Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021

Η αρχαιομάθεια πύλη για την απρόσκοπτη εκμάθηση της νεοελληνικής γλώσσας

Παρά την τεσσάρων αιώνων θαλερή παράδοση της κλασσικής εκπαίδευσης στην Κροατία, κατά την οποία η αρχαιομάθεια έζησε και εξακολουθεί να ζει τα θυελλώδη γεγονότα της μακράς ιστορίας της χώρας μου, καθώς και τις συνεχείς μεταρρυθμίσεις του εκπαιδευτικού της συστήματος, η Νεοελληνική Γλώσσα παραμένει άγνωστη, καθώς η εκμάθησή της άρχισε να θεμελιώνεται την τελευταία δεκαετία. Απαιτούνται πολλές και σκληρές προσπάθειες, ώστε να διευρυνθούν οι γνώσεις μας για την σύγχρονη Ελληνική Γλώσσα. Είναι ελάχιστοι οι καθηγητές των Αρχαίων Ελληνικών που γνωρίζουν και την Νεοελληνική, ώστε να μπορούν να δείξουν στους μαθητές την στενή σχέση των δύο γλωσσών. Βέβαια, το βασικότερο θέμα που τίθεται είναι, εάν πρόκειται για δύο ετερόκλητες γλώσσες ή τα νεοελληνικά αποτελούν μία από τις εξελικτικές φάσεις των Αρχαίων Ελληνικών, με τις αναπόφευκτες αλλαγές, που είναι εύλογες λόγω της μακροχρόνιας ιστορίας της γλώσσας αυτής. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η αρχαία μορφή επιβιώνει και στην σημερινή γλώσσα, όπως και η καθαρεύουσα, η οποία σε λιγότερο ή μεγαλύτερο βαθμό μαρτυρείται στην λογοτεχνία και τον επίσημο λόγο.

Έχοντας όμως υπ’ όψιν όλες τις δυσκολίες που ελλοχεύουν στην διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών σε όλους τους μαθητές, ακόμα και στα Ελληνόπουλα, ας αρκεστούμε στην ακροθιγή προσέγγιση του θέματος, την βασισμένη στην διάκριση: τα Αρχαία Ελληνικά σε σχέση με την σύγχρονη καθομιλουμένη γλώσσα.

Στην ως σήμερα αδιάλειπτη, εικοσαετή μου εμπειρία στην διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών, την εμπλουτισμένη με την βαθιά επαφή μου με τα νεοελληνικά, στην πρωτοβάθμια και την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, συνεχώς συναντάω πολλές γενιές φιλομαθών μαθητών, οι οποίοι με λιγότερες ή περισσότερες δυσκολίες μαθαίνουν τα Αρχαία Ελληνικά. Από την πρώτη στιγμή οι μαθητές μου με φέρνουν στην δύσκολη θέση να απαντώ στην βασική τους ερώτηση – γιατί μαθαίνουμε τα Αρχαία Ελληνικά, εάν δε θα μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε σήμερα. Ομολογώ ότι παλαιότερα δεν έβρισκα πάντα την κατάλληλη απάντηση που θα τους ικανοποιούσε (σήμερα όμως, χάρη στις ευρύτερες γνώσεις μου, ευελπιστώ πως η απάντησή μου τους ικανοποιεί).

Αναπολώντας το παρελθόν συνειδητοποιώ ότι σχεδόν πριν από δεκατέσσερα χρόνια, πρωτοήρθα στην Ελλάδα κάνοντας τα πρώτα μου βήματα στα Νέα Ελληνικά. Από τότε διατηρώ καθημερινή επαφή με την γλώσσα, προσπαθώντας παράλληλα μέσω των μαθημάτων των Αρχαίων Ελληνικών να μεταδώσω στους μαθητές μου τις βασικές γνώσεις της Νεοελληνικής.

Παρά το γεγονός ότι η αρχαιομάθεια με διευκόλυνε στην εκμάθηση της Νεοελληνικής, καθημερινά αντιμετώπιζα διάφορες δυσκολίες. Αξιοποιώντας εποικοδομητικά τις συζητήσεις που έκανα με τους άλλους συναδέλφους μου φιλολόγους που είχαν την ευκαιρία να διδαχτούν τα Νέα Ελληνικά, μου είναι αδύνατον στον τίτλο της σημερινής μου αναφοράς να μη θέσω το καίριο ερώτημα: εάν η αρχαιομάθεια πράγματι ανοίγει την πύλη για την απρόσκοπτη εκμάθηση της Νέας Ελληνικής ή μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη, να λειτουργήσει ως δίκοπο μαχαίρι;

Στην τετάρτη, την τελευταία τάξη του λυκείου, έχοντας ήδη μελετήσει όλα τα κορυφαία δείγματα της αρχαίας λογοτεχνίας, τον Όμηρο, τους λυρικούς, τους τραγικούς, καθώς και τους ιστορικούς, καταλήγουμε στην Καινή Διαθήκη, όπου διαβάζουμε την Α΄ Προς Κορινθίους Επιστολή. Το κείμενο αυτό, όχι μόνο μας διδάσκει τις βασικότατες αξίες του κάθε ανθρώπου, την πίστη, τον σεβασμό και την αγάπη, αλλά μας αποδεικνύει και την εξελικτική αλλαγή της γλώσσας.

Προς Κορινθίους, Α, 13.

Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν και εάν έχω πάσαν την πίστιν ώστε όρη μεθιστάναι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί. Καν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσωμαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.

     Εάν λαλώ τας γλώσσας των ανθρώπων και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, έγινα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και εξεύρω πάντα τα μυστήρια και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε να μετατοπίζω όρη, αγάπην δε μη έχω, είμαι ουδέν. Και εάν πάντα τα υπάρχοντά μου διανείμω, και εάν παραδώσω το σώμα μου δια να καυθώ, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.

Ήδη από την πρώτη ματιά ανακύπτουν οι αλλαγές που έλαβαν χώρα στην εξέλιξη της γλώσσας από την αρχαιότητα έως σήμερα.

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ταις γλώσσαις

γέγονα

ειδώ

ώστε όρη μεθιστάναι

ουδέν

ψωμίσω

παραδώ

ίνα καυθήσωμαι

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

=     τας γλώσσας

=     έγινα

=     εξεύρω

=     ώστε να μετατοπίζω όρη

=     ουδέν

=     διανείμω

=     παραδώσω

=     δια να καυθώ

Η διαφορά εντοπίζεται σε λίγα μόνο σημεία, στην αντικατάσταση της δοτικής από την αιτιατική και την αλλαγή μορφής μερικών ρημάτων. Εν συνεχεία εξηγώ στους μαθητές τις προφανείς αλλαγές της γλώσσας στην ιστορική της εξέλιξη.

Βέβαια, στην αρχή είναι δύσκολο για τα παιδιά να διαπιστώσουν ότι οι διαφορές είναι ελάχιστες, δεδομένου ότι στην Κροατία, όπως και σε άλλες χώρες, τα Αρχαία Ελληνικά διδάσκονται με ερασμιακή προφορά. Υπερβαίνοντας το αρχικό εμπόδιο – την διαφορετική προφορά οι μαθητές πετυχαίνουν να μπουν στην ουσία.

Έχω εντοπίσει μερικά στοιχεία, τα οποία αντιπροσωπεύουν για τους μαθητές δυσκολία κατά την επαφή τους με τα Αρχαία Ελληνικά. Έτσι, στο ερωτηματολόγιο που τους διένειμα, οι μαθητές σημείωσαν σε κλίμακα από 1-10 κατά πόσον τους εμποδίζουν τα συγκεκριμένα δεδομένα:

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

  1. Τονικό σύστημα (7)
  2. Πνεύματα (2) – λόγω απροσεξίας και βιασύνης
  3. Τα με υπογεγραμμένη α, η, ω (3) – λόγω αμέλειας ή έλλειψης κατανόησης για την χρήση τους
  4. Τα αρσενικά της Α΄ κλίσης σε – ας/- ης (8)
  5. Τα πολλά θέματα των ουσιαστικών της Γ΄ κλίσης (10)
  6. Η υποτακτική και η ευκτική των ρημάτων (10)
  7. Χρόνοι – αόριστος, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, τετελεσμένος μέλλοντας και παθητικός αόριστος (10)
  8. Ανώμαλα ρήματα (10).

Μόλις αντιλαμβάνονται ότι τα περισσότερα από αυτά δεν υπάρχουν στα νεοελληνικά ή έχουν απλοποιηθεί, ομόφωνα θέτουν την ερώτηση: Γιατί δε μαθαίνουμε τα νεοελληνικά αντί να παιδευόμαστε με τα αρχαία;

Βέβαια θα παρατηρήσουμε ότι στα νεοελληνικά σε αυτά τα σημεία έχουν γίνει οι εξής αλλαγές:

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

  1. Τονίζονται μόνο οι δισύλλαβες ή πολυσύλλαβες λέξεις και μάλιστα μόνο με οξεία
  2. Και τα δύο πνεύματα έχουν καταργηθεί
  3. Τα με υπογεγραμμένη α, η, ω δεν χρησιμοποιούνται
  4. Τα αρσενικά της Α΄ κλίσης σε – ας/- ης σχηματίζουν διαφορετικά την γενική
  5. Τα περισσότερα ουσιαστικά της Γ΄ κλίσης έχουν πάρει την μορφή της Α΄ κλίσης, με εξαίρεση την γενική ενικού και πληθυντικού των ουσιαστικών σε – ις (δύναμη – δυνάμεως / δυνάμεων), των ουδετέρων σε – ος (γένος) και – μα (όνομα), καθώς και μερικών ουσιαστικών με το θέμα σε – ν / – ντ (καθήκον).

Τα ιδιόκλητα ουσιαστικά, όπως γυνή (γυναικός), θρίξ (τριχός), βασιλεύς (βασιλέως), Ζεύς (Διός) έχουν αντικατασταθεί από τις αντίστοιχες μορφές της Α΄ κλίσης γυναίκα, τρίχα, βασιλιάς, Δίας.

5.1. Κατάργηση της δοτικής και αντικατάστασή της από την γενική και την αιτιατική

5.2. Η πρόθεση σε

  1. Η χρήση μορίων – θα και – να για τον μέλλοντα, την υποτακτική και την ευκτική
  2. Ο σχηματισμός του αορίστου με την κατάληξη – α και η χρήση των περιφραστικών χρόνων (παρακειμένου, υπερσυντελίκου, καθώς και του μέλλοντα: διαρκείας, στιγμιαίου, συντελεσμένου) έχω/είχα κάνει, θα κάνω, θα έχω κάνει. Στον παθητικό αόριστο εντοπίζουμε το θέμα – θη / -τη, με την χαρακτηριστική κατάληξη του παρακειμένου – κα (λύω, λύθηκα, γράφω, γράφτηκα)
  3. Τα πιο πολλά ανώμαλα ρήματα, καθώς και τα ρήματα σε –μι, έχουν καταργηθεί ή αντικαταστάθηκαν από πιο εύκολες μορφές, όπως φέρνω, έφερα, φέρθηκα αντί για το φέρω, οίσομαι, ήνεγκον, ενήνοχα, ηνέχθην ή δείχνω αντί για το δείκνυμι.

     Σαφώς, αυτά είναι μόνο βασικά στοιχεία και παραδείγματα που αναφέρθηκαν ως μία γενικευμένη προσέγγιση της περίπλοκης και πάμπλουτης δομής της νεοελληνικής γραμματικής. Είναι βέβαιο όμως ότι καλύπτουν τις βασικές γνώσεις της καθομιλουμένης γλώσσας, που είναι απαραίτητες για την καθημερινή επικοινωνία.

Άμεσα συνυφασμένο με την αναφερόμενη εξομάλυνση των φαινομένων της γραμματικής, είναι το ότι οι μαθητές με ευχέρεια και ζήλο μαθαίνουν και τις καθημερινές εκφράσεις της Νεοελληνικής. Τους προσελκύουν ιδιαίτερα οι σύγχρονες μέθοδοι διδασκαλίας της γλώσσας, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό διαφέρουν από την κοινότοπο, δασκαλοκεντρική μέθοδο διδασκαλίας των κλασικών γλωσσών. Το πιο σημαντικό είναι οι διδασκόμενοι να έχουν την δυνατότητα να ακούσουν την καθημερινή γλώσσα μέσω διάφορων οπτικο-ακουστικών μέσων. Με τις βασικές γνώσεις των Αρχαίων, παρόλο που πολύ συχνά οι ίδιοι δεν έχουν την πλήρη επίγνωση της ικανότητάς τους, οι μαθητές γίνονται επιδεκτικοί και περαιτέρω μαθήσεως, ειδικώς, όταν σιγουρευτούν ότι η εκμάθηση αυτή θα προλειάνει την επικοινωνία με τους Έλληνες συνομηλίκους τους. Ο ενθουσιασμός και η χαρά τους τότε θα πολλαπλασιαστούν.

Ομολογώ ότι έχω υιοθετήσει και εφαρμόζω πιστά αυτήν την ολιστική, μαθητοκεντρική μέθοδο, καθώς, όταν έκανα τα πρώτα μου βήματα στην Νεοελληνική, η αρχαιομάθεια με βοήθησε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ερχόμενη στην Αθήνα στο πρόγραμμα της Νεοελληνικής Γλώσσας του Πανεπιστημίου Αθηνών, δεν ήξερα παρά μόνο ελάχιστες λέξεις της γλώσσας. Ωστόσο, χάρη στην γνώση των Αρχαίων Ελληνικών βρέθηκα στην ευχάριστη, αλλά παράλληλα δύσκολη θέση να παρακολουθώ μαθήματα στην τάξη προχωρημένων μαζί με πολλούς συμμαθητές με ελληνική καταγωγή, οι οποίοι μιλούσαν άπταιστα την γλώσσα, δεν γνώριζαν όμως την γραμματική. Το χάσμα που υπήρχε μεταξύ μας τότε το θεωρούσα αδύνατον να γεφυρωθεί. Σύντομα όμως κατάλαβα τι όφελος μου προσέφερε η αρχαιομάθεια. Σήμερα συνειδητοποιώ καθημερινά το πόσο με βοηθάνε τα αρχαία στον χειρισμό των Νέων Ελληνικών, αλλά και αντίστροφα, το ότι τα Νέα Ελληνικά συμβάλλουν σε αξιοσημείωτο βαθμό στην ανάγνωση κάποιου δυσνόητου αρχαίου κειμένου. Αν και δεν επιθυμώ να προκαλέσω τις αντιδράσεις σας και επειδή σέβομαι βαθιά το μέρος, όπου βρίσκομαι, εντούτοις, οφείλω να τονίσω ότι το γεγονός αυτό οφείλεται στην ερασμιακή προφορά.

Παρ’ όλα αυτά, όπως ήδη έχουμε επισημάνει, η αρχαιομάθεια μπορεί να αποτελέσει μεγάλο εμπόδιο στην αρχική εκμάθηση της Νεοελληνικής. Όσοι έχουν εξοικειωθεί με τους αυστηρούς κανόνες που διέπουν την γραμματική των Αρχαίων, με μεγάλη δυσκολία θα αποδεχτούν την αλλαγή τους, καθώς και την κατάργησή τους. Παράλληλα σήμερα έχουν παραμείνει εύχρηστα πολλά ανώμαλα ουσιαστικά και ρήματα. Σε μερικά καταλαβαίνουμε την αλλαγή, ενώ άλλα έχουν διατηρηθεί αναλλοίωτα. Είναι γεγονός όμως, όταν κανείς βρίσκεται πλέον σε επίπεδο να χειρίζεται εύκολα την γλώσσα, παραγκωνίζει τις αρχικές δυσκολίες, καθώς καταλήγει στο συμπέρασμα να θεωρεί τις γνώσεις του αυτονόητες.

Παράλληλα, είναι γεγονός ότι η αρχαιομάθεια αποτελεί μεγάλη διευκόλυνση για την αντίληψη της Νεοελληνικής, κυρίως στον γραπτό λόγο.

Είναι δεδομένο ότι πολλοί φιλόλογοι είναι αυτοδίδακτοι και χειρίζονται την Νεοελληνική μόνο σε επίπεδο ανάγνωσης. Όταν πρόκειται για κείμενο της καθαρεύουσας, η ανάγνωσή τους είναι πλήρης, άνετη.

Ως φιλόλογοι θα συμφωνήσουμε ότι τα Αρχαία και τα Νέα Ελληνικά δεν είναι δύο αντίρροπες γλώσσες. Είναι αναμφισβήτητο ότι τα Νεοελληνικά αποτελούν εξέλιξη της γλώσσας, η οποία στο διάβα των αιώνων πέρασε από διάφορες φάσεις και μορφές. Η εξέλιξη αυτή είναι ευνόητη για την σύγχρονη εποχή. Εντούτοις είναι πολύ σημαντικό να σεβόμαστε την γλώσσα εμπλουτίζοντάς την συνεχώς με το γλωσσικό και εκφραστικό θησαυρό της <<αρχαίας μητέρας>> της.

Βάσει όλων αυτών, το αρχικό ερώτημα – ο τίτλος της σημερινής μου εισήγησης   – Η αρχαιομάθεια – πύλη για την απρόσκοπτη εκμάθηση της Νεοελληνικής Γλώσσας – δεν τίθεται πλέον ως ερώτημα, αλλά αποδεικνύεται ως αναμφισβήτητο δεδομένο.

Στο σημείο αυτό, δεν μπορώ να μην ανακαλέσω στην μνήμη τους στίχους ενός από τους κορυφαίους ποιητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας, του Οδυσσέα Ελύτη, ποιητή <<της πατριδογνωσίας>>, όπως τον αποκαλούν οι κριτικοί. Στους στίχους αυτούς ο ποιητής με έναν ιδανικό τρόπο δείχνει την αιώνια εξέλιξη της γλώσσας, σμιλεύοντας λέξη-λέξη τις εικόνες, τα χρώματα και την ιστορία της Ελλάδας, από τον καιρό που <<οι αθάνατοι βάδιζαν στην γη>> μέχρι σήμερα.

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική.

το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου…

 Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου..

 Εκεί σπάροι και πέρκες

ανεμόδαρτα ρήματα

ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια

όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε σφουγγάρια, μέδουσες

 με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων

όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη…

 Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη…

 Εκεί ρόδια, κυδώνια

θεοί μελαχροινοί, θείοι κ’ εξάδελφοι

το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια.

Και πνοές από τη ρεμματιά ευωδιάζοντας

λυγαριά και σχίνο

σπάρτο και πιπερόριζα

με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων-

ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-

πρώτα Δόξα Σοι…

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα

πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!..

 Εκεί δάφνες και βάγια

θυμιατό και λιβάνισμα

τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια

στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα,

κνίσες, τσουγκρίσματα και Χριστός Ανέστη

 με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων!

Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου…

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου !..  

 

της κ. Κοραλλίας Τσέρνκοβιτς

Το Ρωμαίικο

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Παραθετικά επιθέτων και επιρρημάτων

 Οι βαθμοί των επιθέτων είναι τρεις:

  1. Όταν το επίθετο φανερώνει απλώς μια ιδιότητα ή ποιότητα ενός όντος, χωρίς σύγκριση προς άλλο, λέγεται επίθετο θετικού βαθμού ή απλώς θετικό: ὁ δίκαιος ἀνήρ.
  2. Όταν το επίθετο φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε βαθμό ανώτερο συγκριτικά προς ένα άλλο ή προς πολλά άλλα που λογαριάζονται σαν ένα, λέγεται επίθετο συγκριτικού βαθμού, ή απλώς συγκριτικό: οὗτός ἐστι δικαιότερος ἐκείνου – χρυσὸς κρείσσων πολλῶν χρημάτων.
  3. Όταν το επίθετο φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό ανώτερο από όλα τα άλλα του ίδιου είδους, λέγεται επίθετο υπερθετικού βαθμού ή απλώς υπερθετικό· και:
  1. το υπερθετικό που φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό, απόλυτα, χωρίς να γίνεται σύγκριση προς άλλα, λέγεται υπερθετικό απόλυτο: οὗτός ἐστι δικαιότατος·
  2. το υπερθετικό που φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα στον πιο μεγάλο βαθμό συγκριτικά προς όλα τα άλλα του ίδιου είδους μαζί λέγεται υπερθετικό σχετικό: Ἀριστείδης ἦν δικαιότατος πάντων τῶν Ἀθηναίων.

 
  • Το συγκριτικό και το υπερθετικό ενός επιθέτου μαζί λέγονται μ’ ένα όνομα παραθετικά του επιθέτου.
  • Όπως στη νέα ελληνική, έτσι και στην αρχαία, τα παραθετικά των επιθέτων σχηματίζονται ή με μία λέξη (και τότε λέγονται μονολεκτικά) ή με δύο λέξεις (και τότε λέγονται περιφραστικά).

Κανονικός σχηματισμός μονολεκτικών παραθετικών
Τα μονολεκτικά παραθετικά των επιθέτων στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, σχηματίζονται κανονικά από το θετικό, αφού στο θέμα (του αρσεν. γένους) προστεθούν ορισμένες καταλήξεις που λέγονται παραθετικές καταλήξεις. Οι πιο συνηθισμένες παραθετικές καταλήξεις είναι:
για το συγκριτικό: -τερος, -τέρα, -τερον·
για το υπερθετικό: -τατος, -τάτη, -τατον.


Έτσι τα παραθετικά που σχηματίζονται με τις παραπάνω καταλήξεις είναι δευτερόκλιτα επίθετα, τρικατάληκτα με τρία γένη. Π.χ.
 
Παραθετικά με τις καταλήξεις αυτές σχηματίζουν τα επίθετα της β΄ κλίσης:
 
1. Τρικατάληκτα με 3 γένη (σε -ος, -η, -ον και -ος, -α, -ον)

πτωχός-ή-όν:          Συγκριτικός: πτωχότερος, πτωχοτέρα, πτωχότερον
                                    Υπερθετικός: πτωχότατος, πτωχοτάτη, πτωχότατον
 
ὑψηλός-ή-όν:         Συγκριτικός: ὑψηλότερος, ὑψηλοτέρα, ὑψηλότερον
                                    Υπερθετικός: ὑψηλότατος, ὑψηλοτάτη, ὑψηλότατον
 
σεμνός-ή-όν:          Συγκριτικός: σεμνότερος, σεμνοτέρα, σεμνότερον
                                    Υπερθετικός: σεμνότατος, σεμνοτάτη, σεμνότατον
 
πονηρός-ά-όν:       Συγκριτικός: πονηρότερος, πονηροτέρα, πονηρότερον
                                    Υπερθετικός: πονηρότατος, πονηροτάτη, πονηρότατον
 
ἀνδρεῖος-εία- εῖον: Συγκριτικός: ἀνδρειότερος, ἀνδρειοτέρα, ἀνδρειότερον
                                    Υπερθετικός: ἀνδρειότατος, ἀνδρειοτάτη, ἀνδρειότατον
 
γενναῖος-αία-αῖον: Συγκριτικός: γενναιότερος, γενναιοτέρα, γενναιότερον
                                    Υπερθετικός: γενναιότατος, γενναιοτάτη, γενναιότατον
 
ἐπιτήδειος-εία-ειον: Συγκριτικός: ἐπιτηδειότερος, ἐπιτηδειοτέρα, ἐπιτηδειότερον
                                      Υπερθετικός: ἐπιτηδειότατος, ἐπιτηδειοτάτη, ἐπιτηδειότατον
 
ἀρχαῖος-αία-αῖον: Συγκριτικός: ἀρχαιότερος, ἀρχαιοτέρα, ἀρχαιότερον
                                    Υπερθετικός: ἀρχαιότατος, ἀρχαιοτάτη, ἀρχαιότατον
 
2. Δικατάληκτα με τρία γένη (σε -ος, -ον)

διάσημος-ος-ον:   Συγκριτικός: διασημότερος, διασημοτέρα, διασημότερον
                                    Υπερθετικός: διασημότατος, διασημοτάτη, διασημότατον
 
ἔνδοξος-ος-ον:      Συγκριτικός: ἐνδοξότερος, ἐνδοξοτέρα, ἐνδοξότερον
                                    Υπερθετικός: ἐνδοξότατος, ἐνδοξοτάτη, ἐνδοξότατον
 
βάναυσος-ος-ον: Συγκριτικός: βαναυσότερος, βαναυσοτέρα, βαναυσότερον
                                  Υπερθετικός: βαναυσότατος, βαναυσοτάτη, βαναυσότατον
 

Παραθετικά με τις καταλήξεις αυτές σχηματίζουν τα επίθετα της γ΄ κλίσης:
 
1. Τρικατάληκτα φωνηεντόληκτα (σε -υς, -εια, -υ)
 

βαρύς-εῖα-ύ:           Συγκριτικός: βαρύτερος, βαρυτέρα, βαρύτερον
                                    Υπερθετικός: βαρύτατος, βαρυτάτη, βαρύτατον
 
βαθύς-εῖα-ύ:           Συγκριτικός: βαθύτερος, βαθυτέρα, βαθύτερον
                                    Υπερθετικός: βαθύτατος, βαθυτάτη, βαθύτατον
 
εὐρύς-εῖα-ύ:            Συγκριτικός: εὐρύτερος, εὐρυτέρα, εὐρύτερον
                                    Υπερθετικός: εὐρύτατος, εὐρυτάτη, εὐρύτατον
 
θρασύς-εῖα-ύ:        Συγκριτικός: θρασύτερος, θρασυτέρα, θρασύτερον
                                    Υπερθετικός: θρασύτατος, θρασυτάτη, θρασύτατον
 
ὀξύς-εῖα-ύ:               Συγκριτικός: ὀξύτερος, ὀξυτέρα, ὀξύτερον
                                    Υπερθετικός: ὀξύτατος, ὀξυτάτη, ὀξύτατον
 
2. Σιγμόληκτα δικατάληκτα (αρσ. και θηλ. σε -ης, ουδ. σε -ες)
 

ἀληθής-ής-ές:         Συγκριτικός: ἀληθέστερος, ἀληθεστέρα, ἀληθέστερον
                                    Υπερθετικός: ἀληθέστατος, ἀληθεστάτη, ἀληθέστατον
 
ἀγενής-ής-ές:         Συγκριτικός: ἀγενέστερος, ἀγενεστέρα, ἀγενέστερον
                                    Υπερθετικός: ἀγενέστατος, ἀγενεστάτη, ἀγενέστατον
 
σαφής-ής-ές:         Συγκριτικός: σαφέστερος, σαφεστέρα, σαφέστερον
                                    Υπερθετικός: σαφέστατος, σαφεστάτη, σαφέστατον
 
ἐπιμελής-ής-ές:     Συγκριτικός: ἐπιμελέστερος, ἐπιμελεστέρα, ἐπιμελέστερον
                                  Υπερθετικός: ἐπιμελέστατος, ἐπιμελεστάτη, ἐπιμελέστατον
 
εὐσεβής-ής-ές:       Συγκριτικός: εὐσεβέστερος, εὐσεβεστέρα, εὐσεβέστερον
                                    Υπερθετικός: εὐσεβέστατος, εὐσεβεστάτη, εὐσεβέστατον
 
ἀκριβής-ής-ές:       Συγκριτικός: ἀκριβέστερος, ἀκριβεστέρα, ἀκριβέστερον
                                    Υπερθετικός: ἀκριβέστατος, ἀκριβεστάτη, ἀκριβέστατον
 
3. Τρικατάληκτα ενρινόληκτα

μέλας-αινα-ας:      Συγκριτικός: μελάντερος, μελαντέρα, μελάντερον
(μαύρος)                    Υπερθετικός: μελάντατος, μελαντάτη, μελάντατον
 
τάλας-αινα-ας:      Συγκριτικός: ταλάντερος, ταλαντέρα, ταλάντερον
(δυστυχής)                Υπερθετικός: ταλάντατος, ταλαντάτη, ταλάντατον
 
4. Τρικατάληκτα αφωνόληκτα σε -εις, -εσσα, -εν

χαρίεις-εσσα-εν:       Συγκριτικός: χαριέστερος, χαριεστέρα, χαριέστερον
(θ. χαριετ)                 Υπερθετικός: χαριέστατος, χαριεστάτη, χαριέστατον
 
5. Δικατάληκτα αφωνόληκτα σε -ις, -ι

ἄχαρις-ις-ι:              Συγκριτικός: ἀχαρίστερος, ἀχαριστέρα, ἀχαρίστερον
                                    Υπερθετικός: ἀχαρίστατος, ἀχαριστάτη, ἀχαρίστατον
 
εὔχαρις-ις-ι:            Συγκριτικός: εὐχαρίστερος, εὐχαριστέρα, εὐχαρίστερον
                                    Υπερθετικός: εὐχαρίστατος, εὐχαριστάτη, εὐχαρίστατον
 
1. Τα παραθετικά σε -ότερος, -ότατος 
Τα παραθετικά των δευτερόκλιτων επιθέτων διατηρούν το χαρακτήρα του θετικού ο, αν προηγείται συλλαβή φύσει ή θέσει μακρόχρονη.
α) φύσει μακρόχρονη ή απλώς μακρόχρονη, αν έχει μακρόχρονο φωνήεν ή δίφθογγο:
η – ω – οι – ει – αι – ου – υι – αυ – ευ – ηυ.  
β) θέσει μακρόχρονη, αν έχει βραχύχρονο φωνήεν, αλλά ύστερα από αυτό ακολουθούν στην ίδια λέξη δύο ή περισσότερα σύμφωνα ή ένα διπλό (ζ, ξ, ψ):
θερ-μός, ἐ-χθρός·
 
ξηρός-ά-όν:            Συγκριτικός: ξηρότερος, ξηροτέρα, ξηρότερον
                                    Υπερθετικός: ξηρότατος, ξηροτάτη, ξηρότατον
 
πτωχός-ή-όν:          Συγκριτικός: πτωχότερος, πτωχοτέρα, πτωχότερον
                                    Υπερθετικός: πτωχότατος, πτωχοτάτη, πτωχότατον
 
γενναῖος-αία-αῖον: Συγκριτικός: γενναιότερος, γενναιοτέρα, γενναιότερον
                                    Υπερθετικός: γενναιότατος, γενναιοτάτη, γενναιότατον
 
θερμός-ή-όν:          Συγκριτικός: θερμότερος, θερμοτέρα, θερμότερον
                                    Υπερθετικός: θερμότατος, θερμοτάτη, θερμότατον
 
ἔνδοξος-ος-ον:      Συγκριτικός: ἐνδοξότερος, ἐνδοξοτέρα, ἐνδοξότερον
                                    Υπερθετικός: ἐνδοξότατος, ἐνδοξοτάτη, ἐνδοξότατον
 
Παραθετικά σε -ότερος, -ότατος σχηματίζουν επίσης:
α) Όσα επίθετα έχουν ως δεύτερο συνθετικό τις λέξεις: θυμός, κῦρος, λύπη, νίκη, τιμή, κίνδυνος, ψυχή
π.χ. ἔγκυρος, εὔθυμος, φιλόνικος, ἀκίνδυνος, ἐπικίνδυνος, εὔψυχος, ἔντιμος, ἄλυπος.
 
εὔθυμος-ος-ον:      Συγκριτικός: εὐθυμότερος, εὐθυμοτέρα, εὐθυμότερον
                                    Υπερθετικός: εὐθυμότατος, εὐθυμοτάτη, εὐθυμότατον
 
ἔντιμος-ος-ον:        Συγκριτικός: ἐντιμότερος, ἐντιμοτέρα, ἐντιμότερον
                                    Υπερθετικός: ἐντιμότατος, ἐντιμοτάτη, ἐντιμότατον
 
β) Τα επίθετα των οποίων το δίχρονο είναι μακρόχρονο: ἀνιαρός, ἰσχυρός, ψιλός, πρᾱος, λιτός, φλύαρος. Καθώς και τα: κενός, στενός, ξένος, τα οποία προήλθαν από τους τύπους: κεινός, στεινός, ξεῖνος.
ἀνιαρός-ά-όν:        Συγκριτικός: ἁνιαρότερος, ἁνιαροτέρα, ἁνιαρότερον
(ενοχλητικός)           Υπερθετικός: ἁνιαρότατος, ἁνιαροτάτη, ἁνιαρότατον
 
στενός-ή-όν:           Συγκριτικός: στενότερος, στενοτέρα, στενότερον
                                    Υπερθετικός: στενότατος, στενοτάτη, στενότατον
 
ἰσχυρός-ά-όν:        Συγκριτικός: ἰσχυρότερος, ἰσχυροτέρα, ἰσχυρότερον
                                    Υπερθετικός: ἰσχυρότατος, ἰσχυροτάτη, ἰσχυρότατον
 
2. Τα παραθετικά σε -ώτερος, -ώτατος
Εκτείνουν το χαρακτήρα του θετικού σε ω  και σχηματίζουν παραθετικά σε -ώτερος, -ώτατος αν προηγείται συλλαβή βραχύχρονη:
 
νέος-α-ον:               Συγκριτικός: νεώτερος, νεωτέρα, νεώτερον
                                    Υπερθετικός: νεώτατος, νεωτάτη, νεώτατον
 
σοφός-ή-όν:           Συγκριτικός: σοφώτερος, σοφωτέρα, σοφώτερον
                                    Υπερθετικός: σοφώτατος, σοφωτάτη, σοφώτατον
 
 
Παραθετικά σε -ώτερος / -ώτατος σχηματίζουν επίσης, τα ακόλουθα επίθετα των οποίων το δίχρονο φωνήεν μπροστά από το «ο» είναι βραχύχρονο:

α) Όσα επίθετα λήγουν σε: -ιος, -ιμος, -ικος, ινος
π.χ. δόκιμος, πλούσιος, ἄξιος, τίμιος, χρήσιμος, νόμιμος, τραγικός, βασιλικός, πρωινός, ἀληθινός, ἀρχικός, ἠθικός, θετικός, λογικός, σωματικός, φυσικός, ψυχικός· ἐαρινός, νυκτερινός, πεδινός, χειμερινός.
 
πλούσιος-α-ον:      Συγκριτικός: πλουσιώτερος, πλουσιωτέρα, πλουσιώτερον
                                    Υπερθετικός: πλουσιώτατος, πλουσιωτάτη, πλουσιώτατον
 
ἄξιος-ξία-ξιον:       Συγκριτικός: ἀξιώτερος, ἀξιωτέρα, ἀξιώτερον
                                    Υπερθετικός: ἀξιώτατος, ἀξιωτάτη, ἀξιώτατον
 
ἠθικός-ή-όν:           Συγκριτικός: ἠθικώτερος, ἠθικωτέρα, ἠθικώτερον
                                    Υπερθετικός: ἠθικώτατος, ἠθικωτάτη, ἠθικώτατον
 
τίμιος-α-ον:            Συγκριτικός: τιμιώτερος, τιμιωτέρα, τιμιώτερον
                                    Υπερθετικός: τιμιώτατος, τιμιωτάτη, τιμιώτατον
 
β) Όσα επίθετα λήγουν σε: -αλος, -ανος, -αρος, -άκος, -άτος
π.χ. ὁμαλός, ἁπαλός, ῥοδαλός, ἱκανός, πιθανός, βάρβαρος, νεαρός, σοβαρός, μαλθακός, δυνατός. (Εξαιρείται το ἀνιαρός)
 
δυνατός-ή-όν:        Συγκριτικός: δυνατώτερος, δυνατωτέρα, δυνατώτερον
                                    Υπερθετικός: δυνατώτατος, δυνατωτάτη, δυνατώτατον
 
ἁπαλός-ή-όν:          Συγκριτικός: ἁπαλώτερος, ἁπαλωτέρα, ἁπαλώτερον
                                    Υπερθετικός: ἁπαλώτατος, ἁπαλωτάτη, ἁπαλώτατον
 
ἱκανός-ή-όν:           Συγκριτικός: ἱκανώτερος, ἱκανωτέρα, ἱκανώτερον
                                    Υπερθετικός: ἱκανώτατος, ἱκανωτάτη, ἱκανώτατον
 
σοβαρός-ά-όν:      Συγκριτικός: σοβαρώτερος, σοβαρωτέρα, σοβαρώτερον
                                    Υπερθετικός: σοβαρώτατος, σοβαρωτάτη, σοβαρώτατον
 
γ) Όσα επίθετα λήγουν σε: -υρος, -χος, -άρος
π.χ. ἥσυχος, ὀχυρός, βλοσυρός, καθαρός.
 
 ἥσυχος-ος-ον:       Συγκριτικός: ἡσυχώτερος, ἡσυχωτέρα, ἡσυχώτερον
                                    Υπερθετικός: ἡσυχώτατος, ἡσυχωτάτη, ἡσυχώτατον
 
ὀχυρός-ά-όν:          Συγκριτικός: ὀχυρώτερος, ὀχυρωτέρα, ὀχυρώτερον
                                    Υπερθετικός: ὀχυρώτατος, ὀχυρωτάτη, ὀχυρώτατον
 
καθαρός-ά-όν:      Συγκριτικός: καθαρώτερος, καθαρωτέρα, καθαρώτερον
                                    Υπερθετικός: καθαρώτατος, καθαρωτάτη, καθαρώτατον
 
Παραδείγματα κλίσης συγκριτικού και υπερθετικού βαθμού

Συγκριτικός βαθμός:
ὁ σοφώτερος - τοῦ σοφωτέρου - τῷ σοφωτέρῳ - τόν σοφώτερον - (ὦ) σοφώτερε
οἱ σοφώτεροι - τῶν σοφωτέρων - τοῖς σοφωτέροις - τούς σοφωτέρους - (ὦ) σοφώτεροι
 
ἡ σοφωτέρα - τῆς σοφωτέρας - τῇ σοφωτέρᾳ - τήν σοφωτέραν - (ὦ) σοφωτέρα
αἱ σοφώτεραι - τῶν σοφωτέρων - ταῖς σοφωτέραις - τάς σοφωτέρας - (ὦ) σοφώτεραι
 
τό σοφώτερον - τοῦ σοφωτέρου - τῷ σοφωτέρῳ - τό σοφώτερον - (ὦ) σοφώτερον
τά σοφώτερα - τῶν σοφωτέρων - τοῖς σοφωτέροις - τά σοφώτερα - (ὦ) σοφώτερα
 
Υπερθετικός βαθμός:
ὁ σοφώτατος - τοῦ σοφωτάτου - τῷ σοφωτάτῳ - τόν σοφώτατον - (ὦ) σοφώτατε
οἱ σοφώτατοι - τῶν σοφωτάτων - τοῖς σοφωτάτοις - τούς σοφωτάτους - (ὦ) σοφώτατοι
 
ἡ σοφωτάτη - τῆς σοφωτάτης - τῇ σοφωτάτῃ - τήν σοφωτάτην - (ὦ) σοφωτάτη
αἱ σοφώταται - τῶν σοφωτάτων - ταῖς σοφωτάταις - τάς σοφωτάτας - (ὦ) σοφώταται
 
τό σοφώτατον - τοῦ σοφωτάτου - τῷ σοφωτάτῳ - τό σοφώτατον - (ὦ) σοφώτατον
τά σοφώτατα - τῶν σοφωτάτων - τοῖς σοφωτάτοις - τά σοφώτατα - (ὦ) σοφώτατα
 
Συγκριτικός βαθμός:
ὁ σεμνότερος - τοῦ σεμνοτέρου - τῷ σεμνοτέρῳ - τόν σεμνότερον - (ὦ) σεμνότερε
οἱ σεμνότεροι - τῶν σεμνοτέρων - τοῖς σεμνοτέροις - τούς σεμνοτέρους - (ὦ) σεμνότεροι
 
ἡ σεμνοτέρα - τῆς σεμνοτέρας - τῇ σεμνοτέρᾳ - τήν σεμνοτέραν - (ὦ) σεμνοτέρα
αἱ σεμνότεραι - τῶν σεμνοτέρων - ταῖς σεμνοτέραις - τάς σεμνοτέρας - (ὦ) σεμνότεραι
 
τό σεμνότερον - τοῦ σεμνοτέρου - τῷ σεμνοτέρῳ - τό σεμνότερον - (ὦ) σεμνότερον
τά σεμνότερα - τῶν σεμνοτέρων - τοῖς σεμνοτέροις - τά σεμνότερα - (ὦ) σεμνότερα
 
Υπερθετικός βαθμός:
ὁ σεμνότατος - τοῦ σεμνοτάτου - τῷ σεμνοτάτῳ - τόν σεμνότατον - (ὦ) σεμνότατε
οἱ σεμνότατοι - τῶν σεμνοτάτων - τοῖς σεμνοτάτοις - τούς σεμνοτάτους - (ὦ) σεμνότατοι
 
ἡ σεμνοτάτη - τῆς σεμνοτάτης - τῇ σεμνοτάτῃ - τήν σεμνοτάτην - (ὦ) σεμνοτάτη
αἱ σεμνόταται - τῶν σεμνοτάτων - ταῖς σεμνοτάταις - τάς σεμνοτάτας - (ὦ) σεμνόταται
 
τό σεμνότατον - τοῦ σεμνοτάτου - τῷ σεμνοτάτῳ - τό σεμνότατον - (ὦ) σεμνότατον
τά σεμνότατα - τῶν σεμνοτάτων - τοῖς σεμνοτάτοις - τά σεμνότατα - (ὦ) σεμνότατα
 
Αναλογικός σχηματισμός παραθετικών
Τα παραθετικά μερικών επιθέτων της αρχαίας ελληνικής δε σχηματίζονται κανονικά με την απλή προσθήκη των παραθετικών καταλήξεων -τερος, -τατος στο θέμα τους, παρά διαμορφώνονται από αναλογία προς τα παραθετικά άλλων επιθέτων και λήγουν όπως αυτά (πβ. τα νεοελ.: ελαφρός — ελαφρύτερος όπως το βαρύτερος, χοντρός — χοντρύτερος όπως το παχύτερος, αντί για τα κανονικά ελαφρότερος, χοντρότερος).
Έτσι διαμορφώνονται οι ακόλουθες αναλογικές παραθετικές καταλήξεις:
 
α) -έστερος, -έστατος
Κατά τα παραθετικά των σιγμόληκτων επιθέτων σε -ης, -ες (ἀληθής, ἀληθέσ-τερος, ἀληθέσ-τατος) σχηματίζουν τα παραθετικά τους τα τριτόκλιτα επίθετα σε -ων, -ον (γεν. -ονος) ὁ, ἡ εὐσχήμων, τὸ εὔσχημον· ὁ, ἡ ἐλεήμων, τὸ ἐλεῆμον·, καθώς και τα επίθετα ἄκρατος (=αυτός που δεν έχει ανακατευτεί με άλλον, ανόθευτος), ἄσμενος (= ευχαριστημένος), ἐρρωμένος (= δυνατός) και πένης:
 
σώφρων-ον: Συγκριτικός: σωφρονέστερος, σωφρονεστέρα, σωφρονέστερον
                      Υπερθετικός: σωφρονέστατος, σωφρονεστάτη, σωφρονέστατον
 
εὐδαίμων-ον: Συγκριτικός: εὐδαιμονέστερος, εὐδαιμονεστέρα, εὐδαιμονέστερον
                        Υπερθετικός: εὐδαιμονέστατος, εὐδαιμονεστάτη, εὐδαιμονέστατον
 
νοήμων-ον: Συγκριτικός: νοημονέστερος, νοημονεστέρα, νοημονέστερον
                        Υπερθετικός: νοημονέστατος, νοημονεστάτη, νοημονέστατον  
 
ἄκρατος-ον:            Συγκριτικός: ἀκρατέστερος, ἀκρατεστέρα, ἀκρατέστερον
(ανόθευτος)  Υπερθετικός: ἀκρατέστατος, ἀκρατεστάτη, ἀκρατέστατον &
                        Υπερθετικός: ἀκρατότατος, ἀκρατοτάτη, ἀκρατότατον
 
ἄσμενος-η-ον:        Συγκριτικός: ἀσμενέστερος, ἀσμενεστέρα, ἀσμενέστερον
(χαρούμενος)       Υπερθετικός: ἀσμενέστατος, ἀσμενεστάτη, ἀσμενέστατον &
                                    Συγκριτικός:  ἀσμενώτερος, ἀσμενωτέρα, ἀσμενώτερον
                                    Υπερθετικός: ἀσμενώτατος, ἀσμενωτάτη, ἀσμενώτατον
 
ἐρρωμένος-η-ον: Συγκριτικός: ἐρρωμενέστερος, ἐρρωμενεστέρα, ἐρρωμενέστερον
(δυνατός)      Υπερθετικός: ἐρρωμενέστατος, ἐρρωμενεστάτη, ἐρρωμενέστατον
 
πένης-ητος:            Συγκριτικός: πενέστερος, πενεστέρα, πενέστερον
(φτωχός)                   Υπερθετικός: πενέστατος, πενεστάτη, πενέστατον
 
β) -ούστερος, -ούστατος
Το επίθετο ἁπλοῦς και τα συνηρημένα επίθετα της β΄ κλίσης με β΄ συνθ. το όνομα νοῦς σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ούστερος, -ούστατος (κατά τα παραθετικά σε -έστερος, -έστατος με συναίρεση):
 
ἁπλοῦς-ῆ-οῦν:         Συγκριτικός: ἁπλούστερος, ἁπλουστέρα, ἁπλούστερον
                                    Υπερθετικός: ἁπλούστατος, ἁπλουστάτη, ἁπλούστατον
 
εὔνους-η-ουν:        Συγκριτικός: εὐνούστερος, εὐνουστέρα, εὐνούστερον
(ευμενής)                   Υπερθετικός: εὐνούστατος, εὐνουστάτη, εὐνούστατον
 
γ) -ίστερος, -ίστατος
Τα μονοκατάληκτα επίθετα  ἅρπαξ, βλάξ, λάλος (φλύαρος),  κλέπτης, πλεονέκτης σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ίστερος, -ίστατος (κατά τα παραθετικά του ἄχαρις: ἀχαρίστερος, ἀχαρίστατος·):
 
ἅρπαξ:                       Συγκριτικός: ἁρπαγίστερος, ἁρπαγιστέρα, ἁρπαγίστερον
                                    Υπερθετικός: ἁρπαγίστατος, ἁρπαγιστάτη, ἁρπαγίστατον
 
βλὰξ:                          Συγκριτικός: βλακίστερος, βλακιστέρα, βλακίστερον
                                    Υπερθετικός: βλακίστατος, βλακιστάτη, βλακίστατον
 
λάλος:                        Συγκριτικός: λαλίστερος, λαλιστέρα, λαλίστερον
                                    Υπερθετικός: λαλίστατος, λαλιστάτη, λαλίστατον
 
κλέπτης:                   Συγκριτικός: κλεπτίστερος, κλεπτιστέρα, κλεπτίστερον
                                    Υπερθετικός: κλεπτίστατος, κλεπτιστάτη, κλεπτίστατον
 
πλεονέκτης:Συγκριτικός: πλεονεκτίστερος, πλεονεκτιστέρα, πλεονεκτίστερον
                       Υπερθετικός: πλεονεκτίστατος, πλεονεκτιστάτη, πλεονεκτίστατον
 
δ) -αίτερος, -αίτατος
Το επίθ. παλαιός σχηματίζει τα παραθετικά του με θέμα το επίρρ. πάλαι σε -αίτερος, -αίτατος:
 
παλαιός, -η, -ον:    Συγκριτικός: παλαίτερος, παλαιτέρα, παλαίτερον
                                    Υπερθετικός: παλαίτατος, παλαιτάτη, παλαίτατον
 
Ανάλογα προς αυτό σχηματίστηκαν τα παραθετικά:
 
γεραιός, -α, -ον:                Συγκριτικός: γεραίτερος, γεραιτέρα, γεραίτερον
(= γέροντας, σεβαστός)      Υπερθετικός: γεραίτατος, γεραιτάτη, γεραίτατον
 
σχολαῖος, -α, -ον: Συγκριτικός: σχολαίτερος, σχολαιτέρα, σχολαίτερον
(= αργοκίνητος)       Υπερθετικός: σχολαίτατος, σχολαιτάτη, σχολαίτατον
 
Από αυτά αποσπάστηκε η κατάληξη -αίτερος, -αίτατος, με την οποία σχηματίζουν τα παραθετικά τους ορισμένα επίθετα σε -ος:
 
ἴσος-η-ον:    Συγκριτικός: ἰσαίτερος, ἰσαιτέρα, ἰσαίτερον
                        Υπερθετικός: ἰσαίτατος, ἰσαιτάτη, ἰσαίτατον
 
ὄψιος-η-ον:  Συγκριτικός: ὀψιαίτερος, ὀψιαιτέρα, ὀψιαίτερον
(= όψιμος)     Υπερθετικός: ὀψιαίτατος, ὀψιαιτάτη, ὀψιαίτατον
 
πλησίος-α-ον: Συγκριτικός: πλησιαίτερος, πλησιαιτέρα, πλησιαίτερον
                             Υπερθετικός: πλησιαίτατος, πλησιαιτάτη, πλησιαίτατον
 
πρῷος-α-ον:  Συγκριτικός:  πρῳαίτερος, πρῳαιτέρα, πρῳαίτερον
(= πρωινός)   Υπερθετικός: πρῳαίτατος, πρῳαιτάτη, πρῳαίτατον
 
εὔδιος-α-ον: Συγκριτικός: εὐδιαίτερος, εὐδιαιτέρα, εὐδιαίτερον
(γαλήνιος)     Υπερθετικός: εὐδιαίτατος, εὐδιαιτάτη, εὐδιαίτατον &
                        Συγκριτικός: εὐδιέστερος, εὐδιεστέρα, εὐδιέστερον
                        Υπερθετικός: εὐδιέστατος, εὐδιεστάτη, εὐδιέστατον
 
ἥσυχος -η-ον: Συγκριτικός: ἡσυχαίτερος, ἡσυχαιτέρα, ἡσυχαίτερον
                        Υπερθετικός: ἡσυχαίτατος, ἡσυχαιτάτη, ἡσυχαίτατον &
                        Συγκριτικός: ἡσυχώτερος, ἡσυχωτέρα, ἡσυχώτερον
                        Υπερθετικός: ἡσυχώτατος, ἡσυχωτάτη, ἡσυχώτατον
 
ἴδιος-α-ον:  Συγκριτικός: ἰδιαίτερος, ἰδιαιτέρα, ἰδιαίτερον
(ιδιωτικός)    Υπερθετικός: ἰδιαίτατος, ἰδιαιτάτη, ἰδιαίτατον &
                        Συγκριτικός: ἰδιώτερος, ἰδιωτέρα, ἰδιώτερον
                        Υπερθετικός: ἰδιώτατος, ἰδιωτάτη, ἰδιώτατον
 
φίλος-η-ον: Συγκριτικός: φιλαίτερος, φιλαιτέρα, φιλαίτερον
                        Υπερθετικός: φιλαίτατος, φιλαιτάτη, φιλαίτατον &
                        Συγκριτικός: φίλτερος, φιλτέρα, φίλτερον
                        Υπερθετικός: φίλτατος, φιλτάτη, φίλτατον &
                        Συγκριτικός: φιλίων, φιλίων, φίλιον
 
Ανώμαλα παραθετικά (σε -ίων, -ιστος)
Μερικά επίθετα της αρχαίας ελληνικής δε σχηματίζουν τα παραθετικά τους με τις παραθετικές καταλήξεις -τερος, -τατος, παρά παίρνουν στο συγκριτικό την κατάληξη -ίων (αρσ. και θηλ.), -ιον (ουδέτ.) και στον υπερθετικό την κατάληξη -ιστος, -ίστη, -ιστον. Επειδή τα παραθετικά αυτά σχηματίζονται πολλές φορές με διάφορες φθογγικές παθήσεις ή και με θέμα διαφορετικό από το θέμα του θετικού, λέγονται ανώμαλα παραθετικά. Τα επίθετα αυτά είναι:
 
1. αἰσχρός, αἰσχρά, αἰσχρόν (= επονείδιστος, κακοήθης, απρεπής, φαύλος)
Συγκριτικός: ὁ, ἡ αἰσχίων, τὸ αἴσχιον
Υπερθετικός: αἴσχιστος, αἰσχίστη, αἴσχιστον
 
2. ἐχθρός, ἐχθρά, ἐχθρόν (= εχθρός, μισητός, απεχθής)
Συγκριτικός: ὁ, ἡ ἐχθίων, τὸ ἔχθιον, και ομαλά: ὁ ἐχθρότερος, ἡ ἐχθροτέρα, τό ἐχθρότερον
Υπερθετικός: ὁ ἔχθιστος, ἡ ἐχθίστη, τό ἔχθιστον,  και ομαλά: ὁ ἐχθρότατος, ἡ ἐχθροτάτη, τό ἐχθρότατον
 
3. ἡδύς, ἡδεῖα, ἡδύ (= γλυκός, ευχάριστος, (μτφρ) προσφιλής, ευπρόσδεκτος)
Συγκριτικός: ὁ, ἡ ἡδίων, τὸ ἥδιον
Υπερθετικός: ὁ ἥδιστος, ἡ ἡδίστη, τό ἥδιστον
 
4. καλός, καλή, καλόν (= ωραίος, όμορφος, δίκαιος, έντιμος, ευγενής)
Συγκριτικός: ὁ, ἡ καλλίων, τὸ κάλλιον
Υπερθετικός: ὁ κάλλιστος, ἡ καλλίστη, τό κάλλιστον
 
5. μέγας, μεγάλη, μέγα (= μεγάλος, υψηλός, ισχυρός, σπουδαίος, ορμητικός)
Συγκριτικός: ὁ, ἡ μείζων, τὸ μεῖζον
Υπερθετικός: ὁ μέγιστος, ἡ μεγίστη, τό μέγιστον
 
6. ῥᾴδιος, ῥᾳδία, ῥᾴδιον & ὁ, ἡ ῥᾴδιος, τό ῥᾴδιον (= εύκολος, πρόθυμος, απερίσκεπτος)
Συγκριτικός: ὁ, ἡ ῥᾴων, τὸ ῥᾷον
Υπερθετικός: ὁ ῥᾷστος, ἡ ῥᾴστη, τό ῥᾷστον
 
7. ταχύς, ταχεῖα, ταχύ (= γρήγορος, αιφνίδιος) 
Συγκριτικός: ὁ, ἡ θάττων, τὸ θᾶττον
Υπερθετικός: τάχιστος, ταχίστη, τάχιστον
 
8. ἀγαθός, ἀγαθή, ἀγαθόν (= καλός, γενναίος, ευγενής, ενάρετος)
Συγκριτικός: ὁ, ἡ ἀμείνων, τὸ ἄμεινον / Υπερθ: ἄριστος, ἀρίστη, ἄριστον
Συγκριτικός: ὁ, ἡ βελτίων, τὸ βέλτιον / Υπερθ: ὁ βέλτιστος, ἡ βελτίστη, τό βέλτιστον
Συγκριτικός: ὁ, ἡ κρείττων, τὸ κρεῖττον / Υπερθ: κράτιστος, κρατίστη, κράτιστον
Συγκριτικός: ὁ, ἡ λῴων, τὸ λῷον / Υπερθ: λῷστος, λῴστη, λῷστον
 
9. κακός, κακή, κακόν (= κακός, ανάξιος, άθλιος, οδυνηρός)
Συγκριτικός: ὁ, ἡ κακίων, τὸ κάκιον / Υπερθ: ὁ κάκιστος, ἡ κακίστη, τό κάκιστον
Συγκριτικός: ὁ, ἡ χείρων, τὸ χεῖρον / Υπερθ: ὁ χείριστος, ἡ χειρίστη, τό χείριστον
 
10. μακρός, μακρά, μακρόν (= μακρύς, μακρινός, μακροχρόνιος)
Συγκριτικός: ὁ μακρότερος, ἡ μακροτέρα, τό μακρότερον
Υπερθετικός: ὁ μακρότατος, ἡ μακροτάτη, τό μακρότατον
Υπερθετικός: ὁ μήκιστος, ἡ μηκίστη, τό μήκιστον
 
11. μικρός, μικρά, μικρόν (= μικρός, λίγος, μηδαμινός, ασήμαντος)
Συγκριτικός: ὁ μικρότερος, ἡ μικροτέρα, τό μικρότερον
Υπερθετικός: ὁ μικρότατος, ἡ μικροτάτη, τό μικρότατον
Συγκριτικός: ὁ, ἡ ἐλάττων, τὸ ἔλαττον / Υπερθ: ὁ ἐλάχιστος, ἡ ἐλαχίστη, τό ἐλάχιστον
Συγκριτικός: ὁ, ἡ ἥττων, τὸ ἧττον / Υπερθ: ὁ ἥκιστος, ἡ ἡκίστη, τό ἥκιστον
Το ἥκιστα (πληθυντικό ουδετέρου, υπερθετικού) σε επιρρηματική χρήση: = ελάχιστα
 
12. ὀλίγος, ὀλίγη, ὀλίγον (= πολύ λίγος, μικρός)
Συγκριτικός: ὁ, ἡ μείων, τὸ μεῖον / Υπερθ: ὁ ὀλίγιστος, ἡ ὀλιγίστη, τό ὀλίγιστον
 
13. πολύς, πολλή, πολύ (= πολύς, ισχυρός, πυκνός, σπουδαίος)
Συγκριτικός: ὁ, ἡ πλείων, τὸ πλέον / Υπερθ: ὁ πλεῖστος, ἡ πλείστη, τό πλεῖστον
 
Κλίση των συγκριτικών σε -ίων, -ιον (και -ων, -ον)
 
Ενικός
ὁ αἰσχίων, τοῦ αἰσχίονος, τῷ αἰσχίονι, τόν αἰσχίονα / αἰσχίω, (ὦ) αἴσχιον
ἡ αἰσχίων, τῆς αἰσχίονος, τῇ αἰσχίονι, τήν αἰσχίονα / αἰσχίω, (ὦ) αἴσχιον
τό αἴσχιον, τοῦ αἰσχίονος, τῷ αἰσχίονι, τό αἴσχιον, (ὦ) αἴσχιον
 
Πληθυντικός
οἱ αἰσχίονες /αἰσχίους, τῶν αἰσχιόνων, τοῖς αἰσχίοσι(ν), τούς αἰσχίονας /αἰσχίους,  (ὦ) αἰσχίονες /αἰσχίους
αἱ αἰσχίονες /αἰσχίους, τῶν αἰσχιόνων, ταῖς αἰσχίοσι(ν), τάς αἰσχίονας /αἰσχίους,  (ὦ) αἰσχίονες /αἰσχίους
τά αἰσχίονα /αἰσχίω, τῶν αἰσχιόνων, τοῖς αἰσχίοσι(ν), τά αἰσχίονα /αἰσχίω, (ὦ) αἰσχίονα /αἰσχίω
 
Ενικός
ὁ ἡδίων, τοῦ ἡδίονος, τῷ ἡδίονι, τόν ἡδίονα /ἡδίω, (ὦ) ἥδιον
ἡ ἡδίων, τῆς ἡδίονος, τῇ ἡδίονι, τήν ἡδίονα /ἡδίω, (ὦ) ἥδιον
τό ἥδιον, τοῦ ἡδίονος, τῷ ἡδίονι, τό ἥδιον, (ὦ) ἥδιον
 
Πληθυντικός
οἱ ἡδίονες /ἡδίους, τῶν ἡδιόνων, τοῖς ἡδίοσι(ν), τούς ἡδίονας /ἡδίους, (ὦ) ἡδίονες /ἡδίους
αἱ ἡδίονες /ἡδίους, τῶν ἡδιόνων, ταῖς ἡδίοσι(ν), τάς ἡδίονας /ἡδίους, (ὦ) ἡδίονες /ἡδίους
τά ἡδίονα /ἡδίω, τῶν ἡδιόνων, τοῖς ἡδίοσι(ν), τά ἡδίονα /ἡδίω, (ὦ) ἡδίονα /ἡδίω
 
Ενικός
ὁ ῥᾴων, τοῦ ῥᾴονος, τῷ ῥᾴονι, τόν ῥᾴονα /ῥᾴω, (ὦ) ῥᾷον
ἡ ῥᾴων , τῆς ῥᾴονος, τῇ ῥᾴονι, τήν ῥᾴονα /ῥᾴω, (ὦ) ῥᾷον
τό ῥᾷον, τοῦ ῥᾴονος, τῷ ῥᾴονι, τό ῥᾷον, (ὦ) ῥᾷον
 
Πληθυντικός
οἱ ῥᾴονες /ῥᾴους, τῶν ῥᾳόνων, τοῖς ῥᾴοσι(ν), τούς ῥᾴονας /ῥᾴους, (ὦ) ῥᾴονες /ῥᾴους
αἱ ῥᾴονες /ῥᾴους, τῶν ῥᾳόνων, ταῖς ῥᾴοσι(ν), τάς ῥᾴονας /ῥᾴους, (ὦ) ῥᾴονες /ῥᾴους
τά ῥᾴονα /ῥᾴω, τῶν ῥᾳόνων, τοῖς ῥᾴοσι(ν), τά ῥᾴονα /ῥᾴω, (ὦ) ῥᾴονα /ῥᾴω
 
Ενικός
ὁ ἀμείνων, τοῦ ἀμείνονος, τῷ ἀμείνονι, τόν ἀμείνονα /ἀμείνω, (ὦ) ἄμεινον
ἡ ἀμείνων, τῆς ἀμείνονος, τῇ ἀμείνονι, τήν ἀμείνονα /ἀμείνω, (ὦ) ἄμεινον
τό ἄμεινον, τοῦ ἀμείνονος, τῷ ἀμείνονι, τό ἄμεινον, (ὦ) ἄμεινον
 
Πληθυντικός
οἱ ἀμείνονες /ἀμείνους, τῶν ἀμεινόνων, τοῖς ἀμείνοσι(ν), τούς ἀμείνονας /ἀμείνους, (ὦ) ἀμείνονες /ἀμείνους
αἱ ἀμείνονες /ἀμείνους, τῶν ἀμεινόνων, ταῖς ἀμείνοσι(ν), τάς ἀμείνονας /ἀμείνους, (ὦ) ἀμείνονες /ἀμείνους
τά ἀμείνονα /ἀμείνω, τῶν ἀμεινόνων, τοῖς ἀμείνοσι(ν), τά ἀμείνονα /ἀμείνω, (ὦ) ἀμείνονα /ἀμείνω
 
Παραδείγματα κλίσης υπερθετικού βαθμού
 
Ενικός
ὁ ἔχθιστος, τοῦ ἐχθίστου, τῷ ἐχθίστῳ, τόν ἔχθιστον, (ὦ) ἔχθιστε
ἡ ἐχθίστη, τῆς ἐχθίστης, τῇ ἐχθίστῃ, τήν ἐχθίστην, (ὦ) ἐχθίστη
τό ἔχθιστον, τοῦ ἐχθίστου, τῷ ἐχθίστῳ, τό ἔχθιστον, (ὦ) ἔχθιστον
 
Πληθυντικός
οἱ ἔχθιστοι, τῶν ἐχθίστων, τοῖς ἐχθίστοις, τούς ἐχθίστους, (ὦ) ἔχθιστοι
αἱ ἔχθισται, τῶν ἐχθίστων, ταῖς ἐχθίσταις, τάς ἐχθίστας, (ὦ) ἔχθισται
τά ἔχθιστα, τῶν ἐχθίστων, τοῖς ἐχθίστοις, τά ἔχθιστα, (ὦ) ἔχθιστα
 
Ενικός
ὁ ῥᾷστος, τοῦ ῥᾴστου, τῷ ῥᾴστῳ, τόν ῥᾷστον, (ὦ) ῥᾷστε
ἡ ῥᾴστη, τῆς ῥᾴστης, τῇ ῥᾴστῃ, τήν ῥᾴστην, (ὦ) ῥᾴστη
τό ῥᾷστον, τοῦ ῥᾴστου, τῷ ῥᾴστῳ, τό ῥᾷστον, (ὦ) ῥᾷστον
 
Πληθυντικός
οἱ ῥᾷστοι, τῶν ῥᾴστων, τοῖς ῥᾴστοις, τούς ῥᾴστους, (ὦ) ῥᾷστοι
αἱ ῥᾷσται, τῶν ῥᾴστων, ταῖς ῥᾴσταις, τάς ῥᾴστας, (ὦ) ῥᾷσται
τά ῥᾷστα, τῶν ῥᾴστων, τοῖς ῥᾴστοις, τά ῥᾷστα, (ὦ) ῥᾷστα
 
Ενικός
ὁ πλεῖστος, τοῦ πλείστου, τῷ πλείστῳ, τόν πλεῖστον, (ὦ) πλεῖστε
ἡ πλείστη, τῆς πλείστης, τῇ πλείστῃ, τήν πλείστην, (ὦ) πλείστη
τό πλεῖστον, τοῦ πλείστου, τῷ πλείστῳ, τό πλεῖστον, (ὦ) πλεῖστον
 
Πληθυντικός
οἱ πλεῖστοι, τῶν πλείστων, τοῖς πλείστοις, τούς πλείστους, (ὦ) πλεῖστοι
αἱ πλεῖσται, τῶν πλείστων, ταῖς πλείσταις, τάς πλείστας, (ὦ) πλεῖσται
τά πλεῖστα, τῶν πλείστων, τοῖς πλείστοις, τά πλεῖστα, (ὦ) πλεῖστα
 
Περιφραστικά παραθετικά. Παραθετικά μετοχών
 
Τα περιφραστικά παραθετικά σχηματίζονται στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, με το θετικό του επιθέτου και με ορισμένο ποσοτικό επίρρημα εμπρός από αυτό. Έτσι ο συγκριτικός βαθμός σχηματίζεται με το επίρρ. μᾶλλον και ο υπερθ. με το επίρρ. μάλιστα εμπρός από το θετικό:
 
θετ. ἐπιμελὴς             συγκρ. μᾶλλον ἐπιμελὴς      υπερθ. μάλιστα ἐπιμελὴς
 
(πβ. τα νεοελλ.: μικρός — πιο μικρός — ο πιο μικρός ή πολύ μικρός).
 
Όλα τα επίθετα που σχηματίζουν μονολεκτικά παραθετικά μπορούν να σχηματίσουν παράλληλα και περιφραστικά παραθετικά.
Σχηματίζουν τα παραθετικά τους μόνο περιφραστικά οι μετοχές και μερικά μονοκατάληκτα επίθετα που χρησιμοποιούνται και ως ουσιαστικά.

  1. Μετοχές: δυνάμενος – μᾶλλον δυνάμενος – μάλιστα δυνάμενος· συμφέρων – μᾶλλον συμφέρων – μάλιστα συμφέρων· ὠφελῶν – μᾶλλον ὠφελῶν – μάλιστα ὠφελῶν κ.ά. (πβ. τα νεοελλ.: αντρειωμένος – πιο αντρειωμένος – ο πιο αντρειωμένος ή πολύ άντρειωμένος).
  2. Μονοκατάληκτα επίθετα: εἴρων – μᾶλλον εἴρων – μάλιστα εἴρων· ἔνδακρυς – μᾶλλον ἔνδακρυς – μάλιστα ἔνδακρυς. Έτσι και τα εὔελπις, κόλαξ, ὑβριστής, φιλόγελως κ.ά.

Ελλειπτικά παραθετικά
Σε μερικά επίθετα λείπει ο θετικός βαθμός ή και ένας από τους δύο άλλους βαθμούς. Τα παραθετικά των επιθέτων αυτών λέγονται ελλειπτικά παραθετικά.
Τα περισσότερα ελλειπτικά παραθετικά παράγονται από επιρρήματα, προθέσεις ή μετοχές:

  1. (ἄνω)                      ἀνώτερος                   ἀνώτατος
  2. (κάτω)                   κατώτερος                 κατώτατος
  3. (προ)                      πρότερος                   πρῶτος
  4. (ὑπὲρ)                    ὑπέρτερος                  ὑπέρτατος
  5. ἐπικρατῶν             ἐπικρατέστερος         ---
  6. προτιμώμενος      προτιμότερος            ---
  7. ---                           ὕστερος                      ὕστατος
  8. ---                           ---                               ὕπατος
  9. ---                           ---                               ἔσχατος                             

Μερικά επίθετα δε σχηματίζουν παραθετικά, γιατί φανερώνουν ιδιότητα, ποιότητα ή κατάσταση που δεν παρουσιάζει βαθμούς. Τέτοια επίθετα είναι:
1. Όσα φανερώνουν ύλη: λίθινος, ἀργυροῦς, γήινος· τοπική ή χρονική σχέση: χερσαῖος, θαλάσσιος, θερινός, ἡμερήσιος· μέτρο: σταδιαῖος, πηχυαῖος· καταγωγή, συγγένεια: πατρῷος, μητρικός· μόνιμη κατάσταση: θνητός, νεκρὸς κ.ά.
2. Μερικά σύνθετα με α΄ συνθετικό το στερητικό ἀ-: ἀθάνατος, ἄυλος, ἄυπνος, ἄψυχος κ.ά.
3. Μερικά σύνθετα με α΄ συνθετικό το επίθετο πᾶς ή την πρόθ. ὑπὲρ (που έχουν μόνα τους υπερθετική σημασία): πάνσοφος, πάντιμος, πάγκαλος – ὑπερμεγέθης, ὑπέρλαμπρος κ.ά.
 
Παραθετικά επιρρημάτων
Πολλά επιρρήματα της αρχαίας επιδέχονται σύγκριση και γι’ αυτό σχηματίζουν παραθετικά (όπως και στη νέα: ωραία – ωραιότερα ή πιο ωραία – ωραιότατα ή πάρα πολύ ωραία).
 
Σχηματίζουν έτσι παραθετικά στην αρχαία ελληνική:
1. Επιρρήματα σε -ως που παράγονται από επίθετα. Τα επιρρήματα αυτά στον συγκριτικό έχουν τύπο όμοιο με την ενική αιτιατ. του ουδετ. του συγκριτικού επιθέτου και στον υπερθετικό έχουν τύπο όμοιο με την πληθυντική αιτιατ. του ουδετέρου του υπερθετικού επιθέτου:
 
(δίκαιος):      δικαίως          δικαιότερον               δικαιότατα
(σοφός):        σοφῶς            σοφώτερον                σοφώτατα
(ἀληθὴς):       ἀληθῶς           ἀληθέστερον             ἀληθέστατα
(σώφρων):     σωφρόνως     σωφρονέστερον        σωφρονέστατα
(ἡδύς):           ἡδέως             ἥδιον                          ἥδιστα
(καλός):         καλῶς             κάλλιον                      κάλλιστα
 
2. Τα επιρρήματα εὖ (αντίστοιχο του επιθέτου ἀγαθός), ὀλίγον και πολύ:
εὖ – ἄμεινον – ἄριστα και βέλτιον – βέλτιστα και κρεῖττον – κράτιστα.
ὀλίγον – μεῖον – ὀλίγιστα και ἔλαττον – ἐλάχιστα και ἧττον – ἥκιστα.
πολύ – πλέον – πλεῖστα (ή πλεῖστον).
 
3. Το επίρρ. μάλα (= πολύ), που οι τρεις βαθμοί του είναι:
θετ. μάλα – συγκριτ. μᾶλλον – υπερθ. μάλιστα.
 
4. Μερικά τοπικά επιρρήματα που παίρνουν παραθετικές καταλήξεις -τέρω, -τάτω:
 
ἄνω:               ἀνωτέρω                     ἀνωτάτω
ἄπωθεν:        ἀπωτέρω                    ἀπωτάτω
(= μακριά)
ἐγγὺς:             ἐγγυτέρω                   ἐγγυτάτω
(=κοντά)        ἐγγύτερον                 ἐγγύτατα
                         ἔγγιον                        ἔγγιστα
 
ἔξω:                ἐξωτέρω                     ἐξωτάτω
ἔσω (εἴσω):   ἐσωτέρω                     ἐσωτάτω
κάτω:            κατωτέρω                  κατωτάτω
πόρρω:         πορρωτέρω                πορρωτάτω
πέρα:             περαιτέρω                 ---
 
5. Μερικά χρονικά επιρρήματα με παραθετικές καταλήξεις -(αί)τερον, -(αί)τατα 
 
πάλαι:           παλαίτερον                παλαίτατα
πρωί:             πρωιαίτερον              πρωιαίτατα &
                        πρῳαίτερον               πρῳαίτατα
ὀψέ:                ὀψιαίτερον                ὀψιαίτατα
(= αργά)
 
Και τα παραθετικά των επιρρημάτων, όπως και των επιθέτων, εκφέρονται κάποτε περιφραστικά με το μᾶλλον, μάλιστα και το θετικό· π.χ.
 
σοφῶς            μᾶλλον σοφῶς                       μάλιστα σοφῶς
ἡδέως              μᾶλλον ἡδέως                        μάλιστα ἡδέως
 

Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Κωνσταντίνου Μάντη