός: η συνήθεια.

ἐγκαλοῦμαι τὴν ὀργήν: διεγείρω την οργή.

ἐκφαίνω πόλεμον: κηρύττω πόλεμον.

ἐκφεύγω δίκην: αθωώνομαι.

ἐλαύνω: οδηγώ, προχωρώ έφιππος.

εἰς τοσοῦτον ἐλαύνω: προχωρώ μέχρι σ’ αυτό το σημείο.

ἐμπίπτω: εισορμώ, προσβάλλω, επιτίθεμαι.

ἐναγώνιοι θεοί: οι επόπτες των αγώνων.

ἔννοια: σκέψη, σκόπος.

ἐντείνω: τεντώνω, επιμένω.

ἐξαγώγιμα: τα εξαγόμενα προϊόντα.

ἔξαρνός εἰμι: αρνούμαι.

ἐξηγέομαι-οῦμαι: είμαι αρχηγός, διοικώ.

ἐξηγοῦμαι ἀγαθόν τί τινα: ως οδηγός παρέχω ωφέλιμη υπηρεσία.

ἐπαναχωρέω-ῶ: επανέρχομαι, αποσύρομαι.

ἐπαναχωρέω-ῶ εἰς τοὔμπαλιν: επιστρέφω.

ἐπέκεινα: πέρα (επιρρηματική σημασία).

οἱ ἐπέκεινα: οι προγενέστεροι (σαν επιθετικός προσδιορισμός).

ἐπέχω: αναβάλλω, εμποδίζω, συγκρατώ.

ἐπέχω ὧν ὥρμηκα: αναβάλλω τα σχέδιά μου

ἐπιβολή: τοποθέτηση, πρόστιμο.

ἐπιβουλή: εχθρική ενέργεια, σχέδιο εναντίον κάποιου.

ἐπίκουρος: βοηθός, σύμμαχος.

ἐπιμέλειαν ποιοῦμαι: φροντίζω.

ἐπιτήδειος: κατάλληλος.

ἐπιτίμιος: αυτός που γίνεται προς τιμήν κάποιου.

ἐπίτιμος: ο έχων πολιτικά δικαιώματα.

ἐργάζομαι χρήματα: αποκτώ χρήματα.

ἔργῳ: εμπράκτως.

ἔρχομαι εἰς τὰ παραγγελλόμενα: υπακούω.

διὰ πάντων τῶν καλῶν ἐλήλυθα: εκπλήρωσα όλα τα καθήκοντα.

εἰς ὀργὰς ἔρχομαί τινι: οργίζομαι με κάποιον.

εὐωχία: ευθυμία σε συμπόσιο.

ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ: προσεγγίζω την αλήθεια.

ἔχω + απρφτ: μπορώ να…

οὐκ ἔχω ὅπως: δε γνωρίζω ή αγνοώ πως…

λόγος (κατ)ἔχει: διαδίδεται, υπάρχει φήμη.

ὀργὴν ἔχω: προκαλώ.

συγγνώμην ἔχω: συγχωρώ.

ζημία: βλάβη, ποινή, τιμωρία.

ἡβάω-ῶ: διανύω την εφηβική ηλικία.

οἱ ἡβῶντες: οι νέοι.

ἡγεμονεύω ὁδόν: προπορεύομαι.

σπεύδω τὴν ἡγεμονίαν: επιδιώκω την αρχήν.

οἱ ἡγούμενοι: οι κυβερνώντες.

ἡγοῦμαι θεούς: πιστεύω στους θεούς.

ἥδομαι: ευχαριστιέμαι.

ἡδέως: ευχαρίστως.

ἡδέως ἔχω πρός: διάκειμαι ευνοϊκά προς…

ἥκιστα: ελάχιστα.

οὐχ ἥκιστα: μάλιστα.

ὅτι ἥκιστα: όσο το δυνατόν λιγότερο.

ἥκω: έχω έλθει.

τὰ ἡμέτερ' αὐτῶν: το καθήκον μου.

τὸ ἡσυχάζον τῆς νυκτός: το μεσονύκτιο.

ἡττάομαι-ῶμαι: είμαι κατώτερος, υστερώ.

ἡττῶμαι τῇ γνώμῃ: χάνω το θάρρος μου.

θαῦμα παρίσταταί μοι: μου γεννιέται η απορία.

θεραπεύω: υπηρετώ, λατρεύω.

θεωρῶ: είμαι εκπρόσωπος πόλης σε μαντείο.

θύομαι ἰέναι: συμβουλεύομαι τα ιερά.

θωπεία: κολακεία.

θωπεῖαι λόγων: κολακείες.

ἴδιον: ιδιαίτερο χαρακτηριστικό.

ἱκετήριος: αυτός που ανήκει σε ικέτες.

(ἀφ)ικνοῦμαι εἰς ἄνδρας: φθάνω στην ανδρική ηλικία.

(ἀφ)ικνοῦμαι τινι ἐς λόγους: συνομιλώ με κάποιον.

ἵστημι τὰ ὄμματα: προσηλώνω.

ἵστημι χαλκοῦς: εγείρω αδριάντα.

ἵστημι βασιλέα: διορίζω βασιλιά.

ἰσχύω παρά τινι: έχω επιρροή πλησίον κάποιου.

καθίσταμαι τὴν πολιτείαν: τακτοποιώ τα πράγματα της πόλεως.

καιρός: αρμοδιότητα, κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία.

ὁ ἐπιὼν καιρός: το μέλλον.

ἐν καιρῷ τινί εἰμι: είμαι χρήσιμος σε κάποιον.

κακῶς γίγνεταί τινι: έχει κακή έκβαση.

καταγίγνομαι ἐν τόπῳ: διαμένω, κατοικώ.

καταλύω: καταστρέφω, τερματίζω, καταστέλλω.

καταστασιάζω τινα: σχηματίζω αντίπαλο κόμμα εναντίον κάποιου.

καταστασιάζομαι ὑπὸ τινός: βρίσκω αντίδραση εκ μέρους κάποιου.

κατατείνω: επιμένω, αγωνίζομαι.

καταψηφίζομαι: καταδικάζω.

ἡ δίκη καταψηφίζεται: εκδίδεται καταδικαστική απόφαση.

κέρας: άκρο παράταξης στρατιωτικής, σάλπιγγα.

τὸ κοινόν: το σύνολο των πολιτών.

κόπτω τὴν χώραν: ερημώνωτ η χώρα.

κράτος: δύναμη, εξουσία.

ἀνὰ κράτος: με όλη τη δύναμη, διά της βίας.

λαγχάνω: εκλέγομαι με κλήρο, προστατεύω κάποιον τόπο.

λανθάνω: διαφεύγω την προσοχή.

λανθάνω ἐμαυτόν: λησμονώ.

τὸ λεῖπον: η έλλειψη.

τὸ λειπόμενον: το υπόλοιπο.

λόγος κατέχει: υπάρχει παράδοση.

ἔρχομαι εἰς λόγους τινί: έρχομαι σε διαπραγματεύσεις με κάποιον.

μαρτυρῶ τὰ ψευδῆ: δίνω ψευδείς μαρτυρίες.

μέγα φρονῶ: υπερηφανεύομαι.

μέλει μοί τινος: φροντίζω κάτι.

μέλον ἐστί: υπάρχει φροντίδα για κάτι.

ἐν μέρει: κατά σειρά.

μεταμέλει: επέρχεται μεταμέλεια.

μεταπορεύομαι: ακολουθώ, επιδιώκω.

μετάστασις: μετακίνηση, μεταβολή.

μετάστασις βίου: θάνατος.

τὸ μετέωρον: υψηλόν μέρος.

μακραὶ νῆες: πολεμικά πλοία.

στρογγύλαι νῆες: εμπορικά πλοία.

ἀντίπρωροι νῆες: πλοία έτοιμα για ναυμαχία.

νέμω: μοιράζω, βόσκω.

νεωτερίζω: επιχειρώ, μεταβολές.

νικῶ δίκην κλήρου: κερδίζω τη δίκη.

νομίζω: πιστεύω, θεωρώ.

νομίζω + δοτική (ἀγῶσι, θυσίαις): τέλω αγώνες, θυσίες.

νόμος: νόμος, συνήθεια, έθιμο.

νόμον τίθημι: θεσπίζω νόμον.

λύω τὸν νόμον: καταργώ το νόμο.

ὁ νοῦν ἔχων: ο γνωστικός.

πόρρω τῆς νυκτός: σε προχωρημένη ώρα της νύκτας.

ξένος: φιλοξενούμενος, φίλος.

οἶδα + απρφτ: είμαι ικανός να…

ἔχω + απρφτ: μπορώ να…

οἰκεία ἔχθρα: προσωπική έχθρα.

οἰκέτης: υπηρέτης.

οἰκέται: τα γυναικόπαιδα του σπιτιού.

οἶκος: κατοικία, περιουσία.

ἡ οἴκοι (πόλις): η πατρίδα.

οἱ οἴκοι: οι συμπατριώτες.

οἷός τέ εἰμι + απρφτ: είμαι ικανός να…

οἷόν τ' ἐστι + απρφτ: είναι δυνατόν να…

ὀλίγωρος: αδιάφορος, αμελής.

ὅμορος: γείτονας.

ὄνειδος: ντροπή, μομφή.

τίθεμαι τὰ ὅπλα: στρατοπεδεύω.

ὅρκιος: ορκισμένος, ο δεμένος με όρκο.

ὅρκιοι θεοί: οι θεοί στους οποίους ορκίζεται κανείς.

οὐδαμοῦ: πουθενά.

ὀφλισκάνω: οφείλω.

ὀφλισκάνω δίκην: καταδικάζομαι.

ὀχλώδης: ταραχώδης.

ὄψις: όραση, εμφάνιση.

ὀψὲ τῆς ἡμέρας: αργά το βράδυ.

παράγω τὸ στράτευμα: οδηγώ το στράτευμα.

παράγω τινὰ εἰς τὸν δῆμον: εισάγω κάποιον στην εκκλησία του δήμου.

παράταξις: παράταξη, πολιτική ομάδα.

παρατείνω: αναπτύσσω τη φάλαγγα.

παρατυγχάνω: είμαι παρών τυχαία.

ἐκ τοῦ παρατυχόντος: εκ του προχείρου.

παραυτίκα: την ίδια στιγμή.

παραχρῆμα: αμέσως.

παρέρχομαι: λαμβάνω το λόγο, υπερτερώ, παρουσιάζομαι.

παρέρχομαί τινα ἄρχοντα: αναγνωρίζω κάποιον ως στρατηγό μου.

τὸ παροιμιαζόμενον: όπως λέει η παροιμία.

πάσχω τὰ ἔσχατα: θανατώνομαι.

παύομαι τῆς διανοίας: εγκαταλείπω τη σκέψη.

πείθομαι (τινί): υπακούω, πείθομαι σε κάποιον.

πείθω χρήμασι: διαφθείρω κάποιον με χρήματα.

πενέστης: υπηρέτης, εργάτης.

πέρας: τέρμα, αποτέλεσμα.

πέρας ἔχω τινός: εξασφαλίζω κάτι στο έπακρο.

περιέπω: περιποιούμαι.

περιττὰ φρονῶ: έχω ιδιόρρυθμες σκέψεις.

πίστις: εμπιστοσύνη, βεβαιότητα, τιμιότητα.

πλοῦς: πλους, εκστρατεία.

τὸ μῆκος τοῦ πλοῦ: το μέγεθος της απόστασης.

ποιῶ τινα ὑπό τινι: υποτάσσω κάποιον.

ποιῶ τινα ἐπί τινι: ορίζω κάποιον επικεφαλής.

ποιῶ ἐκκλησίαν: συγκαλώ συνέλευση.

ποιοῦμαι τὴν διάγνωσιν: εκδίδω απόφαση.

περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι: αποδίδω σε κάτι μεγάλη σημασία.

ποιοῦμαι λήθην: λησμονώ.

ποικίλως ἔχω: διαφέρω.

ποινὰς δίδωμι: τιμωρούμαι.

ποινὰς λαμβάνω: τιμωρώ.

πολεμικῶς ἔχω: διάκειμαι εχθρικά.

τὸ πολέμιον: η έχθρα.

πολιτεύω: είμαι πολίτης.

πολιτεύομαι: αναμειγνύομαι στα πολιτικά.

πολιτεύω κακῶς: ασκώ κακή πολιτική.

πλέον φέρομαί τινος: υπερισχύω κάποιου.

οἱ ἐν τοῖς πράγμασι: οι κυβερνώντες.

πράττω τὴν εἰρήνην: ενεργώ για να γίνει ειρήνη.

πρέσβυς: απεσταλμένος.

πρεσβύτερος: μεγαλύτερος σε ηλικία.

προάγω: οδηγώ εμπρός, παρακινώ.

προαίρεσις: προτίμηση.

προγίγνομαι: εμφανίζομαι πριν.

ἐκ προνοίας: εσκεμμένα.

προσδεῖ: υπάρχει ακόμη ανάγκη.

τὰ προσιόντα: τα εισοδήματα.

προσθήκη: συμπλήρωμα, βοήθεια.

πρόσω: εμπρός.

πρύμνας λύω: αποπλέω.

ρώννυμι: δίνω δύναμη, είμαι δυνατός.

σαφήνεια τοῦ στόματος: καθαρότητα του λόγου.

πλήθουσα σελήνη: πανσέληνος.

σκοπῶ πρὸς ἀλήθειαν: σκέφτομαι αποβλέποντας στην αλήθεια.

σπονδή: σπονδή.

σπονδαί: ανακωχή.

λύω τὰς σπονδάς: παραβιάζω τις συνθήκες.

στρογγύλη ναῦς: εμπορικό πλοίο.

συγγνώμην ἔχω τινι: συγχωρώ.

συγγνώμης τυγχάνω: συγχωρούμαι.

συγκεῖται: έχει συμφωνηθεί.

συνάγω: συγκεντρώνω, συναθροίζω.

συνελὼν λέγω: λέγω εν συντομία.

συνάλλαγμαι: συμβόλαιο, συνθήκη.

συνίστημι πόλεμον: από κοινού κηρύττω πόλεμον.

σύνοιδα: γνωρίζω καλά.

συνουσία: συναναστροφή, επικοινωνία.

ποιοῦμαι τὴν συνουσίαν: επικοινωνώ.

σχολή: οκνηρία, αδράνεια.

τάξις: στρατιωτική παράταξη, τακτοποίηση.

τὰ ἀμφὶ τάξεις: η στρατιωτική τακτική.

τεκμήριον: απόδειξη.

τελευτῶ τὸν βίον: πεθαίνω.

τελευτῶ τὸν βίον ὑπό τινος: φονεύομαι.

τέλος: αποτέλεσμα, σκοπός, φόρος.

τέλος ὠνοῦμαι: εισπράττω τους φόρους του δημοσίου.

τίθημι ἀγῶνα: διοργανώνω αγώνα.

τίθημι νόμον: νομοθετώ.

τιμῶμαι φυγῆς: προτείνω να μου επιβληθεί η ποινή της εξορίας.

τιμωρία: βοήθεια, τιμωρία.

ἑτοιμάζομαι τιμωρίαν: εξασφαλίζω βοήθεια.

τίνω: αποδίδω, πληρώνω.

τίνω χάριν τινί: αποδίδω ευγνωμοσύνη σε κάποιον.

τίνω τιμήν: αποδίδω τιμή.

τίνω δίκην: τιμωρούμαι.

τοὔμπαλιν: αντίθετα, αντίστροφα, ενάντια.

τραχέως περιέπω τινά: φέρομαι σκληρά σε κάποιον.

τρίβω: τρίβω, αναβάλλω, καταστρέφω, σπαταλώ.

ὑβρίζω: φέρομαι αλαζονικά, βλάπτω, περιφρονώ.

ὕβρις: θράσος, ταπείνωση, αδικία, αυθαιρεσία.

ἄν ἐγχωρῇ τὸ ὕδωρ: αν υπάρχει αρκετός χρόνος.

ἀποδίδωμί τινι τὸ ὕδωρ: δίνω σε κάποιον τη σειρά να μιλήσει.

ὑπάγω: υποτάσσω, αποσύρω από κάτω κρυφά, προσελκύω.

ὕπαρ: όραμα.

οὔτε ὄναρ οὔτε ὕπαρ: με κανέναν τρόπο.

ὑπείκω: αποχωρώ, αποσύρομαι.

ὑπερδέξιος: ανώτερος.

ὑπερορία γῆ: η ξένη χώρα.

ὑπέχω: παρέχω, υποστηρίζω, υποτάσσω.

ὑπέχω ἐμαυτόν τινι: είμαι στη διάθεση κάποιου.

