Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Το φαινόμενο της έλξης του αναφορικού

Ένα από τα συντακτικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που συνήθως δυσκολεύουν τους μαθητές και τις μαθήτριες του Λυκείου είναι η έλξη του αναφορικού! 

Η φαινόμενο της έλξης αφορά τη σχέση ανάμεσα στην αναφορική αντωνυμία που εισάγει την αναφορική πρόταση και το προσδιοριζόμενο από την αναφορική πρόταση όνομα (τον όρο αναφοράς), που συνήθως είναι ένα ουσιαστικό!
 
Σύμφωνα με τους κανόνες του συντακτικού, η αντωνυμία που εισάγει την αναφορική πρόταση συμφωνεί με το προσδιοριζόμενο όνομα κατά γένος και αριθμό, όμως η πτώση της προκύπτει από τη συντακτική θέση της ίδιας της αντωνυμίας μέσα στην αναφορική πρόταση, όπου και βρίσκεται. 

Για παράδειγμα, στην περίοδο,

η αναφορική αντωνυμία , που εισάγει την αναφορική πρόταση , τοποθετείται σε θηλυκό γένος και ενικό αριθμό, συμφωνώντας με το προσδιοριζόμενο όνομα κατά γένος και αριθμό, όμως τίθεται σε πτώση αιτιατική, διότι συντακτικά λειτουργεί ως αντικείμενο στο ρήμα που συντάσσεται με πτώση αιτιατική.
Όμως, πολύ συχνά, η αναφορική αντωνυμία έλκεται από την πτώση του προσδιοριζόμενου ονόματος. 

Στο προηγούμενο παράδειγμα,

η αντωνυμία είναι πιθανό μέσα στο αρχαίο κείμενο να έχει τοποθετηθεί σε πτώση γενική και όχι σε αιτιατική, επηρεασμένη από τη γενική πτώση του προσδιοριζόμενου ονόματος .
Σ’ αυτήν την περίπτωση, η αντωνυμία που εισάγει την αναφορική πρόταση συμφωνεί κατά γένος, αριθμό και πτώση με το προσδιοριζόμενο όνομα και, παρότι η απόδοση της πρότασης στα νέα ελληνικά δεν έχει καμία διαφορά με πριν, είναι φανερό ότι η αντωνυμία δεν μπορεί πια να συνταχθεί μέσα στην αναφορική πρόταση, παρά μόνο αν την μετατρέψουμε σε αιτιατική.
Ας δούμε λίγα ακόμα παραδείγματα:

Πάντως, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι κάθε φορά που η αναφορική αντωνυμία συμφωνεί στην πτώση με το προσδιοριζόμενο όνομα δεν είναι βέβαιο ότι υπάρχει έλξη του αναφορικού, διότι η συγκεκριμένη πτώση είναι δυνατό να υπαγορεύεται και από την ίδια τη συντακτική θέση της αντωνυμίας μέσα στην αναφορική πρόταση. 
Για παράδειγμα, στην περίοδο

η αναφορική αντωνυμία τοποθετείται μεν στην ίδια πτώση με το προσδιοριζόμενο όνομα (δηλαδή σε γενική), όμως η γενική είναι η πτώση που υπαγορεύεται και από τη συντακτική θέση της αντωνυμίας μέσα στην αναφορική πρόταση, καθώς το ρήμα συντάσσεται με αντικείμενο σε πτώση γενική.
Τέλος, αξίζει να γίνει μια σύντομη αναφορά και στο φαινόμενο της... αντίστροφης έλξης, που δεν είναι σπάνιο στα αρχαία κείμενα. Πρόκειται για την περίπτωση που δεν υφίσταται έλξη η αναφορική αντωνυμία από το προσδιοριζόμενο όνομα, αλλά η πτώση του ονόματος έλκεται από την πτώση της αναφορικής αντωνυμίας. 
Για παράδειγμα, στην περίοδο του Ξενοφώντα

η αναφορική αντωνυμία δεν επηρεάζεται από το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό , καθώς τίθεται – συντακτικά ορθά – σε πτώση αιτιατική με βάση τη σύνταξη της πρόθεσης . Αντίθετα όμως, το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό είναι αυτό που έλκεται αυτή τη φορά ως προς την πτώση από την αναφορική αντωνυμία. Διότι το ουσιαστικό ως υποκείμενο του βοηθητικού ρήματος θα έπρεπε να τίθεται σε πτώση ονομαστική και όχι σε πτώση αιτιατική. Έτσι, η περίοδος θα έπρεπε να εμφανίζεται ως εξής:

από philologika
για ασκήσεις κάνε κλικ εδώ