Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ετυμολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ετυμολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος στ΄)

Ετυμολόγησης λέξεων συνέχεια. Και πάλι οι λέξεις που επιλέγουμε παρουσιάζουν ξεχωριστό ενδιαφέρον ως προς την καταγωγή τους, την «ιστορική» τους διαδρομή και τον σχηματισμό τους.

Επαναλαμβάνουμε και επιμένουμε ότι η επιλογή τους έγινε ανάμεσα από πολλές άλλες εξίσου σημαντικές, μερικών από τις οποίες θα έρθει παρακάτω, σε άλλες «επισκέψεις», η σειρά να σχολιάσουμε ετυμολογικά και σημασιολογικά.

  1. Νοσταλγία, η: ουσιαστικό (μεσν.) < αρχ. λ. νόστος, ὁ (= η επιστροφή ξενιτεμένων στην πατρίδα) < ρ. νέομαι (=γυρίζω, επιστρέφω) + -αλγία < ἄλγος, τὸ (=πόνος). Σημασία: «επιθυμία που προέρχεται από έντονο πόθο για επιστροφή στην πατρική γη, αναπόληση ευχάριστων καταστάσεων του παρελθόντος, που συνήθως συνοδεύεται από κάποια δόση θλίψης και μελαγχολίας».
  2. Νήδυμος, -ος, -ον: επίθετο (εύχρηστο ως προσδιοριστικό της λ. ύπνος). Το επίθ. προήλθε από την ομηρική φράση ἔχεν ἥδυμος ὕπνος (= τον κατέλαβε γλυκός, ευχάριστος ύπνος), όπου το τελικό -ν της λ. ἔχεν θεωρήθηκε ως αρχικό του επιθ. ἥδυμος < ἡδύς, -εῖα, ἡδύ (=γλυκός, ευχάριστος). Σημασία: «ο αδιατάρακτος και (επομένως) ο ήρεμος, ο ευχάριστος».
  3. Λάφυρο, το: ουσιαστικό· μτγν. λάφυρον (χρησιμοποιείται συνήθως στον πληθυντικό: τά λάφυρα < αρχ. λάφυρα < θ. λαφ- < ρ. λαμβάνω (παρκ. εἴ-ληφ-α = έχω λάβει). Σημασία: «κάθε κινητό (συνήθως) πράγμα, αντικείμενο, που κυριεύεται από αντίπαλο σε περίοδο πολέμου, μάχης προϊόν λείας».
  4. Παλληκάρι και παλικάρι, το: ουσιαστικό (μεσν.) < παλληκάριον, τό, υποκοριστικό του αρχ. πάλληξ / πάλλαξ, ὁ (=παιδί που δεν έχει εισέλθει ακόμα στην εφηβεία)· η ετυμολογία δεν συνάδει με την ορθογραφία της λ. με -ι- και ένα -λ-. Σημασία: α) «άνδρας γενναίος και μαχητικός», β) «σφριγηλός και όμορφος νέος», γ) άνθωπος ικανότατος στη δουλειά του». Συν. λεβέντης.
  5. Απαίσιος, -ια, -ο: επίθετο μτγν· είναι σύνθετο από την προθ. ἀπὸ ως στερητικό + αἴσιος (= ευνοϊκος, ευοίωνος) < αρχ. αἶσα, ἡ (=το πεπρωμένο, η μοίρα). Επισημαίνεται ότι η πρόθεση από ως πρώτο συνθ. λέξεων, μεταξύ άλλων σημασιών, προσδίδει και τη σημασία της στέρησης, απομάκρυνσης (πρβ. αποχωρώ [=δεν προχωρώ, φεύγω], αποβουτύρωση [=αφαίρεση του βουτύρου], απογαλακτισμός κ.ά.).
    Επομένως η λ. απαίσιος κυριολεκτικά σημαίνει: «αυτός που στερείται την αἶσαν, δηλ. την ευνοϊκή μοίρα και αργότερα (μτφ.) ο δυσάρεστος, ο πολύ άσχημος.
  6. Νηστικός, -ή (ή -ιά), -ό: μτγν. νηστικός < αρχ. νῆστις, ὁ (=νηστικός) < νη-εδ-τις < νη- στερητικό + θ. -εδ- του ρ. ἔδω (=τρώγω).
  7. Λαίμαργος, -η, -ο: επίθετο· αρχ. λ. < επιτατικό λαι- + επίθ. μάργος, -η, -ο (= i. μανιακός, ορμητικός, ii. άπληστος, αχόρταγος {Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης Liddell & Scott}). Σημασία: α) αυτός που έχει ακόρεστη όρεξη για φαγητό, β) αυτός που τρώει πολύ, γ) άπληστος, αχόρταγος.
  8. Γερός, -ή, -ό: επίθετο < μτγν. ὑγιερός < αρχ. ὑγιηρός < ὑγιής. Σημασία: α) ο απόλυτα υγιής, β) ο εύρωστος, αυτός που διαθέτει μεγάλη σωματική και ψυχική δύναμη και μπορεί να αντέχει οποιαδήποτε δυσκολία, ο εξαιρετικά ικανός, γ) σπουδαίος, σημαντικός π.χ. «μού παρουσιάστηκε γερή ευκαιρία».
  9. Αλεξίπτωτο, το: ουσιαστικό· παράγεται από το ομηρικό ρ. ἀλέξω (αποκρούω, προστατεύω) + πτω- < ρ. πίπτω· παρκ. πί-πτω-κα (=έχω πέσει). Επισημαίνεται ότι το πρόθημα αλεξι- απαντά σε λέξεις σύνθετες, που είναι μεταφραστικά δάνεια από τη γαλλική γλώσσα [αλεξικέραυνο, αλεξίσφαιρο, αλεξιβρόχιο (=ομπρέλλα) κ.ά.].
    Σημασία: πτυσσόμενη συσκευή σε σχήμα ομπρέλλας, που επιτρέπει την ομαλή και ασφαλή πτώση κατά τη ρίψη ανθρώπου από αεροπλάνο.
  10. Λιβάδι, το: ουσιαστικό· μτγν λιβάδιον, τό < υποκορ. του αρχ. λιβάς (-άδος), ἡ (=καθετί που πέφτει προς τα κάτω, σταλαγμός νερού, στάσιμο νερό, πηγή, ρυάκι)’ παράγεται από το ρήμα λείβω (= στάζω, χύνω, αφήνω κάτι να καταρρέει, αφήνω να πέσει δάκρυ). Από το θ. λειβ- υπάρχει και παλαιότερη γραφή λειβάδι από το θ. λιβ- παράγονται και τα λιμήν (λιμάνι), λίμνη. Σημασία: α) έκταση γης σκεπασμένη με χορτάρι, βοσκοτόπι [συν. (λόγ.) λειμώνας, ο < αρχ. λ. λειμών, ὁ < λείβω], β) η ρηχή λιμνοθάλασσα, στην οποία εκτρέφονται ψάρια (Γ. Μπαμπινιώτης).

Συντμήσεις: 

αρχ. = αρχαία (ο), 
επίθ. = επίθετο, 
θ. = θέμα, 
κ.ά. = και άλλα, 
λ. = λέξη, 
λόγ. = λόγια(γλώσσα), 
μεσν. = μεσαιωνικό, 
μτγν. = μεταγενέστερα, 
μτφ. = μεταφορικά, 
πρβλ. = παράβαλε, 
παρκ. = παρακείμενος, 
ρ. = ρήμα, 
συν. = συνώνυμο, 
συνθ. = σύνθετο.

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος γ΄)

Με μια ομάδα ρημάτων θα ασχοληθώ στη σημερινή ενότητα. Η ορθογραφία τους δεν έχει ιδιαίτερη δυσκολία. Μεγάλου όμως ενδιαφέροντος και ξεχωριστής προσοχής είναι άξια α) η ετυμολογική τους δομή και β) η σημασιολογική τους «περιπέτεια» και διαφοροποίηση από τον αρχικό τους σχηματισμό μέχρι σήμερα. Η επιλογή των ρημάτων αυτών είναι απλά ενδεικτική από αρκετά άλλα ρήματα που παρουσιάζουν ανάλογο ενδιαφέρον στο σχηματισμό τους και στη σημασία τους. Ωστόσο ο σχολιασμός τριών (3) ρημάτων συγγενών στη σημασία (δημιουργώ, δουλεύω, κάνω) καταδεικνύει την μεγάλη αρετή της γλώσσας μας να δημιουργεί με άνεση ξεχωριστές λέξεις για την απόδοση των λεπτών αποχρώσεων μιας έννοιας!

Έρχομαι στο προκείμενο:

1) Βοηθώ: αρχαίο ρήμα: «βοηθῶ (-έω)» < βοηθός, ὁ, ἡ < βοή, ἡ + θέω (=τρέχω). Επομένως αρχικά είχε τη σημασία του « τρέχω, σπεύδω σε ακουόμενη βοή που προέρχεται από κάποιον, που διατρέχει σοβαρό κίνδυνο». Στην νεοελληνική έχει ευρύτερη σημασία: α) συντρέχω, υποστηρίζω κάποιον να ξεπεράσει τις δυσκολίες του, β) ευνοώ (γενικά) κάποιον να πετύχει κάτι, επιφυλάσσω ειδική μεταχείριση σ’ αυτόν.

2) Δουλεύω: αρχαίο ρήμα· παράγεται από την αρχ. λ. δοῦλος < δῶ (-έω) = δεσμεύω, δένω, φυλακίζω· η αρχική σημασία ήταν: «είμαι δούλος, υπηρετώ κάποιον δουλικά». Στις μέρες μας το ρ. δουλεύω ση μασιό λογικά ταυτίστηκε με το ρ. εργάζομαι. Ωστόσο ο νεοέλληνας πιστεύω, όταν λέει «δουλεύω ή έχω δουλειά», υποσυνείδητα εννοεί «εργάζομαι κατ’ ανάγκην για να αποκτήσω τα απαραίτητα για τη ζωή μου. Ο αρχαίος Έλληνας όμως ενσυνείδητα αποδεχόταν την εργασία ως την απαραίτητη δραστηριότητα για να καταξιωθεί στη ζωή του, για να έχει νόημα και ουσία η καθημερινότητά του. Ο επικός ποιητής Ησίοδος έλεγε «ἔργον οὐδὲν τὄνειδος, ἀεργίη δὲ τὄνειδος» (δηλαδή καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, ενώ ντροπή είναι να μη θέλει κανείς να εργάζεται). Συμπέρασμα: για τους αρχαίους Έλληνες ήταν διαφορετικό πράγμα, δραστηριότητα η εργασία από τη δουλειά!

3) Δημιουργώ: αρχ. ρ. δηµιουργῶ (-έω)· παράγεται από την αρχ. λ. δημιουργός, ὁ, ἡ <δήμιο- ( < δῆμος) + *Fεργός < ἔργον. Η αρχική σημασία της λ. δημιουργός ήταν « αυτός που ασχολείται για τον δήμο, για το λαό σε εργασίες κοινής ωφέλειας, ο τεχνίτης· ανάλογη σημασία είχε και το ρ. δημιουργώ (= εργάζομαι προσφέροντας της υπηρεσίες μου για το κοινό καλό, για τον λαό). Στην νεοελληνική γλώσσα είναι συνώνυμο των ρ. εργάζομαι, ασγολούμαι, κάνω κ.ά., αλλά διαφοροποιείται απ’ αυτά καθώς έχει κατά βάση τη σημασία του « προσπαθώ με ένα είδος έμπνευσης να κατασκευάσω κάτι προσωπικό μεν, αλλά σπουδαίο και σοβαρό (πρβ. ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, ο άνθρωπος αυτός δημιούργησε μεγάλη περιουσία κ.ά.). Το ρ. μεταγενέστερα χρησιμοποιείται και προς δήλωση αρνητικών καταστάσεων, όπως π.χ. δημιουργώ μεγάλη σύγχυση, φασαρία, οξύτητα κ.λπ. δημιουργώ υποψία, ρήγμα στις σχέσεις, εμπόδιο, δυσαρέσκεια κ.λπ.

4) Κάνω: μεσν. ρ· προέρχεται από το αρχ. ρ. κάμνω (=εκτελώ με κόπο κάτι, καταπονούμαι, κουράζομαι)· πρβλ. τη λέξη κάματος (=κούραση). Το ρ. έχει πολλές χρήσεις στον νεοελληνικό λόγο, δηλωτικό πάντοτε της μικρής ή μεγάλης προσπάθειας για πράξη, για ενέργεια. Χρησιμοποιείται στη θέση πολλών συνώνυμων και ταυτόσημων ρ. (εργάζομαι, εκτελώ, δρω, ενεργώ, δημιουργώ, φτειά(χ)νω κ.ά.) υποκαθιστώντας τα άνετα και εύστοχα. Είναι ένα είδος «μπαλαντέρ» στον χώρο των ρ. που δηλώνουν ενέργεια, δράση!

5) Καθηλώνω: αρχ. ρ. Καθηλῶ (-ὁω) + ἡλω < ἧλος (= καρφί), ὁ. Σημαίνει: α) καρφώνω, στερεώνω καλά με καρφιά, β) (μτφ.) ακινητοποιώ κάποιν, τον εξαναγκάζω να μην κουνηθεί από τη θέση του. Παράγωγο: καθήλωση (=ακινητοποίηση του σώματος με καρφιά, (μτφ.) διατήρηση, σταθεροποίηση)· αντίθετη η έννοια της αποκαθήλωσης, που σημαίνει το ξεκάρφωμα, την απόσπαση των ηλων (καρφιών)· πρβλ: η Αποκαθήλωση: η απόσπαση και η καταβίβαση του σώματος του Χριστού από τον Σταυρό. Συγγενής του ρ. καθηλώνω είναι η σημασία του ρ. προσηλώνω [=καρφώνω, επικεντρώνω σταθερά (κυρίως το βλέμμα].

6) Κοιτάζω: αρχ. ρ. κοιτάζω < κοίτη, ἡ < ρ. κεῖμαι (=βρίσκομαι κάτω, κείτομαι, (επί νεκρών) είμαι νεκρός, βρίσκομαι ενγένει). Αρχική σημασία του ρ.: «βάζω κάποιον στην κοίτη (=κρεβάτι), ξαπλώνω. Η σημερινή σημασία οφείλεται στην πρακτική των φρουρών να έχουν την κοίτη (κρεβάτι) τους στο φυλάκιο, από το οποίο επαγρυπνούσαν ως φρουροί (Γ. Μπαμπινιώτης). Μεταγενέστερα το ρ. κατέστη συνώνυμο του βλέπω: έχω στραμμένο το βλέμμα μου, παρατηρώ με προσοχή, φροντίζω, νοιάζομαι, δίνω προσοχή.

7) Μπαίνω: μεσν. ρ.· ἐµπαίνω < αρχ. ἐµβαίνω < ἐν + βαίνω. Η αρχική κυριολεκτική σημασία του είναι: «από εξωτερικό χώρο κινούμαι και εισέρχομαι σε εσωτερικό»· άλλωστε η πρόθεση ἐν δηλώνει γενικά εντοπισμό, στάση σε τόπο, προϋποθέτοντας κάποιες φορές κίνηση εκ των έξω προς τα μέσα. Η σημερινή του σημασία ποικίλλει κατά περίπτωση, ενώ λεπτές αποχρώσεις της έννοιας αποδίδονται με τα συνώνυμά του: εισδύω, εισέρχομαι. εισβάλλω, εισχωρώ.

* F (το επονομαζόμενο δίγαμμα): το έκτο γράμμα (F) του πολύ αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου· η ασθενής άρθρωση του γράμματος αυτού ήταν η αιτία να αποβληθεί από την ελληνική και τελικά να αποσιωποιηθεί.

Συντμήσεις:

αρχ. = αρχαίο (α),
κ. ά = και άλλα
λ. =λέξη,
μεσν. = μεσαιωνικό
πρβλ. = παράβαλε,
ρ. = ρήμα

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος β΄)

Στη σημερινή ενότητα έχω επιλέξει και συμπεριλάβει για ετυμολόγηση λέξεις, των οποίων η ορθογραφία αγνοείται κάπως ή τελείως από πολλούς νεοέλληνες και εν γένει σ’ αρκετούς διίστανται οι απόψεις και οι γνώμες ως προς την ορθή γραφή τους. Αυτών των λέξεων επιβάλλεται η γνώση της ετυμολογίας, για να γράφουμε σωστά τη γλώσσα μας. 

Μερικές λοιπόν απ’ αυτές, κι όχι όλες (είναι άλλωστε αδύνατο κάτι τέτοιο!), αναφέρω στη σημερινή μου λίστα:
  1. Δικλίδα, η: ουσ.· προέρχεται από το αρχ. δικλίς, ἡ (-ίδος), σύνθετο από το δι- < δίς + θ. κλι- του ρ. κλίνω (= γέρνω). Αρχικά είχε τη σημασία: «δίφυλλη πόρτα», δηλ. τη στερεή, την απαραβίαστη θύρα· αργότερα, στις μέρες μας, απέκτησε μετφ. σημασίες, όπως στη φράση δικλίδα ασφαλιστική / δικλίδα ασφαλείας (= i. βαλβίδα που ρυθμίζει την ασφαλή και βαθμιαία έξοδο του ατμού από λέβητα, ii. (μτφ.) καθετί που προστατεύει από κίνδυνο, από δυσάρεστες εξελίξεις)· η γραφή δικλείδα (από το δι- + κλείνω) είναι εσφαλμένη.
  2. Δωσίλογος, ο, η: ουσ.· προέρχεται από το θ. δω- του αρχ. ρ. δίδωμι (μέλλοντας δώσω) και τη λ. λόγος (δωσ- + λόγος). Σημαίνει: αυτόν που είναι υποχρεωμένος να λογοδοτήσει για τις πράξεις του, για τις παράνομες ενέργειές του, τον υπόλογο, τον υπεύθυνο· // (νεολογισμός) εκείνον που κατά τη διάρκεια της Κατοχής κατέδωσε στον εχθρό έλληνες ή ξένους υπηκόους, που εργάζονταν για τον εθνικό ή συμμαχικό αγώνα και γενικά εκείνον που κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο είχε σε κατεχόμενη χώρα στρατιωτική, πολιτική ή οικονομική συνεργασία με τον εχθρό. Η γραφή δοσίλογος δεν θεωρείται σωστή, μολονότι πολλοί την αποδέχονται.
  3. Επεισόδιο, το: ουσ.· αρχ. λ. ἐπεισόδιον, τό, σύνθετη απο την πρόθεση ἐπί + εἴσοδος· κατά τη σύνθεση το -ι- της πρόθεσης έπαθε έκθλιψη (αποβλήθηκε) μπροστά από το -ει- της λέξης είσοδος· γι’ αυτο είναι λανθασμένη η γραφή επισόδιο, την οποία λίγοι υιοθετούν παρασυρμένοι από την πρόθεση επί. Η αρχική σημασία είναι: «το διαλογικό μέρος της τραγωδίας, που παρεμβάλλεται μεταξύ δύο χορικών». Μεταγενέστερη σημασία: «Περιστατικό που ξαφνιάζει, το συμβάν, η λογομαχία, ο καβγάς»· στη λογοτεχνία: «κάθε αυτοτελής διήγηση ή σκηνή σε λογοτεχνικό έργο».
  4. Επικεφαλής: επίρρημα· προήλθε από το εμπρόθετο ἐπί κεφαλῆς και χρησιμοποιείται ως επιρρηματική ή άκλιτη λέξη σε θέση ουσιαστικού ή επιθέτου. Έχει τη σημασία του «αρχηγού, αυτού που βρίσκεται στην πρώτη θέση, στην κορυφή»· π.χ. «οι επικεφαλής του στρατεύματος είχαν λάβει την απόφαση να γίνει επίθεση». Πολλοί εκλαμβάνουν τη λέξη ως επίθετο κλίνοντάς την ως σιγμόληκτο επίθετο:
    του επικεφαλούς, τον επικεφαλή, …, οι επικεφαλείς κ.λπ., υποπίπτοντας προφανώς σε σοβαρό λάθος.
  5. Λημέρι, το: ουσ.· παράγεται από δύσχρηστο ρ. ολημερίζω (περνώ όλη τη μέρα) κι αυτό από το ὁλο(ή)μερος, σύνθετο από το ολ(ο) + ήμερος < ἡμέρα. Σημασία του: «το μέρος όπου ζω όλη σχεδόν την ημέρα, έχοντάς το ως κρησφύγετο» // «(επί τουρκοκρατίας), τόπος διαμονής κλεφτών και αρματολών» // «φωλιά αγρίων ζώων»
  6. Ξηλώνω: ρήμα· προέρχεται από το μεσν. ρ. ἐξηλώ (-όω) (ξεκαρφώνω) < ἐξ + ἡλώ < ἧλος, ὁ (=το καρφί). Παλαιότερα η λέξη γραφόταν και με -υ- (ξυλώνω) προερχόμενη από τη λ. ξύλο· ωστόσο η αρχική σημ. ξεκαρφώνω (ἐξ + ἧλος=καρφί) απορρίπτει τη γραφή αυτή. Σημασία: i. αποσπώ κάτι που έχει ραφτεί σε ένδυμα, ii. αποσυναρμολογώ κάτι, iii. διώχνω κάποιον από την εργασία του, από τη θέση που κατέχει.
  7. Οισοφάγος, ο: ουσ. Η λέξη είναι σύνθετη από τον μέλλοντα οἴσω (=θα φέρω) του ρ. φέρω + -φάγος < απαρέμφατο φαγεῖν του αρχ. ρ. ἐσθίω (= τρώγω)· η ετυμολογία αυτή συνάδει με τη σημασία που έχει η λέξη: «το σωληνοειδές μυώδες όργανο, που θα ωθήσει και (θα) μεταφέρει την τροφή στο στομάχι.
  8. Ορθοπεδικός, ο, η: ουσ. Η λέξη προέρχεται από το επίθετο ορθοπεδικός, ο, η (= αυτός που έχει σχέση με την επιστήμη της ορθοπεδικής). Απαντά και γραφή με -αι- (ορθοπαιδικός), που θεωρείται από πολλούς σωστή· η εξήγηση: ο όρος ορθοπαιδικός πλάστηκε το 1741 από τον Γάλλο ιατρό Nicolas Andry και αναφερόταν στην πρόληψη και θεραπεία των σωματικών δυσπλασιών στα παιδιά. Αργότερα ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε και για τους ενηλίκους· καθιερώθηκε, παρετυμολογικά ίσως, και η γραφή ορθοπεδική ως σύνθετη από το ορθο- < ορθός, ο + το λατ. pes, pedis (= το πόδι) ή το ελληνικό πέδη, ἡ (=το πόδι)· πρβλ. και τα σύνθετα τροχο-πέδη, χειρο-πέδη κ.λπ.. Σημασία: ο ιατρός που είναι ειδικός για την ορθοπεδική.

