Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος δ΄)

Με κάποιων άκλιτων λέξεων, κυρίως επιρρημάτων, την ετυμολόγηση και τη σημασία τους, θα ασχοληθώ στο σημερινό «σεργιάνισμα» στην Ελληνική Γλώσσα. Και αυτών των λέξεων η επιλογή είναι σχετικά τυχαία· θα μπορούσα να αναφέρω πολλαπλάσια επιρρήματα και άκλιτα μόρια που διανθίζουν τον νεοελληνικό λόγο, αλλά η πρόθεσή μου, όπως ήδη προανέφερα, δεν είναι να συντάξω ένα νέο πλήρες λεξικό της Γλώσσας μας: Φιλοδοξώ και επιθυμώ, επαναλαμβάνω, να καταδείξω τον ενιαίο χαρακτήρα, τη διαχρονικότητα της ελληνικής γλώσσας από τους αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι σήμερα.

Πάμε λοιπόν στην ουσία του θέματος:
  1. Απεναντίας: επίρρ. τροπικό· είναι σύνθετη λ. και προέρχεται από τη μεσν. φράση «ἀπ’ εναντίας (ενν.) ὁδοῦ», που η σημασία της ήταν: «από τον αντίθετο, τον εχθρικό δρόμο».
    Στις μέρες μας σημαίνει: «σε αντίθεση, αντίθετα, ίσα-ίσα».
  2. Απευθείας: επίρρ. τροπικό· προέρχεται από την μεσν. φράση «ἀπ’ εὐθείας (ενν.) ὁδοῦ ή
    γραμμῆς» και η σημασία της ήταν: «από τον ίσιο, το συντομότερο δρόμο». Σήμερα σημαίνει:
    α) χωρίς διαμεσολάβηση, αμέσως, β) (στην τηλεόραση) την ίδια στιγμή, χωρίς μαγνητοσκόπηση, ζωντανά.
  3. Αφότου: σύνδεσμος χρονικός· η λ. είναι σύνθετη μεσν. : ἀφ’ ὅτου < ἀπὸ + ὅτου < γεν. της αναφορικής αντωνυμίας ὅστις. Σημασία του: «από τότε που», π.χ, πάνε πολλά χρόνια αφότου χωρίσαμε.
  4. Αφού: σύνδεσμος χρονικός ή αίτιο λογικός: αρχ. ἀφ’ οὗ (ενν. χρόνου) η λ. οὗ είναι γεν.
    της αναφορικής αντωνυμίας ὃς, ἢ, ὃ.
  5. Θα: μόριο· η λ. είναι μεσν και προήλθε με «περιπέτεια» από τη φράση θέλω ἵνα.. (θέλω
    να… < θέλ’ να < θενά < θα. Χρησιμοποιείται για το σχηματισμό των μελλοντικών ρηματικών χρόνων (στιγμιαίου, διαρκείας και συντελεσμένου μέλλοντα)· π.χ. θα λύσω, θα λύνω, θα έχω λύσει.
  6. Οιονεί: επίρρ. που ανήκει στη λόγια γλώσσα’ σύνθετη από το αρχ. οἷον (ουδ. της αντωνυμίας οἷος, οἵα, οἷον) + εἰ (υποθ. σύνδεσμος). Έχει τη σημασία του σαν, κάτι σαν, δήθεν· π.χ. « Ό,τι είπες είναι οιονεί ανούσιος λόγος », «αυτόν που βλέπεις παριστάνει τον οιονεί (=δήθεν) σοφό άνθρωπο». Πρβλ. στη Νομοθ. οιονεί νομή ή νομή δικαιώματος (η νομή που συνίσταται στην άσκηση δικαιώματος επί ενεχύρου και δουλειών).
  7. Ενίοτε: χρονικό επίρρημα· προήλθε από την αρχαία φράση ἔνι + ὃτε, οπου το ἔνι είναι συγκεκομμενος τύπος του ρ. ἔνεστι (= είναι δυνατό). Σημασία του: « μερικές φορές, κάποτε, πότε-πότε».
  8. Οσονούπω: χρονικό επίρρημα· σχηματίστηκε από την αρχ. φράση ὃσον (ουδ. της αναφ. αντωνυμίας ὃσος, -η, -ον) + οὔπω (=όχι ακόμη, όχι μέχρι τώρα). Σημαίνει: «σε λίγο, όπου να’ ναι »· π.χ. οσονούπω θα έρθει ο χειμώνας.
  9. Τώρα: επίρρ. χρονικό. Προήλθε από την αρχ. φράση τῆ ὥρα με επιρρηματική σημασία (=αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμή, αμέσως).
  10. Συλλήβδην: τροπικό επίρρημα· αρχ. λ. παραγόμενη από το ρ. συλλαμβάνω (συλληβ-δην < το θέμα ληβ- είναι η ισχυρή μορφή του θέματος λαβ- ). Σημασία του: «συνολικά, γενικά, χωρίς διακρίσεις»· π.χ. συλλήβδην κατηγόρησε τους πάντες.
  11. Χύδην: τροπικό επίρρημα· αρχ. λ. από το θέμα χυ-του ρ. χέω (=χύνω, σκορπίζω) + το επίθημα -δην. Σημαίνει: «ανάκατα, χωρίς τάξη». Απαντά μόνο στη φράση χύδην όχλος (=αμόρφωτος λαός, όχλος, συρφετός).
  12. Φύρδην-μίγδην: εδώ έχουμε να κάνουμε με δυο «σιαμαία» επιρρήματα που δηλώνουν τρόπο. Το επίρρ. φύρδην παράγεται από το αρχ. ρ. φύρω (=ανακατεύω)· το μίγδην παράγεται από το αρχ. ρ. μείγνυμι (=ανακατεύω) με θ. μιγ-, ασθενή μορφή του ισχυρού θ. μειγ-. Και στα δυο επιρρ. προστίθεται στο θ. το επίθημα -δην (φύρ-δην, μίγ¬δην). Σημασία: στη φράση φύρδην μίγδην = εντελώς ανακατεμένα, άνω- κάτω.

Συντμήσεις:

αρχ. = αρχαίο (α),
γεν. = γενική,
επίρρ. = επίρρημα,
θ. = θέμα,
λ. =λέξη,
μεσν. = μεσαιωνικό (ή),
Νομοθ. = Νομοθεσία,
πρβλ. = παράβαλε,
ρ. = ρήμα,
υποθ. = υποθετικός.