ὑπέχω αἰτίαν τινός: κατηγορούμαι για κάτι.

ὑποδεής: ελλιπής.

ὑποδεέστερος: κατώτερος.

ὑποδύω (ή ὑποδύνω): εισχωρώ.

κίνδυνον ὑποδύω: κινδυνεύω.

ὑπόκειμαι: παραμένω, υποτάσσομαι.

ὑποκρίνομαι τραγωδίαν: λαμβάνω μέρος σε τραγωδία.

ὑποσημαίνω: δίνω σύνθημα με τη σάλπιγγα.

ὑποτέμνομαι: προσπαθώ να ανακόψω.

ὑποτέμνομαι τὸν πλοῦν: ματαιώνω το ταξίδι.

ὑποχείριος: αυτός που βρίσκεται στην εξουσία κάποιου.

ὑστερῶ τῆς πατρίδος: αδυνατώ να υπερασπίσω την πατρίδα.

ὑφίσταμαι ἀρχήν: λαμβάνω αξίωμα.

φαίνω: φανερώνω, αποκαλύπτω, πληροφορώ.

τὰ φανθέντα: οι καταγγελίες.

φαῦλος: ασήμαντος, χυδαίος.

τὸ φαῦλον: η κακοήθεια.

πάνυ φαύλως: σε αθλιότατη κατάσταση.

φέρω χάριν: ευγνωμονώ.

φέρω τὴν ψῆφον: αποφασίζω με την ψήφο μου.

φέρω βαρέως: αγανακτώ.

εὖ φέρομαι παρά τινι: προκαλώ την εκτίμηση κάποιου.

φεύγω: καταφεύγω, εξορίζομαι, κατηγορούμαι.

ὁ φεύγων: ο κατηγορούμενος.

φθονῶ: φθονώ, αρνούμαι.

φιλανθρώπως ἔχω: εκδηλώνω φιλάνθρωπα αισθήματα.

φιλοτιμία: φιλοδοξία, τιμή.

φοιτῶ: συχνάζω, μαθητεύω.

τάττω φόρον: επιβάλλω φορολογία.

εὖ φρονῶ: σκέφτομαι σωστά.

τὰ ἀμείνω φρονῶ: έχω τις καλύτερες διαθέσεις.

φρόνιμος γίγνομαι: ενεργώ με περίσκεψη.

φρυκτοί: πυρσοί, δαυλοί.

κατάγω φυγάδα: επαναφέρω στην πατρίδα εξόριστο.

χαλεπός: δύσκολος, δυσβάστακτος, αυστηρός.

χαλεπός εἰμί τινι: αγανακτώ εναντίον κάποιου.

χαλκοῦν ἱστημι: στήνω χάλκινο αδριάντα.

χαρίζομαι: κάνω χάρη, δείχνω εύνοια.

χάριν οἶδά τινι: ευγνωμονώ κάποιον.

χάριν κομίζομαι: δέχομαι εκδηλώσεις ευγνωμοσύνης.

εἰς χεῖρας ἔρχομαί τινι: συγκρούομαι με κάποιον.

πολλῇ χειρί: με πολύ στράτευμα.

χρεία: ωφέλεια, ανάγκη, έλλειψη.

χρῶμαι τῷ πράγματι: αντιμετωπίζω την κατάσταση.

χρώμενοι μιᾷ γνώμῃ: ομόφωνα.

χρῶμαι νόμοις: ζω σύμφωνα με τους νόμους.

χρῶνται οὕτω...: έτσι συνηθίζουν…

τὸ χρησθέν: η απάντηση του μαντείου.

ἐν χρῷ περιπλέω: κοντά στην ακτή πλέω.

ψεύδομαι τῆς ἐλπίδος: διαψεύδομαι στις ελπίδες μου.

ψηφίζομαι: αποφασίζω με την ψήφο μου.

ψήφισμα γράφω: υποβάλλω στην εκκλησία του δήμου έγγραφη πρόταση.

ψιλοί: οι ελαφρά οπλισμένοι στρατιώτες.

ὠνέομαι-οῦμαι: αγοράζω, νοικιάζω.

ὥρα: εποχή, ώρα, κατάλληλος χρόνος.

ὡραῖος: ώριμος, έγκαιρος.

1 σχόλιο: