Ετυμολόγησης λέξεων συνέχεια. Και πάλι οι λέξεις που επιλέγουμε παρουσιάζουν ξεχωριστό ενδιαφέρον ως προς την καταγωγή τους, την «ιστορική» τους διαδρομή και τον σχηματισμό τους.
Επαναλαμβάνουμε και επιμένουμε ότι η επιλογή τους έγινε ανάμεσα από πολλές άλλες εξίσου σημαντικές, μερικών από τις οποίες θα έρθει παρακάτω, σε άλλες «επισκέψεις», η σειρά να σχολιάσουμε ετυμολογικά και σημασιολογικά.- Νοσταλγία, η: ουσιαστικό (μεσν.) < αρχ. λ. νόστος, ὁ (= η επιστροφή ξενιτεμένων στην πατρίδα) < ρ. νέομαι (=γυρίζω, επιστρέφω) + -αλγία < ἄλγος, τὸ (=πόνος). Σημασία: «επιθυμία που προέρχεται από έντονο πόθο για επιστροφή στην πατρική γη, αναπόληση ευχάριστων καταστάσεων του παρελθόντος, που συνήθως συνοδεύεται από κάποια δόση θλίψης και μελαγχολίας».
- Νήδυμος, -ος, -ον: επίθετο (εύχρηστο ως προσδιοριστικό της λ. ύπνος). Το επίθ. προήλθε από την ομηρική φράση ἔχεν ἥδυμος ὕπνος (= τον κατέλαβε γλυκός, ευχάριστος ύπνος), όπου το τελικό -ν της λ. ἔχεν θεωρήθηκε ως αρχικό του επιθ. ἥδυμος < ἡδύς, -εῖα, ἡδύ (=γλυκός, ευχάριστος). Σημασία: «ο αδιατάρακτος και (επομένως) ο ήρεμος, ο ευχάριστος».
- Λάφυρο, το: ουσιαστικό· μτγν. λάφυρον (χρησιμοποιείται συνήθως στον πληθυντικό: τά λάφυρα < αρχ. λάφυρα < θ. λαφ- < ρ. λαμβάνω (παρκ. εἴ-ληφ-α = έχω λάβει). Σημασία: «κάθε κινητό (συνήθως) πράγμα, αντικείμενο, που κυριεύεται από αντίπαλο σε περίοδο πολέμου, μάχης προϊόν λείας».
- Παλληκάρι και παλικάρι, το: ουσιαστικό (μεσν.) < παλληκάριον, τό, υποκοριστικό του αρχ. πάλληξ / πάλλαξ, ὁ (=παιδί που δεν έχει εισέλθει ακόμα στην εφηβεία)· η ετυμολογία δεν συνάδει με την ορθογραφία της λ. με -ι- και ένα -λ-. Σημασία: α) «άνδρας γενναίος και μαχητικός», β) «σφριγηλός και όμορφος νέος», γ) άνθωπος ικανότατος στη δουλειά του». Συν. λεβέντης.
-
Απαίσιος, -ια, -ο: επίθετο μτγν· είναι σύνθετο από την προθ. ἀπὸ ως
στερητικό + αἴσιος (= ευνοϊκος, ευοίωνος) < αρχ. αἶσα, ἡ (=το
πεπρωμένο, η μοίρα). Επισημαίνεται ότι η πρόθεση από ως πρώτο συνθ.
λέξεων, μεταξύ άλλων σημασιών, προσδίδει και τη σημασία της στέρησης,
απομάκρυνσης (πρβ. αποχωρώ [=δεν προχωρώ, φεύγω], αποβουτύρωση
[=αφαίρεση του βουτύρου], απογαλακτισμός κ.ά.).
Επομένως η λ. απαίσιος κυριολεκτικά σημαίνει: «αυτός που στερείται την αἶσαν, δηλ. την ευνοϊκή μοίρα και αργότερα (μτφ.) ο δυσάρεστος, ο πολύ άσχημος. - Νηστικός, -ή (ή -ιά), -ό: μτγν. νηστικός < αρχ. νῆστις, ὁ (=νηστικός) < νη-εδ-τις < νη- στερητικό + θ. -εδ- του ρ. ἔδω (=τρώγω).
- Λαίμαργος, -η, -ο: επίθετο· αρχ. λ. < επιτατικό λαι- + επίθ. μάργος, -η, -ο (= i. μανιακός, ορμητικός, ii. άπληστος, αχόρταγος {Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης Liddell & Scott}). Σημασία: α) αυτός που έχει ακόρεστη όρεξη για φαγητό, β) αυτός που τρώει πολύ, γ) άπληστος, αχόρταγος.
- Γερός, -ή, -ό: επίθετο < μτγν. ὑγιερός < αρχ. ὑγιηρός < ὑγιής. Σημασία: α) ο απόλυτα υγιής, β) ο εύρωστος, αυτός που διαθέτει μεγάλη σωματική και ψυχική δύναμη και μπορεί να αντέχει οποιαδήποτε δυσκολία, ο εξαιρετικά ικανός, γ) σπουδαίος, σημαντικός π.χ. «μού παρουσιάστηκε γερή ευκαιρία».
-
Αλεξίπτωτο, το: ουσιαστικό· παράγεται από το ομηρικό ρ. ἀλέξω
(αποκρούω, προστατεύω) + πτω- < ρ. πίπτω· παρκ. πί-πτω-κα (=έχω
πέσει). Επισημαίνεται ότι το πρόθημα αλεξι- απαντά σε λέξεις σύνθετες,
που είναι μεταφραστικά δάνεια από τη γαλλική γλώσσα [αλεξικέραυνο,
αλεξίσφαιρο, αλεξιβρόχιο (=ομπρέλλα) κ.ά.].
Σημασία: πτυσσόμενη συσκευή σε σχήμα ομπρέλλας, που επιτρέπει την ομαλή και ασφαλή πτώση κατά τη ρίψη ανθρώπου από αεροπλάνο. - Λιβάδι, το: ουσιαστικό· μτγν λιβάδιον, τό < υποκορ. του αρχ. λιβάς (-άδος), ἡ (=καθετί που πέφτει προς τα κάτω, σταλαγμός νερού, στάσιμο νερό, πηγή, ρυάκι)’ παράγεται από το ρήμα λείβω (= στάζω, χύνω, αφήνω κάτι να καταρρέει, αφήνω να πέσει δάκρυ). Από το θ. λειβ- υπάρχει και παλαιότερη γραφή λειβάδι από το θ. λιβ- παράγονται και τα λιμήν (λιμάνι), λίμνη. Σημασία: α) έκταση γης σκεπασμένη με χορτάρι, βοσκοτόπι [συν. (λόγ.) λειμώνας, ο < αρχ. λ. λειμών, ὁ < λείβω], β) η ρηχή λιμνοθάλασσα, στην οποία εκτρέφονται ψάρια (Γ. Μπαμπινιώτης).
Συντμήσεις:
αρχ. = αρχαία (ο),επίθ. = επίθετο,θ. = θέμα,κ.ά. = και άλλα,λ. = λέξη,λόγ. = λόγια(γλώσσα),μεσν. = μεσαιωνικό,μτγν. = μεταγενέστερα,μτφ. = μεταφορικά,πρβλ. = παράβαλε,παρκ. = παρακείμενος,ρ. = ρήμα,συν. = συνώνυμο,συνθ. = σύνθετο.
Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος
Η Ελληνική γλώσσα:





