- ακούω και αισθάνομαι + γενική ( + κατ. μετχ. )= ακούω ή αισθάνομαι ο ίδιος ( αυτηκοϊα )
- ακούω και αισθάνομαι + αιτιατική ( + κατ. μετ. )= πληροφορούμαι
π.χ. ακούω του Κυρου ερχομένου = ακούω ότι ο Κύρος έρχεται
ακούω τον Κυρον ερχόμενον = πληροφορουμαι ότι ο Κύρος …
αθύμως έχω
βαρέως φέρω
χαλεπως φέρω
ανιωμαι
άχθομαι
λυπουμαι
- προσδέχομαι = δέχομαι ευχάριστα, περιμένω
- μηδέ οίτινες ωσιν = πάντες
- στασιάζω = επαναστατώ,
- σστάση= επανάσταση, εμφύλια διαμάχηστασιαστικός = ταραχοποιόςτασιάζοντες αυτοί εν αυτοις = εμπλεκόμενοι σε εμφύλιες διαμάχες
- ανέλκω ναυς = τραβώ τα πλοία στην ξηρά
έλκωειλκονέλξω ή ελκύσωείλκυσα ή ειλξαείλκυκαειλκύκειν
- αναψύχω = στεγνώνω
- αποτειχίζω = αποκλείω με τείχος
- επιστέλλω = παραγγέλνω, διατάζω ( από μακριά )
Β.Δ