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr

 

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος γ΄)

Με μια ομάδα ρημάτων θα ασχοληθώ στη σημερινή ενότητα. Η ορθογραφία τους δεν έχει ιδιαίτερη δυσκολία. Μεγάλου όμως ενδιαφέροντος και ξεχωριστής προσοχής είναι άξια α) η ετυμολογική τους δομή και β) η σημασιολογική τους «περιπέτεια» και διαφοροποίηση από τον αρχικό τους σχηματισμό μέχρι σήμερα. Η επιλογή των ρημάτων αυτών είναι απλά ενδεικτική από αρκετά άλλα ρήματα που παρουσιάζουν ανάλογο ενδιαφέρον στο σχηματισμό τους και στη σημασία τους. Ωστόσο ο σχολιασμός τριών (3) ρημάτων συγγενών στη σημασία (δημιουργώ, δουλεύω, κάνω) καταδεικνύει την μεγάλη αρετή της γλώσσας μας να δημιουργεί με άνεση ξεχωριστές λέξεις για την απόδοση των λεπτών αποχρώσεων μιας έννοιας!

Έρχομαι στο προκείμενο:

1) Βοηθώ: αρχαίο ρήμα: «βοηθῶ (-έω)» < βοηθός, ὁ, ἡ < βοή, ἡ + θέω (=τρέχω). Επομένως αρχικά είχε τη σημασία του « τρέχω, σπεύδω σε ακουόμενη βοή που προέρχεται από κάποιον, που διατρέχει σοβαρό κίνδυνο». Στην νεοελληνική έχει ευρύτερη σημασία: α) συντρέχω, υποστηρίζω κάποιον να ξεπεράσει τις δυσκολίες του, β) ευνοώ (γενικά) κάποιον να πετύχει κάτι, επιφυλάσσω ειδική μεταχείριση σ’ αυτόν.

2) Δουλεύω: αρχαίο ρήμα· παράγεται από την αρχ. λ. δοῦλος < δῶ (-έω) = δεσμεύω, δένω, φυλακίζω· η αρχική σημασία ήταν: «είμαι δούλος, υπηρετώ κάποιον δουλικά». Στις μέρες μας το ρ. δουλεύω ση μασιό λογικά ταυτίστηκε με το ρ. εργάζομαι. Ωστόσο ο νεοέλληνας πιστεύω, όταν λέει «δουλεύω ή έχω δουλειά», υποσυνείδητα εννοεί «εργάζομαι κατ’ ανάγκην για να αποκτήσω τα απαραίτητα για τη ζωή μου. Ο αρχαίος Έλληνας όμως ενσυνείδητα αποδεχόταν την εργασία ως την απαραίτητη δραστηριότητα για να καταξιωθεί στη ζωή του, για να έχει νόημα και ουσία η καθημερινότητά του. Ο επικός ποιητής Ησίοδος έλεγε «ἔργον οὐδὲν τὄνειδος, ἀεργίη δὲ τὄνειδος» (δηλαδή καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, ενώ ντροπή είναι να μη θέλει κανείς να εργάζεται). Συμπέρασμα: για τους αρχαίους Έλληνες ήταν διαφορετικό πράγμα, δραστηριότητα η εργασία από τη δουλειά!

3) Δημιουργώ: αρχ. ρ. δηµιουργῶ (-έω)· παράγεται από την αρχ. λ. δημιουργός, ὁ, ἡ <δήμιο- ( < δῆμος) + *Fεργός < ἔργον. Η αρχική σημασία της λ. δημιουργός ήταν « αυτός που ασχολείται για τον δήμο, για το λαό σε εργασίες κοινής ωφέλειας, ο τεχνίτης· ανάλογη σημασία είχε και το ρ. δημιουργώ (= εργάζομαι προσφέροντας της υπηρεσίες μου για το κοινό καλό, για τον λαό). Στην νεοελληνική γλώσσα είναι συνώνυμο των ρ. εργάζομαι, ασγολούμαι, κάνω κ.ά., αλλά διαφοροποιείται απ’ αυτά καθώς έχει κατά βάση τη σημασία του « προσπαθώ με ένα είδος έμπνευσης να κατασκευάσω κάτι προσωπικό μεν, αλλά σπουδαίο και σοβαρό (πρβ. ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, ο άνθρωπος αυτός δημιούργησε μεγάλη περιουσία κ.ά.). Το ρ. μεταγενέστερα χρησιμοποιείται και προς δήλωση αρνητικών καταστάσεων, όπως π.χ. δημιουργώ μεγάλη σύγχυση, φασαρία, οξύτητα κ.λπ. δημιουργώ υποψία, ρήγμα στις σχέσεις, εμπόδιο, δυσαρέσκεια κ.λπ.

4) Κάνω: μεσν. ρ· προέρχεται από το αρχ. ρ. κάμνω (=εκτελώ με κόπο κάτι, καταπονούμαι, κουράζομαι)· πρβλ. τη λέξη κάματος (=κούραση). Το ρ. έχει πολλές χρήσεις στον νεοελληνικό λόγο, δηλωτικό πάντοτε της μικρής ή μεγάλης προσπάθειας για πράξη, για ενέργεια. Χρησιμοποιείται στη θέση πολλών συνώνυμων και ταυτόσημων ρ. (εργάζομαι, εκτελώ, δρω, ενεργώ, δημιουργώ, φτειά(χ)νω κ.ά.) υποκαθιστώντας τα άνετα και εύστοχα. Είναι ένα είδος «μπαλαντέρ» στον χώρο των ρ. που δηλώνουν ενέργεια, δράση!

5) Καθηλώνω: αρχ. ρ. Καθηλῶ (-ὁω) + ἡλω < ἧλος (= καρφί), ὁ. Σημαίνει: α) καρφώνω, στερεώνω καλά με καρφιά, β) (μτφ.) ακινητοποιώ κάποιν, τον εξαναγκάζω να μην κουνηθεί από τη θέση του. Παράγωγο: καθήλωση (=ακινητοποίηση του σώματος με καρφιά, (μτφ.) διατήρηση, σταθεροποίηση)· αντίθετη η έννοια της αποκαθήλωσης, που σημαίνει το ξεκάρφωμα, την απόσπαση των ηλων (καρφιών)· πρβλ: η Αποκαθήλωση: η απόσπαση και η καταβίβαση του σώματος του Χριστού από τον Σταυρό. Συγγενής του ρ. καθηλώνω είναι η σημασία του ρ. προσηλώνω [=καρφώνω, επικεντρώνω σταθερά (κυρίως το βλέμμα].

6) Κοιτάζω: αρχ. ρ. κοιτάζω < κοίτη, ἡ < ρ. κεῖμαι (=βρίσκομαι κάτω, κείτομαι, (επί νεκρών) είμαι νεκρός, βρίσκομαι ενγένει). Αρχική σημασία του ρ.: «βάζω κάποιον στην κοίτη (=κρεβάτι), ξαπλώνω. Η σημερινή σημασία οφείλεται στην πρακτική των φρουρών να έχουν την κοίτη (κρεβάτι) τους στο φυλάκιο, από το οποίο επαγρυπνούσαν ως φρουροί (Γ. Μπαμπινιώτης). Μεταγενέστερα το ρ. κατέστη συνώνυμο του βλέπω: έχω στραμμένο το βλέμμα μου, παρατηρώ με προσοχή, φροντίζω, νοιάζομαι, δίνω προσοχή.

7) Μπαίνω: μεσν. ρ.· ἐµπαίνω < αρχ. ἐµβαίνω < ἐν + βαίνω. Η αρχική κυριολεκτική σημασία του είναι: «από εξωτερικό χώρο κινούμαι και εισέρχομαι σε εσωτερικό»· άλλωστε η πρόθεση ἐν δηλώνει γενικά εντοπισμό, στάση σε τόπο, προϋποθέτοντας κάποιες φορές κίνηση εκ των έξω προς τα μέσα. Η σημερινή του σημασία ποικίλλει κατά περίπτωση, ενώ λεπτές αποχρώσεις της έννοιας αποδίδονται με τα συνώνυμά του: εισδύω, εισέρχομαι. εισβάλλω, εισχωρώ.

* F (το επονομαζόμενο δίγαμμα): το έκτο γράμμα (F) του πολύ αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου· η ασθενής άρθρωση του γράμματος αυτού ήταν η αιτία να αποβληθεί από την ελληνική και τελικά να αποσιωποιηθεί.

Συντμήσεις:

αρχ. = αρχαίο (α),
κ. ά = και άλλα
λ. =λέξη,
μεσν. = μεσαιωνικό
πρβλ. = παράβαλε,
ρ. = ρήμα

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος β΄)

Στη σημερινή ενότητα έχω επιλέξει και συμπεριλάβει για ετυμολόγηση λέξεις, των οποίων η ορθογραφία αγνοείται κάπως ή τελείως από πολλούς νεοέλληνες και εν γένει σ’ αρκετούς διίστανται οι απόψεις και οι γνώμες ως προς την ορθή γραφή τους. Αυτών των λέξεων επιβάλλεται η γνώση της ετυμολογίας, για να γράφουμε σωστά τη γλώσσα μας. 

Μερικές λοιπόν απ’ αυτές, κι όχι όλες (είναι άλλωστε αδύνατο κάτι τέτοιο!), αναφέρω στη σημερινή μου λίστα:
  1. Δικλίδα, η: ουσ.· προέρχεται από το αρχ. δικλίς, ἡ (-ίδος), σύνθετο από το δι- < δίς + θ. κλι- του ρ. κλίνω (= γέρνω). Αρχικά είχε τη σημασία: «δίφυλλη πόρτα», δηλ. τη στερεή, την απαραβίαστη θύρα· αργότερα, στις μέρες μας, απέκτησε μετφ. σημασίες, όπως στη φράση δικλίδα ασφαλιστική / δικλίδα ασφαλείας (= i. βαλβίδα που ρυθμίζει την ασφαλή και βαθμιαία έξοδο του ατμού από λέβητα, ii. (μτφ.) καθετί που προστατεύει από κίνδυνο, από δυσάρεστες εξελίξεις)· η γραφή δικλείδα (από το δι- + κλείνω) είναι εσφαλμένη.
  2. Δωσίλογος, ο, η: ουσ.· προέρχεται από το θ. δω- του αρχ. ρ. δίδωμι (μέλλοντας δώσω) και τη λ. λόγος (δωσ- + λόγος). Σημαίνει: αυτόν που είναι υποχρεωμένος να λογοδοτήσει για τις πράξεις του, για τις παράνομες ενέργειές του, τον υπόλογο, τον υπεύθυνο· // (νεολογισμός) εκείνον που κατά τη διάρκεια της Κατοχής κατέδωσε στον εχθρό έλληνες ή ξένους υπηκόους, που εργάζονταν για τον εθνικό ή συμμαχικό αγώνα και γενικά εκείνον που κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο είχε σε κατεχόμενη χώρα στρατιωτική, πολιτική ή οικονομική συνεργασία με τον εχθρό. Η γραφή δοσίλογος δεν θεωρείται σωστή, μολονότι πολλοί την αποδέχονται.
  3. Επεισόδιο, το: ουσ.· αρχ. λ. ἐπεισόδιον, τό, σύνθετη απο την πρόθεση ἐπί + εἴσοδος· κατά τη σύνθεση το -ι- της πρόθεσης έπαθε έκθλιψη (αποβλήθηκε) μπροστά από το -ει- της λέξης είσοδος· γι’ αυτο είναι λανθασμένη η γραφή επισόδιο, την οποία λίγοι υιοθετούν παρασυρμένοι από την πρόθεση επί. Η αρχική σημασία είναι: «το διαλογικό μέρος της τραγωδίας, που παρεμβάλλεται μεταξύ δύο χορικών». Μεταγενέστερη σημασία: «Περιστατικό που ξαφνιάζει, το συμβάν, η λογομαχία, ο καβγάς»· στη λογοτεχνία: «κάθε αυτοτελής διήγηση ή σκηνή σε λογοτεχνικό έργο».
  4. Επικεφαλής: επίρρημα· προήλθε από το εμπρόθετο ἐπί κεφαλῆς και χρησιμοποιείται ως επιρρηματική ή άκλιτη λέξη σε θέση ουσιαστικού ή επιθέτου. Έχει τη σημασία του «αρχηγού, αυτού που βρίσκεται στην πρώτη θέση, στην κορυφή»· π.χ. «οι επικεφαλής του στρατεύματος είχαν λάβει την απόφαση να γίνει επίθεση». Πολλοί εκλαμβάνουν τη λέξη ως επίθετο κλίνοντάς την ως σιγμόληκτο επίθετο:
    του επικεφαλούς, τον επικεφαλή, …, οι επικεφαλείς κ.λπ., υποπίπτοντας προφανώς σε σοβαρό λάθος.
  5. Λημέρι, το: ουσ.· παράγεται από δύσχρηστο ρ. ολημερίζω (περνώ όλη τη μέρα) κι αυτό από το ὁλο(ή)μερος, σύνθετο από το ολ(ο) + ήμερος < ἡμέρα. Σημασία του: «το μέρος όπου ζω όλη σχεδόν την ημέρα, έχοντάς το ως κρησφύγετο» // «(επί τουρκοκρατίας), τόπος διαμονής κλεφτών και αρματολών» // «φωλιά αγρίων ζώων»
  6. Ξηλώνω: ρήμα· προέρχεται από το μεσν. ρ. ἐξηλώ (-όω) (ξεκαρφώνω) < ἐξ + ἡλώ < ἧλος, ὁ (=το καρφί). Παλαιότερα η λέξη γραφόταν και με -υ- (ξυλώνω) προερχόμενη από τη λ. ξύλο· ωστόσο η αρχική σημ. ξεκαρφώνω (ἐξ + ἧλος=καρφί) απορρίπτει τη γραφή αυτή. Σημασία: i. αποσπώ κάτι που έχει ραφτεί σε ένδυμα, ii. αποσυναρμολογώ κάτι, iii. διώχνω κάποιον από την εργασία του, από τη θέση που κατέχει.
  7. Οισοφάγος, ο: ουσ. Η λέξη είναι σύνθετη από τον μέλλοντα οἴσω (=θα φέρω) του ρ. φέρω + -φάγος < απαρέμφατο φαγεῖν του αρχ. ρ. ἐσθίω (= τρώγω)· η ετυμολογία αυτή συνάδει με τη σημασία που έχει η λέξη: «το σωληνοειδές μυώδες όργανο, που θα ωθήσει και (θα) μεταφέρει την τροφή στο στομάχι.
  8. Ορθοπεδικός, ο, η: ουσ. Η λέξη προέρχεται από το επίθετο ορθοπεδικός, ο, η (= αυτός που έχει σχέση με την επιστήμη της ορθοπεδικής). Απαντά και γραφή με -αι- (ορθοπαιδικός), που θεωρείται από πολλούς σωστή· η εξήγηση: ο όρος ορθοπαιδικός πλάστηκε το 1741 από τον Γάλλο ιατρό Nicolas Andry και αναφερόταν στην πρόληψη και θεραπεία των σωματικών δυσπλασιών στα παιδιά. Αργότερα ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε και για τους ενηλίκους· καθιερώθηκε, παρετυμολογικά ίσως, και η γραφή ορθοπεδική ως σύνθετη από το ορθο- < ορθός, ο + το λατ. pes, pedis (= το πόδι) ή το ελληνικό πέδη, ἡ (=το πόδι)· πρβλ. και τα σύνθετα τροχο-πέδη, χειρο-πέδη κ.λπ.. Σημασία: ο ιατρός που είναι ειδικός για την ορθοπεδική.

Συντμήσεις:

αρχ. = αρχαία (ο),
ρ. = ρήμα,
θ. = θέμα,
λατ. = λατινικό,
λ. =λέξη,
μεσν. = μεσαιωνικό,
ουσ . = ουσιαστικό,
πρβλ. = παράβαλε.

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος α΄)

Πολλά πολλοί είπαν και έγραψαν, εξακολουθούν να λένε και να γράφουν -και καλά κάνουν- σχετικά με τη γλώσσα μας, την ελληνική γλώσσα. Εκφράζουν τον θαυμασμό τους για την τελειότητά της στην απόδοση και έκφραση λεπτότατων εννοιών της επιστήμης και της φιλοσοφίας· την εκθειάζουν για την ικανότητα που έχει να διεισδύει στο χώρο των άλλων συγγενών στην προέλευση γλωσσών, να διαφεντεύει σ’ αυτές προσφέροντας λέξεις σε βασικές έννοιες, όπως φιλοσοφία, φιλολογία, πολιτική, δημοκρατία, ιστορία, δράμα, αθλητισμός, πρόβλημα κλπ. Στην αγγλική γλώσσα, που είναι η περισσότερο διαδεδομένη σ’ ολόκληρο τον κόσμο -γι’ αυτό άλλωστε είναι και διεθνής- το ένα πέμπτο περίπου των λέξεων είναι ελληνικές ή ελληνογενείς!

Δεν θα πλατειάσω περισσότερο. Προτίθεμαι, επειδή κι εγώ ανήκω στη μεγάλη χορεία των θαυμαστών και εραστών του ελληνικού λόγου, και με την ιδιότητά μου ως μελετητή και δασκάλου της ελληνικής γλώσσας, να αναφερθώ στο χώρο της. Συγκεκριμένα θα επιδιώξω να καταδείξω το ενιαίο της γλώσσας από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα: θα παρουσιάσω την ετυμολογία, τη σημασία, όποτε χρειάζεται, και την «ιστορία», ως προς την μεταβολή της σημασίας ορισμένων λέξεων της Νέας Ελληνικής Γλώσσας κατά τη μακρόχρονη πορεία της από την αρχαία περίοδο μέχρι τις μέρες μας.

Διευκρινίζω, τέλος, ότι οι λέξεις που θα σχολιαστούν με τον τρόπο που παραπάνω ανέφερα, δεν θα παρατεθούν με αλφαβητική σειρά. Η επιλογή τους άλλωστε γίνεται από τον πλούσιο θησαυρό της γλώσσας μας και θέλω κάθε μια λέξη να διατηρήσει την αυθεντική της «προσωπικότητα», μη ακολουθώντας σώνει και καλά η μία λέξη την άλλη σαν στρατιωτάκια σε μια αυστηρά ζυγισμένη γραμμή!

Και τώρα ας έλθουμε στο προκείμενο:

  1. Ὡραίος, -α, -ο: επίθετο· λέξη αρχαία, παραγόμενη από τη λέξη ὥρα (ἡ) που είχε πολλές σημασίες: α) μέρος του έτους, οι εποχές του έτους, (κυρίως) η εποχή της άνοιξης, της νεότητας του έτους, β) το ένα εικοσιτετράωρο (1/24) του ημερονυκτίου. Και το επίθετο αρχικά, στην αρχαιότητα, είχε ανάλογη σημασία, όπως i) αυτός που παράγεται ή γίνεται, κυρίως επί καρπών, την κατάλληλη εποχή (ὥρα), την άνοιξη ή το καλοκαίρι, ii) αυτός που συμβαίνει εγκαίρως, στην ώρα του, iii) ο ώριμος για ένα πράγμα (επί προσώπων). Στις μέρες μας είναι γνωστή η σημασία του επιθέτου. Αυτός που έχει καλή εμφάνιση, αλλά (μεταφορικά) και ο καλός, ο ευχάριστος, ο χρήσιμος, είτε για πρόσωπα είτε για πράγματα, π.χ. «ωραίος άνθρωπος», «ωραία μέρα».
  2. Κουράζω-κουράζομαι: ρήμα· παράγεται από τη λέξη κουρά (η), η οποία παράγεται από το αρχαίο ρ. κείρω (=κουρεύω). Η Κουρά ήταν την εποχή του Μεσαίωνα επίπονη τελετή, που διαρκούσε αρκετό χρονικό διάστημα, για την οριστική χρίση των μοναχών· κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα και στα δικά μας μοναστήρια. Έτσι το ρ. κουράζω αρχικά είχε την σημασία του: ταλαιπωρώ δια της Κουράς σιγά-σιγά επεκτάθηκε και γενικεύθηκε η σημασία του και κατέστη συνώνυμο του: καταπονώ εν γένει, ταλαιπωρώ.
  3. Παίρνω: ρήμα· σχετίζεται με το μεσν. ρ. ἐπαίρνω, το οποίο προήλθε από το αρχαίο ρ. ἐπαίρω, σύνθετο από την πρόθεση ἐπί και το ρ. αἴρω (= σηκώνω, υψώνω) αρα παίρνω < μεσν. ἐπαίρνω < ἐπαίρω. Η αρχική σημασία του ρ. παίρνω είναι: «μεταφέρω κάτι σηκώνοντάς το από τη θέση του»· σιγά-σιγά απόκτησε πολλές και ποικίλες μεταφορικές σημασίες.
  4. Μαλώνω: ρήμα· προέρχεται από το μεσν. ρ. ὁμαλώνω (ρ. δύσχρηστο) κι αυτό από το αρχ. ὁμαλὸς, -ή, -όν. Η λέξη επομένως αρχικά είχε τη σημασία του «εξομαλύνω, διορθώνω, ισιάζω», απ’ όπου μεταγενέστερα μετέπεσε στη σημασία του «επιπλήττω κάποιον αυστηρά, προσπαθώντας να τον διορθώσω ως προς τα σφάλματά του». Στον νεοελληνικό λόγο το ρ. σημαίνει: «κατηγορώ έντονα κάποιον, καβγαδίζω με κάποιον, διακόπτω τις φιλικές μου σχέσεις»· πάντως, νομίζω ότι και στη σημερινή σημασία υπολανθάνει και η αρχική σημασία του: «επιπλήττω κάποιον για να του διορθώσω τα σφάλματά του».
  5. Τιμωρός (ο, η): ουσιαστικό· λέξη αρχαία. Είναι σύνθετη από το τιμή + ὤρα, ἡ (= φροντίδα). Η αρχική σημασία ήταν: « αυτός που φροντίζει για την τιμή κάποιου»· άλλωστε το ρ. «τιμωρῶ + δοτ.» σήμαινε «βοηθώ κάποιον»· αργότερα το ρ. «τιμωρῶ + αιτ.» είχε και έχει και σήμερα τη σημασία « τιμωρώ κάποιον για να τον συνετίσω, στη νομική γλώσσα», σε αντίθεση με το επίσης αρχαίο ρήμα κολάζω + αιτ. (=τιμωρώ κάποιον για εκδίκηση, εκδικούμαι). Κατ’ άλλην εκδοχή η λέξη τιμωρός είναι σύνθετη από το «τιμή + -ωρός < ὄρομαι/ὁρῶ (=βλέπω, φυλάσσω, προστατεύω),

Συντμήσεις:

αιτιατ. = αιτιατική,
αρχ. = αρχαία (ο),
δοτ. = δοτική,
μεσν. = μεσαιωνικό,
ρ. = ρήμα.

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021

Σύνθετες λέξεις με πρώτο συνθετικό προθέσεις

Πρόσφατα διάβασα μια επιφυλλίδα του Μπαμπινιώτη στο Βήμα, στην οποία διατύπωνε τις σκέψεις του γύρω από τη θέση που εξέφρασε στον πρόλογο του νέου του λεξικού, ότι δεν υπάρχει ιδανικός ομιλητής της γλώσσας. 
Είναι τέτοιος ο όγκος των γνώσεων που πρέπει να διαθέτει κανείς και τέτοια η πολυπλοκότητα του ίδιου του μηχανισμού της γλώσσας που το καθιστά πρακτικά αδύνατο. Ανάμεσα σε άλλα παραδείγματα που χρησιμοποιεί ως τεκμήρια της επιχειρηματολογίας του, αναφέρεται και στις σημασιολογικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ λέξεων, όπως για παράδειγμα: πραγματεύομαι – διαπραγματεύομαι.
To παραπάνω αποτέλεσε την αφορμή της σημερινής ανάρτησης και της αναζήτησης που πραγματοποίησα γενικότερα γύρω από τις σημασιολογικές διαφορές λέξεων με διαφορετικές προθέσεις. 
Μέσα από αυτήν τη συλλογή μπορεί κανείς να καταλάβει και να γνωρίσει: 
α) την πολυσημία μιας λέξης, 
β) τη διαφορά που έχει από άλλες μόνο με την προσθήκη μιας μικρής πρόθεσης, 
γ) τη σημασία που δίνει αυτή η πρόθεση σε κάθε λέξη και 
δ) φυσικά μπορεί να διαπιστώσει τον πλούτο που διαθέτει η ελληνική γλώσσα, την ακρίβεια και τη σαφήνεια της σημασίας κάποιων λέξεων που παραγκωνίζονται στον καθημερινό λόγο από τις λίγες βασικές λέξεις που χρησιμοποιούμε για τις αοριστολογίες μας. 

Γιατί να μιλήσει κανείς για το «κατέβασμα» της σημαίας και όχι για την «υποστολή» της; Γιατί να πει κανείς «βγάλσιμο» δοντιού και όχι «εξαγωγή»; Υπάρχει διαφορά μεταξύ των ρημάτων «διαλέγω» και «επιλέγω»; Μεταξύ των «συντηρώ» και «διατηρώ»; Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των ουσιαστικών «αναστολή» και «καταστολή»;

Όλο αυτό ξεκίνησε σαν μια «σπαζοκεφαλιά» για εμένα. Αρχικά, συγκέντρωσα όσες περισσότερες σύνθετες λέξεις μπόρεσα να σκεφτώ για κάθε ρήμα ή ουσιαστικό (γι' αυτό άλλωστε συμπεριλαμβάνονται παρακάτω και οι πιο απλές απ' αυτές, ενώ αν λείπει κάποια, κρίνεται απαραίτητη και η συμβολή σας) και έπειτα ανέτρεξα στο λεξικό για να λύσω κάποιους προβληματισμούς μου. 
Ο κατάλογος, λοιπόν, είναι μακρύς, οι περισσότερες λέξεις χαρακτηρίζονται από πολυσημία και δεν εστιάζω τόσο σε ορολογία και σε υπερβολικά εξειδικευμένο λεξιλόγιο – στόχος άλλωστε είναι η αυτοβελτίωση. Σε κάποιες ερμηνείες δίνονται και παραδείγματα για την καλύτερη κατανόησή τους. Η συλλογή των λημμάτων έγινε από τα λεξικά:
  1. Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, Εκδόσεις Γιάννη Ρίζου
  2. Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, ΙΝΣ
Από το ρήμα «στέλλω»:
συστολή = 1. (φυσ.) η μείωση των διαστάσεων και του όγκου ενός σώματος, που οφείλεται στην ελάττωση της θερμοκρασίας, στη συμπίεση ή στη συμπύκνωση της ύλης του. 
2. ντροπή, σεμνότητα.

διαστολή = 1. χωρισμός κάποιου πράγματος από άλλο, διάκριση, π.χ.: διαστολή εννοιών
2. αύξηση διαστάσεων μεγεθών, π.χ. διαστολή της καρδιάς
3. αύξηση του όγκου των σωμάτων από τη θέρμανση.

περιστολή = περιορισμός, ελάττωση, π.χ.: περιστολή των εξόδων.

υποστολή = κατέβασμα (για σημαία).

καταστολή = 1. η ανακοπή της εξέλιξης, της ανάπτυξης σε κάτι, περιορισμός, αναχαίτιση, π.χ.: καταστολή του μίσους
2. κατάπαυση, κατάπνιξη, π.χ.: καταστολή της εξέγερσης.

αναστολή 1. η προσωρινή διακοπή. 
2. (συνήθ. πληθ.) για δισταγμό με κίνητρο ηθικού περιεχομένου, π.χ.: άνθρωπος χωρίς αναστολές.

επιστολή = γραπτός λόγος που στέλνεται σε πρόσωπο μακριά.

αποστολή = 1. όταν στέλνεται κάτι κάπου. 
2. ομάδα προσώπων που στέλνεται κάπου αντιπροσωπευτικά για έναν συγκεκριμένο σκοπό. 
3. το έργο που αναλαμβάνει κανείς να εκτελέσει, π.χ. δύσκολη αποστολή. 
4. καθήκον, σκοπός, προορισμός, π.χ. η αποστολή των γονέων είναι να...

Από το ρήμα «στρέφω»
καταστροφή = 1. πρόκληση ζημιάς ή βλάβης σε μεγάλο βαθμό. 
2. οποιαδήποτε δυστυχία ή συμφορά.

επιστροφή = 1. το να δίνει ή να στέλνει κανείς πίσω αυτό που πήρε. 
2. η επάνοδος, η επανάκαμψη σε έναν τόπο ή σε κάτι. 
3. το επιστρεφόμενο.

μεταστροφή = 1. αλλαγή κατεύθυνσης, πορείας, π.χ.: μεταστροφή της τύχης. 
2. αλλαγή γνώμης, αντίληψης, στάσης κτλ., ιδίως ενός ανθρώπινου συνόλου, προς άλλη κατεύθυνση, π.χ.: μεταστροφή της κοινής γνώμης.

αναστροφή = μετακίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση, φορά, π.χ.: αναστροφή πορείας.

συναναστροφή = κοινωνικές ή φιλικές σχέσεις με κάποιον.
αντιστροφή = 1. στροφή στην αντίθετη διεύθυνση. 
2. μετατροπή σε αντίθετη μορφή ή κατάσταση.

αποστροφή = το αίσθημα ή το συναίσθημα αηδίας ή απέχθειας που μας προκαλεί κάτι.

διαστροφή = 1. αλλοίωση μιας βιολογικής, ψυχικής ή νοητικής λειτουργίας, έτσι ώστε να γίνει μη φυσιολογική. 
2. (ψυχιατρ.) διαστροφή του γενετήσιου ενστίκτου ή σεξουαλική διαστροφή, απόκλιση από ό,τι θεωρείται σεξουαλικά ομαλό.

περιστροφή = 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του περιστρέφω, π.χ.: περιστροφή της Γης. 
2. (μτφ., συνήθ. πληθ.) έμμεσες, πλάγιες αναφορές, π.χ.: Μου αρέσουν οι άνθρωποι που μιλούν χωρίς περιστροφές…

συστροφή = η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συστρέφω, π.χ.: συστροφή καλωδίων, στρίψιμο.

Από το ρήμα «βαίνω»
διαβαίνω = 1. (τοπ.) διασχίζω έναν τόπο, περνώ από ένα μέρος σε ένα άλλο, π.χ.: διάβηκαν τη γέφυρα. 
2. (χρον.) α. περνώ, κυλώ, π.χ.: τα χρόνια διαβαίνουν γρήγορα. β. έχω κάποιο τέλος, παρέρχομαι, παύω να υπάρχω, π.χ.: οι καημοί διαβαίνουν.

επιβαίνω = (λόγ.) βρίσκομαι σε κάποιο μεταφορικό μέσο, ταξιδεύω με αυτό.

αντιβαίνω = έρχομαι, βρίσκομαι σε αντίθεση με κάτι.· αντίκειμαι, π.χ.: νόμοι που αντιβαίνουν στο σύνταγμα χαρακτηρίζονται ως αντισυνταγματικοί.

παραβαίνω = αθετώ κάτι συμφωνημένο, παραβιάζω κάτι θεσμοθετημένο.

αποβαίνω = (λόγ.) φτάνω σε ένα σημείο, καταλήγω, π.χ.: όλα απέβησαν μάταια.

μεταβαίνω = (λόγ.) πηγαίνω κάπου, π.χ.: ο πρωθυπουργός μετέβη στη Θεσσαλονίκη για να εγκαινιάσει τη διεθνή έκθεση.

υπερβαίνω = (λόγ.) ξεπερνώ.

προβαίνω = (λόγ. με την πρόθ. σε) αρχίζω, προχωρώ στην εκτέλεση κάποιων ενεργειών, π.χ.: η κυβέρνηση προέβη σε διάβημα διαμαρτυρίας.
συμβαίνω = εύχρηστο στο γ’ πρόσωπο.
ανεβαίνω
κατεβαίνω

Από το ρήμα «τρέπω»
εκτροπή = απομάκρυνση από την κανονική, τη φυσική ή την αρχική πορεία.

επιτροπή = ομάδα προσώπων, η οποία συγκροτείται είτε από δημόσια εξουσία είτε από μεγαλύτερο σύνολο προσώπων με σκοπό τη διεκπεραίωση ορισμένων υποθέσεων διοικητικής, διαχειριστικής κτλ. φύσεως.

μετατροπή = η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μετατρέπω.

ανατροπή = 1. αναποδογύρισμα, π.χ.: ανατροπή της βάρκας / του τραπεζιού. 
2. (μτφ.) κατάργηση, εξαφάνιση, συνήθ. βίαιη, π.χ.: ανατροπή του καθεστώτος.

προτροπή = 1. παρακίνηση. 
2. (συνήθ. πληθ.) λόγια, συμβουλές με τις οποίες προτρέπουμε κάποιον, π.χ.: οι προτροπές των γονιών του δεν είχαν αποτέλεσμα.

περιτροπή = μόνο στη φράση εκ περιτροπής, κατά διαδοχή, ο ένας μετά τον άλλον, εναλλάξ.

υποτροπή = 1. η επανεμφάνιση των συμπτωμάτων μιας αρρώστιας. 
2. (νομ.) η επανάληψη μιας αξιόποινης πράξης από τον ένοχο ενός αδικήματος, για το οποίο του έχει επιβληθεί ποινή.

αποτροπή 1. μετάπειση, συγκράτηση κάποιου από το να κάνει κάτι. 
2. απομάκρυνση, αποσόβηση, παρεμπόδιση, π.χ.: αποτροπή της καταστροφής.

Από το ρήμα «άγω»
προσαγωγή = (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσάγω, π.χ.: προσαγωγή μαρτύρων.

παραγωγή = 1. (οικον.) η δημιουργία αντικειμένων, οικονομικών αγαθών και υπηρεσιών με την ανθρώπινη εργασία και με τα διαθέσιμα φυσικά ή τεχνικά μέσα. 
2. το σύνολο των αντικειμένων, αγαθών κτλ. που δημιουργούνται, κατασκευάζονται, παράγονται σε ορισμένο χρόνο. 
3. τομέας μιας επιχείρησης, ενός εργοστασίου, που ασχολείται με την κατασκευή προϊόντων, αγαθών. 
4. πνευματική, καλλιτεχνική δημιουργία ως διαδικασία και ως αποτέλεσμα. 
5. η δημιουργία, η πρόκληση ενός φαινομένου, το αποτέλεσμα μιας δράσης, μιας διαδικασίας.

εξαγωγή = 1. (για εμπόρευμα) διάθεση, πώληση στην αγορά του εξωτερικού. 
2. (λόγ.) α. βγάλσιμο, αφαίρεση, π.χ.: εξαγωγή του δοντιού. β. δημιουργία, διατύπωση ύστερα από λογική διαδικασία, π.χ.: εξαγωγή συμπερασμάτων.

εισαγωγή = 1. για οικονομικά αγαθά, εμπορεύματα, προϊόντα. 
2. το να γίνεται κανείς δεκτός σε νοσοκομείο, εκπαιδευτήριο ή άλλο ίδρυμα, π.χ.: εισαγωγή ασθενούς σε νοσοκομείο
3α. το σύνολο των πρώτων και βασικών γνώσεων που είναι απαραίτητες για τη σπουδή μιας επιστήμης, τέχνης, κτλ., π.χ.: εισαγωγή στη φιλοσοφία. 
β. ενότητα προφορικού ή γραπτού λόγου στην αρχή ομιλίας, βιβλίου, πραγματείας κτλ., με την οποία ο αναγνώστης εισάγεται, κατατοπίζεται γενικώς για το κύριο θέμα· (πρβ. πρόλογος) 
4. (μουσ.) το αρχικό κομμάτι μουσικής σύνθεσης στο οποίο περιέχονται τα κυριότερα μέλη (μοτίβα) της· πρελούδιο. 
5. το να γίνεται γνωστός και να καθιερώνεται ένας τρόπος συμπεριφοράς, δραστηριότητας κτλ. που ως τώρα ήταν άγνωστος ή που προέρχεται από άλλο περιβάλλον, π.χ.: η εισαγωγή σύγχρονων καλλιεργητικών τεχνικών
6. (λόγ.) α. είσοδος μέσα σε κάτι, π.χ.: η εισαγωγή του φαρμάκου στον οργανισμό. β. προσθήκη, π.χ.: εισαγωγή μιας παραγράφου σε ένα κείμενο.

διαγωγή = ο τρόπος που ενεργεί, που συμπεριφέρεται κάποιος στο πλαίσιο των κανόνων της κοινωνίας και της ηθικής.

συναγωγή 1. (λόγ.) συγκέντρωση, σύναξη. 
2. συναγωγή συμπεράσματος, κατάληξη σε ένα συμπέρασμα.

μεταγωγή = μεταφορά ενός προσώπου από έναν τόπο σε άλλο με αστυνομική συνοδεία.

καταγωγή = 1. οι άμεσοι ή οι απώτεροι πρόγονοι ενός ατόμου ή ο τόπος όπου έζησαν.  
2. ο αρχικός πυρήνας, η αρχική μορφή από την οποία προέρχεται κάτι, π.χ.: η καταγωγή ενός εθίμου.

επαγωγή = 1. (λογ.) νοητική λειτουργία, η οποία ξεκινά από το μερικό ή το ειδικό και καταλήγει στο γενικό. ANT παραγωγή.

υπαγωγή = 1. ένταξη σε μια ιεραρχημένη σειρά. 
2. κατάταξη σε ένα ευρύτερο σύνολο.

Από το ρήμα «μορφώνω» <μορφόω
διαμόρφωση = 1. το να δίνει κάποιος σε κάτι μορφή, σχήμα.  
2α. ηθική, πνευματική διάπλαση. β. το να προκύπτει κάτι ως αποτέλεσμα ενεργειών, δραστηριοτήτων, διαδικασιών ή άλλων γεγονότων που προηγήθηκαν, π.χ.: διαμόρφωση γνώμης, τιμών, κ.α…

συμμόρφωση = 1. βελτίωση της συμπεριφοράς ή της εμφάνισης. 
2. προσαρμογή σε κάποιον κανονισμό ή σε κάποιο υπόδειγμα.

επιμόρφωση = επιπλέον μόρφωση και ιδίως εκπαίδευση που παρέχεται σε κάποιον, ιδίως εργαζόμενο, με στόχο τη βελτίωση της επαγγελματικής του ικανότητας·

παραμόρφωση = 1. η αλλαγή, η μεταβολή προς το χειρότερο της μορφής, της όψης, του σχήματος κάποιου. 
2. (μτφ.) διαστρέβλωση, παραποίηση, π.χ.: παραμόρφωση της αλήθειας.
μεταμόρφωση = 1. αλλαγή της εξωτερικής εμφάνισης κάποιου.  
2. βαθιά, ουσιαστική αλλαγή σε κάτι.
αναμόρφωση = 1α. ριζική αλλαγή και βελτίωση ενός θεσμού ή συστήματος. β. βελτίωση της αγωγής ενός νέου συνήθ. ατόμου που έχει παραστρατήσει.

Από το ρήμα «γιγνώσκω»
διάγνωση = 1. (ιατρ.) ο προσδιορισμός, ο εντοπισμός μιας ασθένειας με βάση ορισμένες ενδείξεις ή συμπτώματα που εξετάζονται ιατρικά. 
2. (γενικότ.) συναγωγή συμπεράσματος που στηρίζεται σε ορισμένες ενδείξεις, π.χ.: διάγνωση προθέσεων.

επίγνωση = πλήρης, σαφής και ακριβής γνώση σχετικά με κάτι.

πρόγνωση = ο εκ των προτέρων υπολογισμός, η πρόβλεψη γεγονότων ή φαινομένων (και των επακόλουθων συνεπειών τους) που πρόκειται ή που είναι ενδεχόμενο να συμβούν και που γίνεται κυρίως με βάση κάποια στοιχεία ή με συνδυασμούς στοιχείων.

απόγνωση = πολύ μεγάλη απελπισία.
ανάγνωση

Από το ρήμα «λέγω»
διαλέγω = 1. από ένα σύνολο ανθρώπων ή πραγμάτων αναζητώ και βρίσκω αυτό(ν) που θεωρώ καλύτερο ή προτιμότερο. 
2. αποφασίζω ανάμεσα σε δύο ή σε περισσότερες λύσεις.

εκλέγω = (συνήθ. για σύνολο προσώπων) με ψηφοφορία δηλώνω την προτίμησή μου για το πρόσωπο το οποίο θεωρώ μεταξύ άλλων ως το πιο κατάλληλο για να αναλάβει ένα αξίωμα·

επιλέγω = διαλέγω αλλά περισσότερο επίσημο.

συλλέγω = 1. (λόγ.) α. κόβω ή αποσπώ με κάποιον άλλο τρόπο τους καρπούς από ένα δέντρο ή από ένα φυτό και τους συγκεντρώνω. β. αφήνω κάτι να συγκεντρωθεί σε έναν ορισμένο χώρο, με σκοπό να το χρησιμοποιήσω όταν το χρειαστώ. 
2. συγκεντρώνω στοιχεία από διάφορες πηγές. 
3. κάνω συλλογή ομοειδών αντικειμένων που παρουσιάζουν κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, π.χ.: συλλογή γραμματοσήμων.

αντιλέγω = εκφράζω διαφωνία ή αντίρρηση.

προλέγω = 1. μιλώ για κάτι εκ των προτέρων, πριν αυτό να συμβεί, προμαντεύω. 
2. λέω κάτι προηγουμένως, προαναφέρω. 
3. λέω, συμφωνώ κάτι εκ των προτέρων, π.χ.: όλα θα γίνουν, όπως έχουν προειπωθεί.

Από το ρήμα «τίθημι»
πρόσθεση = η προσθήκη.

πρόθεση = η διάθεση, η θέληση, η επιθυμία κάποιου να κάνει.

παράθεση = 1. η διαδοχική παρουσίαση, αναφορά, έκθεση μιας σειράς γεγονότων, σκέψεων, στοιχείων κτλ. 
2. σύγκριση, παραβολή. 
3. (επίσ.) προσφορά (ιδ. φαγητού). 
4. στο γραπτό λόγο, η ακριβής αναφορά, η επανάληψη αποσπασμάτων ή του συνόλου του κειμένου ενός συγγραφέα μέσα σε κείμενο άλλου συγγραφέα, π.χ.: παράθεση χωρίου.

επίθεση = 1. εχθρική κίνηση εναντίον κάποιου. 
2. (μτφ.) α. άσκηση αυστηρής κριτικής ή διατύπωση κατηγοριών εναντίον κάποιου. 
3. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιθέτω.

κατάθεση = 1α. παράδοση εγγράφου σε δημόσια αρχή, σε αρμόδια υπηρεσία. β. η εκ μέρους φυσικού ή νομικού προσώπου παράδοση χρημάτων σε πιστωτικό ίδρυμα για φύλαξη, τοκισμό και μελλοντική επιστροφή τους. 
2. παροχή πληροφοριών, κυρίως ένορκων, σε δημόσια αρχή.

υπόθεση = 1. η πρόταση την οποία αποδεχόμαστε ως αρχή για να μπορέσουμε να παραγάγουμε ένα δεδομένο σύνολο προτάσεων, ανεξάρτητα από το αν είναι αληθινή ή εσφαλμένη.

αντίθεση 1. η ύπαρξη μεγάλης ή της μεγαλύτερης δυνατής διαφοράς μεταξύ στοιχείων, χαρακτηριστικών. 
2. διαφωνία.

αντιπαράθεση = 1. συγκριτική εξέταση. 2. διαφωνία

μετάθεση = 1. μετακίνηση από μια θέση σε άλλη, κυρίως μτφ, π.χ.: μετάθεση του προβλήματος, από χρονική ή άλλη άποψη. 
2. μετακίνηση υπαλλήλου από μια οργανική θέση της υπηρεσίας του σε άλλη.

σύνθεση = η συνένωση πολλών μερικών στοιχείων σε ένα ενιαίο λειτουργικό ή αρμονικό σύνολο.

ανάθεση = εντολή που δίνεται ή συμφωνία που γίνεται, για να αναλάβει κάποιος την εκτέλεση ενός έργου.

διάθεση = 1. συναισθηματική ή γενικά ψυχική κατάσταση συνήθ. προσωρινού χαρακτήρα. 
2. τάση, επιθυμία για κάτι. 
3. (πληθ.) για αισθήματα, σκοπούς, προθέσεις, π.χ.: ήρθε με άγριες διαθέσεις. 
4. χρήση, χρησιμοποίηση, π.χ.: η διάθεση του ελεύθερου χρόνου
5. παραχώρηση σε κάποιον άλλο, χορήγηση.

έκθεση = 1. τοποθέτηση πράγματος σε ορισμένο μέρος, για να είναι ορατό από πολλούς άλλους. 
2. ο τόπος (αίθουσα, κτίριο κτλ.) όπου γίνεται έκθεση. 
3. υποβολή πράγματος στην επίδραση εξωτερικών φυσικών ή χημικών παραγόντων, π.χ.: έκθεση στο φως. 
4. λεπτομερής αφήγηση ή περιγραφή γεγονότος ή πράγματος.

απόθεση = η τοποθέτηση φορτίου ή αντικειμένου στο έδαφος.
αποσύνθεση = 1. αλλοίωση οργανικής ουσίας, το αρχικό στάδιο της σήψης. 
2. (μτφ.) διάλυση της συνοχής και της ενότητας ενός συνόλου, π.χ.: αποσύνθεση του θεσμού της οικογένειας.

Από το ρήμα «τηρώ»
παρατήρηση = 1. το προσεκτικό, το εξακολουθητικό κοίταγμα, η εξέταση, η παρακολούθηση. 
2α. επισήμανση, διαπίστωση, κρίση ή σχόλιο για κάποιο θέμα. β. κρίση, σχόλιο που εκφράζει μια διαφορετική, αντίθετη γνώμη, μιαν αντίρρηση. 
3. επίπληξη.

επιτήρηση = η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιτηρώ.

διατήρηση = διάσωση από φθορά.

συντήρηση = 1. προφύλαξη ενός πράγματος σε καλή κατάσταση με συνεχή έλεγχο, με εφαρμογή προστατευτικών μεθόδων και με επισκευή, όταν και όπου είναι αναγκαία. 
2. η διατήρηση στη ζωή.
 
Φιλολογική Θεώρηση