Συντμήσεις:

αρχ. = αρχαία (ο),
ρ. = ρήμα,
θ. = θέμα,
λατ. = λατινικό,
λ. =λέξη,
μεσν. = μεσαιωνικό,
ουσ . = ουσιαστικό,
πρβλ. = παράβαλε.

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος α΄)

Πολλά πολλοί είπαν και έγραψαν, εξακολουθούν να λένε και να γράφουν -και καλά κάνουν- σχετικά με τη γλώσσα μας, την ελληνική γλώσσα. Εκφράζουν τον θαυμασμό τους για την τελειότητά της στην απόδοση και έκφραση λεπτότατων εννοιών της επιστήμης και της φιλοσοφίας· την εκθειάζουν για την ικανότητα που έχει να διεισδύει στο χώρο των άλλων συγγενών στην προέλευση γλωσσών, να διαφεντεύει σ’ αυτές προσφέροντας λέξεις σε βασικές έννοιες, όπως φιλοσοφία, φιλολογία, πολιτική, δημοκρατία, ιστορία, δράμα, αθλητισμός, πρόβλημα κλπ. Στην αγγλική γλώσσα, που είναι η περισσότερο διαδεδομένη σ’ ολόκληρο τον κόσμο -γι’ αυτό άλλωστε είναι και διεθνής- το ένα πέμπτο περίπου των λέξεων είναι ελληνικές ή ελληνογενείς!

Δεν θα πλατειάσω περισσότερο. Προτίθεμαι, επειδή κι εγώ ανήκω στη μεγάλη χορεία των θαυμαστών και εραστών του ελληνικού λόγου, και με την ιδιότητά μου ως μελετητή και δασκάλου της ελληνικής γλώσσας, να αναφερθώ στο χώρο της. Συγκεκριμένα θα επιδιώξω να καταδείξω το ενιαίο της γλώσσας από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα: θα παρουσιάσω την ετυμολογία, τη σημασία, όποτε χρειάζεται, και την «ιστορία», ως προς την μεταβολή της σημασίας ορισμένων λέξεων της Νέας Ελληνικής Γλώσσας κατά τη μακρόχρονη πορεία της από την αρχαία περίοδο μέχρι τις μέρες μας.

Διευκρινίζω, τέλος, ότι οι λέξεις που θα σχολιαστούν με τον τρόπο που παραπάνω ανέφερα, δεν θα παρατεθούν με αλφαβητική σειρά. Η επιλογή τους άλλωστε γίνεται από τον πλούσιο θησαυρό της γλώσσας μας και θέλω κάθε μια λέξη να διατηρήσει την αυθεντική της «προσωπικότητα», μη ακολουθώντας σώνει και καλά η μία λέξη την άλλη σαν στρατιωτάκια σε μια αυστηρά ζυγισμένη γραμμή!

Και τώρα ας έλθουμε στο προκείμενο:

  1. Ὡραίος, -α, -ο: επίθετο· λέξη αρχαία, παραγόμενη από τη λέξη ὥρα (ἡ) που είχε πολλές σημασίες: α) μέρος του έτους, οι εποχές του έτους, (κυρίως) η εποχή της άνοιξης, της νεότητας του έτους, β) το ένα εικοσιτετράωρο (1/24) του ημερονυκτίου. Και το επίθετο αρχικά, στην αρχαιότητα, είχε ανάλογη σημασία, όπως i) αυτός που παράγεται ή γίνεται, κυρίως επί καρπών, την κατάλληλη εποχή (ὥρα), την άνοιξη ή το καλοκαίρι, ii) αυτός που συμβαίνει εγκαίρως, στην ώρα του, iii) ο ώριμος για ένα πράγμα (επί προσώπων). Στις μέρες μας είναι γνωστή η σημασία του επιθέτου. Αυτός που έχει καλή εμφάνιση, αλλά (μεταφορικά) και ο καλός, ο ευχάριστος, ο χρήσιμος, είτε για πρόσωπα είτε για πράγματα, π.χ. «ωραίος άνθρωπος», «ωραία μέρα».
  2. Κουράζω-κουράζομαι: ρήμα· παράγεται από τη λέξη κουρά (η), η οποία παράγεται από το αρχαίο ρ. κείρω (=κουρεύω). Η Κουρά ήταν την εποχή του Μεσαίωνα επίπονη τελετή, που διαρκούσε αρκετό χρονικό διάστημα, για την οριστική χρίση των μοναχών· κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα και στα δικά μας μοναστήρια. Έτσι το ρ. κουράζω αρχικά είχε την σημασία του: ταλαιπωρώ δια της Κουράς σιγά-σιγά επεκτάθηκε και γενικεύθηκε η σημασία του και κατέστη συνώνυμο του: καταπονώ εν γένει, ταλαιπωρώ.
  3. Παίρνω: ρήμα· σχετίζεται με το μεσν. ρ. ἐπαίρνω, το οποίο προήλθε από το αρχαίο ρ. ἐπαίρω, σύνθετο από την πρόθεση ἐπί και το ρ. αἴρω (= σηκώνω, υψώνω) αρα παίρνω < μεσν. ἐπαίρνω < ἐπαίρω. Η αρχική σημασία του ρ. παίρνω είναι: «μεταφέρω κάτι σηκώνοντάς το από τη θέση του»· σιγά-σιγά απόκτησε πολλές και ποικίλες μεταφορικές σημασίες.
  4. Μαλώνω: ρήμα· προέρχεται από το μεσν. ρ. ὁμαλώνω (ρ. δύσχρηστο) κι αυτό από το αρχ. ὁμαλὸς, -ή, -όν. Η λέξη επομένως αρχικά είχε τη σημασία του «εξομαλύνω, διορθώνω, ισιάζω», απ’ όπου μεταγενέστερα μετέπεσε στη σημασία του «επιπλήττω κάποιον αυστηρά, προσπαθώντας να τον διορθώσω ως προς τα σφάλματά του». Στον νεοελληνικό λόγο το ρ. σημαίνει: «κατηγορώ έντονα κάποιον, καβγαδίζω με κάποιον, διακόπτω τις φιλικές μου σχέσεις»· πάντως, νομίζω ότι και στη σημερινή σημασία υπολανθάνει και η αρχική σημασία του: «επιπλήττω κάποιον για να του διορθώσω τα σφάλματά του».
  5. Τιμωρός (ο, η): ουσιαστικό· λέξη αρχαία. Είναι σύνθετη από το τιμή + ὤρα, ἡ (= φροντίδα). Η αρχική σημασία ήταν: « αυτός που φροντίζει για την τιμή κάποιου»· άλλωστε το ρ. «τιμωρῶ + δοτ.» σήμαινε «βοηθώ κάποιον»· αργότερα το ρ. «τιμωρῶ + αιτ.» είχε και έχει και σήμερα τη σημασία « τιμωρώ κάποιον για να τον συνετίσω, στη νομική γλώσσα», σε αντίθεση με το επίσης αρχαίο ρήμα κολάζω + αιτ. (=τιμωρώ κάποιον για εκδίκηση, εκδικούμαι). Κατ’ άλλην εκδοχή η λέξη τιμωρός είναι σύνθετη από το «τιμή + -ωρός < ὄρομαι/ὁρῶ (=βλέπω, φυλάσσω, προστατεύω),

Συντμήσεις:

αιτιατ. = αιτιατική,
αρχ. = αρχαία (ο),
δοτ. = δοτική,
μεσν. = μεσαιωνικό,
ρ. = ρήμα.

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr