[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- αρχαιομάθεια η [arxeomáθia] Ο27 : α.η γνώση της αρχαιότητας (ιδίως της ελληνικής και της ρωμαϊκής). β. η γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. [λόγ. αρχαιομαθ(ής) -εια]
[Λεξικό Γεωργακά]
- αρχαιομάθεια [arçeomáθia] η, (L)
- knowledge of (mainly classical) antiquity (syn αρχαιογνωσία 1):
- περιηγητές με κάποια ~στέκονταν με δέος μπροστά στα ερείπια των Mυκηνών (Papachatzis) |
- η αρχαιομάθειά του .. τον ευκόλυνε ν' αντλήσει ποιητική ουσία από ανεκτίμητα αρχαία πρότυπα (Stasinop) |
- η αρχαιομάθειά του αυτή δεν ήταν ασυμβίβαστη με τη βαθιά θρησκευτική κατάρτισή του (Vacalop)
[fr kath (neol Koumanoudis) αρχαιομάθεια, der of αρχαιομαθής]- knowledge of (mainly classical) antiquity (syn αρχαιογνωσία 1):
[Λεξικό Γεωργακά]
- αρχαιομαθής [arçeomaθís] ο, η, (L)
- person knowledgeable in or studying matters of (classical) antiquity (near-syn αρχαιογνώστης):
- θα κάνει ν' ανοίξουν μεγάλα τα μάτια τους οι σοφοί μας αρχαιομαθείς (Myrtiotissa)
[fr kath (neol Koumanoudis) αρχαιομαθής, cpd w. combin form -μαθής; cf γλωσσομαθής, νομομαθής, πολυμαθής etc]- person knowledgeable in or studying matters of (classical) antiquity (near-syn αρχαιογνώστης):
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- αρχαιομαθής -ής -ές [arxeomaθís] Ε10 : (για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από αρχαιομάθεια. α. που γνωρίζει καλά τα σχετικά με την αρχαιότητα (ιδίως την ελληνική και τη ρωμαϊκή). || (ως ουσ.) ο αρχαιομαθής. β. που γνωρίζει καλά την αρχαία ελληνική γλώσσα. || (ως ουσ.) ο αρχαιομαθής. [λόγ. αρχαιο- + -μαθής]

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου