Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Ρήματα

Ἅγαμαι, εύχρ. η ευκτ. α΄ ενικού ἀγαίμην και γ΄ πληθ. ἄγαιντο (ο τονισμός κατά τα βαρύτονα), παρατ. ἠγά-μην, (μέσ. μέλλ. ἀγά-σομαι), μέσ. αόρ. ἠγα-σάμην, παθ. αόρ. ἠγάσ-θην. Ρημ. επίθ. ἀγασ-τός, ἀξιάγαστος. Παράγ. ἄγασμα (= αντικείμενο θαυμασμού ή λατρείας), επίρρ. (από τη μετοχή) ἀγαμένως (= με θαυμασμό) κτλ.

ἄγνυμι = κατάγνυμι (κατά + ἄγνυμι = σπάζω, τσακίζω), μέλλ. κατάξω, αόρ. κατέαξα (υποτ. κατ-άξω κτλ.). Παθ. κατάγνυμαι, παθ. αόρ. κατεάγην (υποτ. καταγῶ, ευκτ. καταγείην κτλ.), ενεργ. πρκμ. β΄ με παθ. σημασ. κατέαγα (= είμαι τσακισμένος).
 
ἀγορεύω, πρτ. ἠγόρευον, μέλλ. -αγορεύσω και συνήθ. -ερῶ, αόρ. -ηγόρευσα και β΄ -εῖπον, πρκμ. -είρηκα, υπερσ. -ειρήκειν. Παθ. ἀγορεύομαι, πρτ. -ηγορευόμην, μέσ. μέλλ. ως παθ. -αγορεύσομαι, παθ. μέλλ. -ρηθήσομαι, παθ. αόρ. -ηγορεύθην και συνήθ. -ερρήθην, πρκμ. -ειρημαι, υπερσ. -ειρήμην. Παράγ. ἀγόρευσις, ἀγορητής, προσρητέος, προσ-αγορευτέος, ἀπόρρητον κτλ.

ἄγω (= οδηγώ, φέρνω·), πρτ. ἦγον, μέλλ. ἄξω, αόρ. β΄ ἤγαγον, πρκμ. ἦχα και (μτγν.) ἀγήοχα, υπερσ. (μτγν.) ἠγηόχειν. Μέσ. και παθ. ἄγομαι, πρτ. ἠγόμην, μέσ. μέλλ. ἄξομαι, παθ. μέλλ. ἀχθήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ ἠγαγόμην, παθ. αόρ. ἤχθην, πρκμ. ἦγμαι, υπερσ. ἤγμην. Παράγ. ἀγωγή, ἀγωγός, ἀγωγεύς, ἐπακτός, ἐπείσακτος, ἀκτέον κτλ.

ἀδικέω -ῶ, πρτ. ἠδίκουν, μελλ. ἀδικήσω, αόρ. ἠδίκησα, πρκμ. ἠδίκηκα, υπερ. ἠδικήκειν. Μέσ. και παθ. ἀδικοῦμαι, πρτ. ἠδικούμην, μέσος μέλλοντα με σημασία παθητική ἀδικήσομαι (= θ’ αδικηθώ από άλλον), παθ. αόρ. ἠδικήθην, πρκ. ἠδίκημαι, υπερ. ἠδικήμην.

ᾄδω (= ψάλλω, τραγουδώ), πρτ. ᾖδον, μέσ. μέλλ. ως ενεργ. ᾄσομαι, αόρ. ᾖσα. Παθ. ᾄδομαι, παθ. αόρ. ᾔσθην. Παράγ. ἆσμα, ᾠδὴ (από το ἀοιδή), ᾀστέον.

αἰδέομαι -οῦμαι (= ντρέπομαι, σέβομαι), παρατ. ᾐδεόμην -ούμην, μέσ. μέλλ. αἰδέ-σομαι, μέσ. αόρ. ᾐδε-σάμην, παθ. αόρ. ως μέσ. ᾐδέσ-θην, παρακ. ᾔδεσ-μαι. Ρημ. επίθ. αἰδεσ-τός, αἰδεσ-τέον. Παράγ. αἴδε-σις, αἰδέ-σιμος κτλ.

αἰνέω -ῶ, συνήθ. σύνθ. ἐπαινῶ, παραινῶ κτλ., παρατ. ᾔνεον -ουν, μέλλ. αἰνέ-σω, αόρ. ᾔνε-σα, παρακ. ᾔνε-κα. Παθ. αἰνέομαι -οῦμαι, παρατ. ᾐνεόμην -ούμην, μέσ. μέλλ. ως ενεργ. αἰνέ-σομαι, παθ. μέλλ. αἰνεθήσομαι, παθ. αόρ. ᾐνέ-θην, παρακ. ᾔνη-μαι. Ρημ. επίθ. αἰνε-τός, αἰνε-τέος.

αἱρέω -ῶ. (= πιάνω, κυριεύω), παρατ. ᾕρεον -ουν, μέλλ. αἱρήσω, αόρ. εἷλον, παρακ. ᾕρη-κα, υπερσ. ᾑρή-κειν. (Ως παθ. του αἱρέω χρησιμεύει το ρ. ἁλίσκομαι = πιάνομαι, κυριεύομαι). Μέσ. με ενεργ. σημασία αἱρέομαι -οῦμαι (= εκλέγω, προτιμώ), παρατ. ᾑρεόμην -ούμην, μέλλ. αἱρή-σομαι, αόρ. β΄ εἱλ-όμην, παρακ. ᾕρη-μαι, υπερσ. ᾑρή-μην. Παθ. αἱρέομαι -οῦμαι (= εκλέγομαι, προτιμιέμαι), παρατ. ᾑρεόμην -ούμην, μέλλ. αἱρε-θήσομαι, αόρ. ᾑρέ-θην, παρακ. ᾕρη-μαι, υπερσ. ᾑρή-μην,συντελ. μέλλ. ᾑρή-σομαι, ή ᾑρη-μένος ἔσομαι.

αἴρω (= σηκώνω), πρτ. ᾖρον, μέλλ. ἀρῶ, αόρ. ἦρα (υποτ. ἄρω, προστ. ἆρον κτλ.), πρκμ. ἦρκα, ύπερσ. ἤρκειν. Μέσ. και παθ. αἴρομαι, πρτ. ᾐρόμην, μέσ. μέλλ. ἀροῦμαι, μέσ. αόρ. ἠράμην, παθ. αόρ. ἤρθην (και ως μέσ.), πρκμ. ἦρμαι, υπερσ. ἤρμην. Παράγ. ἄρσις, ἄρμα (= το βάρος που σηκώνει κανείς), ἄρδην κτλ.

αἰσθάνομαι (αποθ. μέσ.), πρτ. ᾐσθανόμην, μέσ. μέλλ. αἰσθήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ ᾐσθόμην, πρκμ. ᾔσθημαι, υπερσ. ᾐσθήμην. Παράγ. αἴσθημα, αἴσθησις, αἰσθητὸς (εὐαίσθητος, ἀναίσθητος).

αἰτιάομαι -ῶμαι (αποθ. μεικτό). (= κατηγορῶ), παρατ. ᾐτιᾰόμην -ώμην, μέσ. μέλλ. αἰτιᾱ ΄-σομαι, (παθ. μέλλ. αἰτιᾱ-θήσομαι, μεταγ.), μέσ. αόρ. ᾐτιᾱ-σάμην, παθ. αόρ. ᾐτιᾱ ΄-θην, παρακ. ᾐτίᾱ-μαι, υπερσ. ᾐτιᾱ ΄-μην. Ρημ. επίθ. αἰτιᾱ-τέος.

ἀκέομαι -οῦμαι (αποθ. ενεργ.) (= θεραπεύω), μέλλ. ἀκοῦμαι, αόρ. ἠκεσάμην. Ρημ. επίθ. ἀκεστός (ἀνήκεστος).

ἀκούω. πρτ. ἤκουον, μέσ. μέλλ. ως ενεργ. ἀκούσομαι, αόρ. ἤκουσα, πρκμ. ἀκήκοα, υπερσ. ἠκηκόειν. Παθ. ἀκούομαι, παθ. μέλλ. ἀκουσθήσομαι, παθ. αόρ. ἠκούσθην. Ρηματ. επίθ. ἀκουστός, ἀκουστέος.

ἀλέω -ῶ. (= αλέθω), (ποιητ. και μεταγεν. παρατ. ἤλεον -ουν, αόρ. ἤλεσα, παρακ. με αττ. αναδιπλ. ἀλ-ήλε-κα. Παθ. αόρ. ἠλέ-σ-θην), παρακ. ἀλ-ήλε-(σ)-μαι. Παράγ. ἄλε-σις, ἄλε-σ-μα, ἀλε-σ-μός, ἀλέ-της (= αυτός που αλέθει, ὄνος ἀλέτης = μυλόπετρα), ἀλε-τρὶς (= γυναίκα που αλέθει), ἀλε-τὸς (= άλεσμα).

ἁλίσκομαι (= πιάνομαι, κυριεύομαι· αποθ., παθ. του αἱρέω -ῶ), πρτ. ἡλισκόμην, μέσ. μέλλ. με παθ. σημασ. ἁλώσομαι, ενεργ. αόρ. β΄ με παθ. σημασ. ἑάλων και σπάν. με συναίρεση ἥλων (υποτ. ἁλῶ, -ῷς, -ῷ κτλ., ευκτ. ἁλοίην, απαρ. ἁλῶναι, μετ. ἁλούς), πρκμ. ἑάλωκα και σπάν. με συναίρ. ἥλωκα, υπερσ. ἡλώκειν. Παράγ. ἅλωσις, ἁλωτός, εὐάλωτος κτλ.

ἁμαρτάνω (= αποτυχαίνω, λαθεύω) πρτ. ἡμάρτανον, μέσ. μέλλ. μ’ ενεργ. σημασ. ἁμαρτήσομαι, αόρ. β΄ ἥμαρτον, πρκμ. ἡμάρτηκα, υπερσ. ἡμαρτήκειν. Παθ. ἁμαρτάνομαι και συνήθ. ως απρόσ. ἁμαρτάνεται, πρτ. ἡμαρτάνετο, παθ. αόρ. ἡμαρτήθη, πρκμ. ἡμάρτηται, υπερσ. ἡμάρτητο. Παράγ. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἁμαρτωλός, ἀναμάρτητος, ἐπεξαμαρτητέον κτλ.

ἀμφιέννυμι (ἀμφί + ἕν-νυ-μι = ντύνω), πρτ. ἠμφιέννυν, μέλλ. συνηρ. ἀμφιῶ, - εῖς, -εῖ κτλ., αόρ. ἠμφίεσα. Μέσ. ἀμφιέννυμαι, (πρτ. ἠμφιεννύμην), μέσ. μέλλ. ἀμφιέσομαι, πρκμ. ἠμφίεσμαι. Παράγ. ἀμφίεσις, ἀμφίεσμα, εἷμα, ἐσθὴς, ἱμάτιον (υποκορ. από το εἷμα, ἷμα).

ἀναλίσκω και ἀναλόω -ῶ (= ξοδεύω), πρτ. ἀνήλισκον και ἀνήλουν, μέλλ. ἀναλώσω, αόρ. ἀνήλωσα, πρκμ. ἀνήλωκα. Μέσ. και παθ. ἀναλίσκομαι και σπάν. ἀναλόομαι -οῦμαι, πρτ. ἀνηλισκόμην και ἀνηλούμην, παθ. μέλλ. ἀναλωθήσομαι, παθ. αόρ. ἀνηλώθην, πρκμ. ἀνήλωμαι, υπερσ. ἀνηλώμην. Παράγ. ἀνάλωμα, ἀνάλωσις, ἀναλωτής, ἀναλωτέος κτλ.

ἀνιάω -ῶ (= λυπώ, στενοχωρώ), πρτ. ἠνίαον -ων, μέλλ. ἀνιᾶ΄σω, αόρ. ἠνίᾱσα. Μέσ. ἀνιῶμαι, πρτ. ἠνιώμην, μέσ. μέλλ. ἀνιᾱ΄σομαι, παθ. αόρ. ως μέσ. ἠνιᾱ΄θην. Παράγ. ἀνιᾱρὸς κτλ.

ἀνοίγω και ἀνοίγνυμι (ἀνὰ + οἰγω), πρτ. ἀνέῳγον, μέλλ. ἀνοίξω, αόρ. ἀνέῳξα, πρκμ. ἀνέῳχα. Παθ. ἀνοίγομαι, πρτ. ἀνεῳγόμην, παθ. αόρ. ἀνεῴχθην, πρκμ. ἀνέῳγμαι, υπερσ. ἀνεῴγμην, συντελ. μέλλ. ἀνεῴξομαι (= θα είμαι ανοιχτός). Παράγ. ἄνοιγμα, ἄνοιξις, ἀνοικτός, ἀνοικτέον.

ἀνύω και ἀνύτω (ή ἁνύτω). (= τελειώνω), πρτ. ἤνυον και ἤνυτον, μέλλ. ἀνῠ'σω, αόρ. ἤνῠσα, πρκμ. ἤνῠκα. Παθ. ἀνύτομαι, μέσ. αόρ. ἠνῠσάμην, παθ. αόρ. ἠνῠ΄σθην, πρκμ. ἤνῠσμαι. Ρηματ. επίθ. ἀνυστός

ἀπεχθάνομαι (αποθ. = γίνομαι μισητός), πρτ. ἀπηχθανόμην, μέσ. μέλλ. με παθ. σημασ. ἀπεχθήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ με παθ. σημασ. ἀπηχθόμην, πρκμ. ἀπήχθημαι, υπερσ. ἀπηχθήμην.

(ἀπο)δειλιάω -ῶ. (= είμαι δειλός, δεν τολμώ), παρατ. ἀπ-ε-δειλίᾰον -ων, μέλλ. ἀπο-δειλιᾱ'-σω, αόρ. ἀπ-ε-δειλίᾱ-σα, παρακ. ἀπο-δε-δειλίᾱ-κα. Ρημ. επίθ. ἀπο-δειλιᾱ-τέον.

(ἀπο)διδράσκω (= δραπετεύω), πρτ. ἀπεδίδρασκον, μέσ. μέλλ. μ’ ενεργ. σημασ. ἀποδράσομαι, αόρ. β΄ ἀπέδραν, πρκμ. ἀποδέδρακα, υπερσ. ἀπεδεδράκειν. Παράγ. ἀπόδρασις, ἄδραστος (= εκείνος που δεν μπορεί να ξεφύγει).

(ἀπο)θνῄσκω, πρτ. ἀπέθνῃσκον, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) ἀποθανοῦμαι, αόρ. β΄ ἀπέθανον, πρκμ. τέθνηκα, υπερσ. ἐτεθνήκειν, συντελ. μέλλ. τεθνήξω. Παράγ. θνητός.

ἀπόλλυμι και ἀπολλύω (= καταστρέφω, χάνω), πρτ. ἀπώλλυν και ἀπώλλυον, μέλλ. (συνηρ.) ἀπολῶ, αόρ. ἀπώλεσα, πρκμ. ἀπολώλεκα, υπερσ. ἀπωλωλέκειν, συντελ. μέλλ. ἀπολωλεκὼς ἔσομαι. Παθ. ἀπόλλυμαι, πρτ. ἀπωλλύμην, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) ἀπολοῦμαι, μέσ. αόρ. β΄ με παθ. σημασ. ἀπωλόμην, ενεργ. πρκμ. β΄ με παθ. σημασ. ἀπόλωλα, υπερσ. ἀπωλώλειν. Παράγ. ὀλετήρ, ὄλεθρος, ἀπώλεια, πανώλης, ἐξώλης (= ολότελα χαμένος), προώλης (= χαμένος από πριν, άξιος να χαθεί πρόωρα).

ἀρέσκω, πρτ. ἤρεσκον, μέλλ. ἀρέσω, αόρ. ἤρεσα. Μέσ. ἀρέσκομαι, πρτ. ἠρεσκόμην, μέσ. αόρ. ἠρεσάμην. Παράγ. ἀρεστὸς (εὐάρεστος, δυσάρεστος) κτλ.

ἀρκέω -ῶ. παρατ. ἤρκεον -ουν, μέλλ. ἀρκέ-σω, αόρ. ἤρκε-σα. Παθ. ἀρκέομαι -οῦμαι, εύχρ. το γ΄ εν. ἀρκεῖται (μεταγεν. παθ. μέλλ. ἀρκεσ-θήσομαι, παθ. αόρ. ἠρκέσ-θην, παρακ. ἤρκεσ-μαι). Παράγ. ἄρκε-σις (= επικουρία, υπηρεσία), ἄρκεσ-μα (= βοήθεια), ἀρκε-τὸς κτλ.

ἀρόω -ῶ. (= αλετρίζω, οργώνω), αόρ. ἤρο-σα. Παθ. ἀρόομαι -οῦμαι. Ρημ. επίθ. ἀρο-τός. Παράγ. ἄρο-τος, ἄρο-σις, ἀρό-σιμος, ἀρο-τήρ, ἄρο-τρον κτλ.

αὔξω και αὐξάνω, πρτ. ηὔξανον και ηὖξον, μέλλ. αὐξήσω, αόρ. ηὔξησα, πρκμ. ηὔξηκα. Μέσ. και παθ. αὔξομαι και αὐξάνομαι, πρτ. ηὐξόμην και ηὐξανόμην, μέσ. μέλλ. αὐξήσομαι, παθ. μέλλ. αὐξηθήσομαι, παθ. αόρ. ηὐξήθην, πρκμ. ηὔξημαι, υπερσ. ηὐξήμην. Παράγ. αὔξησις, αὐξητός, αὐξητέον κτλ.

ἀφικνέομαι -οῦμαι (αποθ. = φθάνω), πρτ. ἀφικνούμην, μέσ. μέλλ. ἀφίξομαι, μέσ. αόρ. β΄ ἀφικόμην, πρκμ. ἀφῖγμαι, υπερσ. ἀφίγμην. Παράγ. ἄφιξις, ἐφικτὸς (ἀνέφικτος) κτλ.

ἄχθομαι (αποθ. = στενοχωριέμαι, αγανακτώ), πρτ. ἠχθόμην, μέσ. μέλλ. ἀχθέσομαι, παθ. αόρ. με μέσ. σημασ. ἠχθέσθην.

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Αρχικοί χρόνοι ρημάτων

ἀγγέλλω, ἤγγελλον, ἀγγελῶ, ἤγγειλα, ἤγγελκα, ἠγγέλκειν· ἀγγέλλομαι, ἠγγελλόμην, ἀγγελοῦμαι & ἀγγελθήσομαι, ἠγγειλάμην & ἠγγέλθην, ἤγγελμαι, ἠγγέλμην
·  ἄγω, ἦγον, ἄξω, (ἦξα &) ἤγαγον (ἀγάγ‑), ἦχα & ἀγήοχα, ἤχειν & ἀγηόχειν· ἄγομαι, ἠγόμην ἄξομαι & ἀχθήσομαι, ἠγαγόμην & ἤχθην, ἦγμαι, ἤγμην
·  αἰνῶ, ᾔνουν, αἰνέσομαι & αἰνέσω, ᾔνεσα, ᾔνεκα, ᾐνέκειν· αἰνοῦμαι, ᾐνούμην, αἰνεθήσομαι, ᾐνέθην, ᾔνημαι, ᾐνήμην
·  αἴρω, ᾖρον, ἀρῶ, ἦρα, ἦρκα, ἤρκειν· αἴρομαι, ᾐρόμην, ἀροῦμαι & ἀρθήσομαι, ἠράμην & ἤρθην, ἦρμαι, ἤρμην
·  αἱρέω-ῶ, ᾕρουν, αἱρήσω, εἷλον (ἑλ-), ᾕρηκα, ᾑρήκειν· αἱροῦμαι, ᾑρούμην, αἱρήσομαι & αἱρεθήσομαι, εἱλόμην & ᾑρέθην, ᾕρημαι, ᾑρήμην [παθητικό του αἱρῶ είναι το ἁλίσκομαι)
·  αἰσθάνομαι, ᾐσθανόμην, αἰσθήσομαι, ᾐσθόμην, ᾔσθημαι, ᾐσθήμην
·  αἰτιάομαι-ῶμαι, ᾐτιώμην, αἰτάσομαι, ᾐτιασάμην & ᾐτιάθην, ᾐτίαμαι, ᾐτιάμην
·  ἀκούω, ἤκουον, ἀκούσομαι, ἤκουσα, ἀκήκοα, ἠκηκόειν· ἀκούομαι, ἠκουόμην, ἀκουσθήσομαι, ἠκουσάμην & ἠκούσθην, ἤκουσμαι, ἠκούσμην
·  ἁλίσκομαι, ἡλισκόμην, ἁλώσομαι, ἑάλων & ἥλων, ἑάλωκα & ἥλωκα, ἡλώκειν
·  ἅπτω, ἧπτον, ἅψω, ἧψα· ἅπτομαι, ἡπτόμην, ἅψομαι & ἁφθήσομαι, ἡψάμην & ἥφθην, ἧμμαι, ἥμμην
·  ἄρχω, ἦρχον, ἄρξω, ἦρξα, ἦρχα, ἤρχειν· ἄρχομαι, ἠρχόμην, ἄρξομαι & ἀρχθήσομαι, ἠρξάμην & ἤρχθην, ἦργμαι, ἤργμην

·  βαίνω, ἔβαινον, βήσομαι, ἔβην, βέβηκα, ἐβεβήκειν· βαίνομαι, ἐβαινόμην, -, ἐβάθην, βέβαμαι, -
·  βάλλω, ἔβαλλον, βαλῶ, ἔβαλον, βέβληκα, ἐβεβλήκειν· βάλλομαι, ἐβαλλόμην, βαλοῦμαι & βληθήσομαι, ἐβαλόμην & ἐβλήθην, βέβλημαι, ἐβεβλήμην
·  βιβάζω, ἐβίβαζον, βιβῶ (=βιβάω), ἐβίβασα· βιβάζομαι, ἐβιβαζόμην, βιβῶμαι, ἐβιβασάμην & ἐβιβάσθην, βεβίβασμαι, ἐβεβιβάσμην
·  βούλομαι, ἐβουλόμην & ἠβουλόμην, βουλήσομαι & βουληθήσομαι, ἐβουλήθην & ἠβουλήθην, βεβούλημαι, ἐβεβουλήμην

γηράσκω, ἐγήρασκον, γηράσω & γηράσομαι, ἐγήρασα & ἐγήραν, γεγήρακα, ἐγεγηράκειν
·  γίγνομαι, ἐγιγνόμην, γενήσομαι & γενηθήσομαι, ἐγενόμην & ἐγενήθην, γέγονα & γεγένημαι, ἐγεγόνειν & ἐγεγενήμην
·  γιγνώσκω, ἐγίγνωσκον, γνώσομαι, ἔγνων, ἔγνωκα, ἐγνώκειν· γιγνώσκομαι, ἐγιγνωσκόμην, γνωσθήσομαι, ἐγνώσθην, ἔγνωσμαι, ἐγνώσμην