Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2020

Επίκτητος: Ανεμπόδιστη είναι μόνο η Επιλογή

«Για τους ανθρώπους, η αιτία όλων των κακών είναι ότι δεν μπορούν να εφαρμόζουν τις κοινές έμφυτες ιδέες τους στα επιμέρους πράγματα.» 
« – Μήπως μπορεί κάποιος να σε κάνει να δώσεις τη συγκατάθεσή σου στο ψεύδος;
– Κανένας.
– Επομένως, στο θέμα της συγκατάθεσης είσαι ακώλυτος και ανεμπόδιστος.»

Ψυχὴ ὁμιλοῦσα ἀρετῇ ἔοικεν ἀεννάῳ πηγῇ: καὶ γὰρ καθαρὸν καὶ ἀτάραχον καὶ πότιμον καὶ νόστιμον καὶ κοινωνικὸν καὶ πλούσιον καὶ ἀβλαβὲς καὶ ἀνώλεθρον.

ελεύθερη απόδοση:
Με πηγή αστείρευτη, η ψυχή η ενάρετη μοιάζει.
Kαθάριο το νερό της και γαλήνιο.
Πόσιμα τα νάματά της τα εύγευστα,
πλούσια ρέουν και δροσίζουν τους άπαντες
ζωντάνια και δύναμη και ίαση χαρίζοντας.
Ο Επίκτητος από την Ιεράπολη της Φρυγίας υπήρξε ένας από τους πιο κύριους φιλοσόφους της Νέας στοάς μαζί με τον Σενέκα και τον Μάρκο Αυρήλιο. Η ιδιαιτερότητα του, έγκειται στο γεγονός ότι ανήκε στη τάξη των δούλων και σε μεγάλη ηλικία έγινε απελεύθερος. Ο ίδιος αναγνώριζε ότι η καθημερινή ζωή είναι γεμάτη δυσκολίες διαφόρων βαθμών και για αυτό ανάλωσε τη ζωή του σκιαγραφώντας το μοναδικό μονοπάτι προς την ευτυχία, την ολοκλήρωση και την ηρεμία, άσχετα από ποιες τυχαίνει να είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις κάποιου.

Τα διδάγματα του, απελευθερωμένα από τα αρχαία πολιτιστικά στολίδια τους έχουν μιαν ανεξήγητα σύγχρονη εφαρμογή, μοιάζοντας πολλές φορές με την καλύτερη εκδοχή της σύγχρονης ψυχολογίας. Για αυτό και η σκέψη του θεωρήθηκε ως μία από τις κεντρικές ρίζες της σύγχρονης ψυχολογίας της αυτοδιαχείρισης.

Ο Επίκτητος πίστευε ότι ο κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι να βοηθήσει τους κοινούς ανθρώπους να ανταπεξέλθουν αποτελεσματικά στις προκλήσεις της καθημερινής ζωής και να αντιμετωπίσουν τις αναπόφευκτες σοβαρές απώλειες, τις απογοητεύσεις και τις λύπες της ζωής.

Η ΖΩΗ ΤΟΥ
Για την ζωή του Στωικού φιλοσόφου του 1ου μ.Χ αιώνα δεν υπάρχουν επαρκείς και ασφαλείς πληροφορίες, παρόλα αυτά θεωρείται ότι υπήρξε σύγχρονος του Πλούταρχου γεννημένος δούλος γύρω στο 50 μ.Χ. σε μία από τις σημαντικότερες εμπορικές πόλεις της Φρυγίας, την Ιεράπολη, καθώς και ότι πέθανε ανάμεσα στα 125 με 130 στην Νικόπολη της Ηπείρου σε ηλικία 88 ετών.

Το όνομα του «Epictutus» προέρχεται από την λατινική μεταφορά του ελληνικού «Επίκτητος» που σημαίνει αποκτηθείς, κερδηθείς και ο ίδιος πέρα από δούλος ήταν κουτσός, ασθενικός και φαινομενικά ντροπαλός. Η αναπηρία του σύμφωνα με τον Κέλσο οφείλεται στον κύριο του τον Επαφρόδιτο (εκτελεστικό γραμματέα του Νέρωνα). Ο Κέλσος αναφέρει πως όταν κάποτε ο Επαφρόδιτος έστριψε το πόδι του Επίκτητου, ο ίδιος παρατήρησε χαμογελώντας «θα το σπάσεις» και όταν τελικά έσπασε το πόδι του, απάντησε ήρεμα: «Δεν σου το είπα». Αυτή η ανέκδοτη αφήγηση αν και μπορεί να απέχει πολύ από την αλήθεια, μας εισάγει ωστόσο στη φιλοσοφικό σκέψη της Νέας Στοάς του Στωικισμού που εκπροσωπείσαι με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο ο Επίκτητος, μαζί με τον Σενέκα και τον Μάρκο Αυρήλιο.

Στο ξεκίνημα του από νεαρή ηλικία ο Επίκτητος έδειξε ανώτερο πνευματικό ταλέντο, παρακολουθώντας μαθήματα Στωικισμού στην Ρώμη από τον ξακουστό φιλόσοφο, Γάιο Μουσώνιο Ρούφο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ωστόσο έγινε ο πιο φημισμένος μαθητής του, αποκτώντας σταδιακά την ελευθερία του.

Ο Επίκτητος έφυγε από τη Ρώμη το 94 μ.Χ. (ήδη πασίγνωστος ως δάσκαλος), όταν ο αυτοκράτορας Δομιτιανός απειλούμενος από την αυξανόμενη «φιλοδημοκρατική» επιρροή των φιλοσόφων, τους εξόρισε. 
Τότε επιλέγει να περάσει το υπόλοιπο της ζωής εξόριστος στην Νικόπολη της Ηπείρου, ζώντας σεμνά σε μία μικρή καλύβα πάμπτωχος χωρίς το παραμικρό έσοδο, με πλήρη περιφρόνηση προς τα υλικά αγαθά, μόνος και ασκητικός, αποφεύγοντας κάθε ενδιαφέρον για φήμη, περιουσία και δύναμη. Εκεί ιδρύει την φιλοσοφική του σχολή διδάσκοντας στο πολυπληθές ακροατήριο του για το πως να ζήσει κανείς με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια και ηρεμία.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Ο Επίκτητος δεν άφησε κανένα γραπτό λόγο αδιαφορώντας για την υστεροφημία του. Ο Φλάβιος Αρριανός όμως, ένας από τους πιο πιστούς μαθητές του, συνέθεσε μέσα από τις σημειώσεις των μαθημάτων του 2 έργα που συγκροτούν τον κορμό της προφορικής διδασκαλίας του, τις «Διατριβές» που αποτελούνται από 8 τόμους (μόνο 4 έχουν σωθεί) και το «Εγχειρίδιο» που είναι μία επιτομή των κυριότερων διδασκαλιών του, επιλεγμένες μέσα από τις «Διατριβές». Επίσης ανάμεσα στους πιο διαπρεπείς θαυμαστές του υπήρξε και ο νεαρός Μάρκος Αυρήλιος Αντωνίνος, ο οποίος τελικά έγινε αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κληρονομώντας μας τους Στοχασμούς του (Meditations – Τα Εις Εαυτόν), των οποίων οι στωικές ρίζες βρίσκονταν στα ηθικά διδάγματα του Επίκτητου.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ
Στη διδασκαλία του ο Επίκτητος δεν μπορούμε να πούμε ότι καινοτομεί ή ότι αναθεωρεί την «Στωική γραμμή». Παρ΄όλο που υπήρξε λαμπρός δάσκαλος της λογικής και του διαλογισμού, το κύριο χαρακτηριστικό έγκειται στο να σφραγίζει με τη δύναμη του νου και την οξυδέρκεια της παρατήρησης του την εποχή του, προσανατολίζοντας το δυναμικό της φιλοσοφίας προς τα ανθρώπινα συνηθισμένα προβλήματα. 
Εξαιτίας αυτής του της ικανότητας λέγεται ότι μπορούσε να γεννήσει ότι αισθήματα ήθελε στους ακροατές του. 
Η συμπεριφορά του ήταν εκείνη του ανοιχτόκαρδου, ταπεινού δασκάλου που παρότρυνε τους μαθητές του να μάθουν να ζουν σοφά, παίρνοντας τη ζωή τους στα σοβαρά και ο ίδιος ήταν το καλύτερο παράδειγμα για αυτούς, εφόσον «ζούσε το λόγο του», δηλαδή πραγμάτωνε αυτά που έλεγε.
Ο Επίκτητος πίστευε ότι ο κύριος σκοπός της φιλοσοφίας είναι να βοηθήσει τους κοινούς ανθρώπους να ανταπεξέλθουν αποτελεσματικά στις προκλήσεις της καθημερινής ζωής και να αντιμετωπίσουν τις αναπόφευκτες σοβαρές απώλειες, τις απογοητεύσεις και τις λύπες της ζωής. Η ηθική διδασκαλία του είναι απογυμνωμένη από συναισθηματικότητα, ευσέβεια, και ακατανόητες μεταφυσικές ορολογίες

Για τον Επίκτητο, η ευτυχισμένη ζωή και η ζωή της αρετής είναι συνώνυμες. Η ευτυχία και η προσωπική ολοκλήρωση είναι οι φυσικές συνέπειες του να κάνεις το σωστό. Αντίθετα από πολλούς φιλοσόφους της εποχής του, ο Επίκτητος ενδιαφερόταν λιγότερο να καταλάβει τον κόσμο, από το να καθορίσει τα συγκεκριμένα βήματα που πρέπει να κάνει για την επιδίωξη της ηθικής υπεροχής.

Μέρος της μεγαλοφυΐας του είναι η έμφαση του για ηθική πρόοδο υπεράνω της επιδίωξης για ηθική τελειότητα. Με μία οξεία αντίληψη του πόσο εύκολα εμείς οι άνθρωποι εκτρεπόμαστε από το να ζούμε με βάση τις ανώτερες αρχές μας, μας προτρέπει να θεωρήσουμε τη φιλοσοφική ζωή σας προοδευτικά βήματα, τα οποία πλησιάζουν σταδιακά προς τα αγαπημένα μας προσωπικά ιδανικά.

Η ιδέα του Επίκτητου σχετικά με την «καλή ζωή» δεν είναι θέμα του να ακολουθήσουμε «έναν οδηγό αγοράς», τυφλές εντολές, αλλά να εναρμονίσουμε τις πράξεις μας με τη φύση. Ο σκοπός δεν είναι να κάνουμε καλές πράξεις για να κερδίσουμε την εύνοια των θεών ή το θαυμασμό των άλλων, αλλά να επιτύχουμε την εσωτερική γαλήνη και κατ’ αυτό τον τρόπο τη διαρκή προσωπική ελευθερία. Η καλοσύνη είναι μία επιχείρηση ίσων ευκαιριών, διαθέσιμη στον καθένα την κάθε στιγμή: φτωχό ή πλούσιο, μορφωμένο ή απλοϊκό άνθρωπο. Δεν είναι η αποκλειστική δικαιοδοσία των «επαγγελματιών» του πνεύματος, όπως μοναχών, αγίων ή ασκητών.

Ο Επίκτητος προώθησε μία αντίληψη της αρετής που ήταν απλή, συνηθισμένη και καθημερινή στην έκφραση της. Αντί των ασυνήθιστων ξεχωριστών επιδείξεων καλοσύνης, ήταν υπέρ μιας ζωής που να τη ζει κανείς σταθερά, σύμφωνα με τη θεία θέληση.
Η συνταγή του Επίκτητου για τη καλή ζωή επικεντρωνόταν σε τρία θέματα: να γίνεις κύριος των επιθυμιών σου, να εκτελείς τα καθήκοντα σου, και να μάθεις να σκέπτεσαι καθαρά για τον εαυτό σου και για τις σχέσεις σου με την ευρύτερη ανθρώπινη κοινωνία.

Το αληθινό έργο ενός ανθρώπου ο ίδιος αναφέρει ο Επίκτητος πως είναι: «Να μάθει πώς να απαλλάσσει τη ζωή του από τις οδύνες, τους θρήνους, τα «Αχ, εγώ» τα «Πόσο δυστυχισμένος είμαι», από τις συμφορές και τις αναποδιές και να κατανοήσει τι είναι ο θάνατος, η εξορία και η φυλάκιση, και (όπως ο Σωκράτης με το κώνειο), να μπορεί αν βρεθεί στη φυλακή να πει «Αγαπητέ μου Κρίτωνα, αν αυτό ευχαριστεί του θεούς, ας γίνει» και όχι «Εγώ είναι ένας γέρος και φτωχός άνθρωπο».
Για το ρόλο του ως δάσκαλος ο Επίκτητος αναφέρει αντίστοιχα ότι «θέλει να κάνει τους μαθητές του, όχι μόνο ελεύθερους, γαλήνιους και ευτυχισμένους αλλά και ατάραχους μπροστά στα εμπόδια, την καταπίεση και τον καταναγκασμό».
Συνεπώς ο ίδιος αναγνώριζε ότι η καθημερινή ζωή είναι γεμάτη δυσκολίες διαφόρων βαθμών. Ανάλωσε τη ζωή του σκιαγραφώντας το μοναδικό μονοπάτι προς την ευτυχία, την ολοκλήρωση και την ηρεμία, άσχετα από ποιες τυχαίνει να είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις κάποιου. Τα διδάγματα του, όταν απελευθερωθούν από τα αρχαία πολιτιστικά στολίδια τους έχουν μιαν ανεξήγητα σύγχρονη εφαρμογή. Κατά διαστήματα, η φιλοσοφία του μοιάζει με την καλύτερη εκδοχή της σύγχρονης ψυχολογίας. Η σκέψη του θεωρήθηκε ως μία από τις κεντρικές ρίζες της σύγχρονης ψυχολογίας της αυτοδιαχείρισης, καθώς η θεραπεία δεν απαιτεί πάντα την αντιμετώπιση τόσο των φυσιολογικών ζητημάτων όσο των ψυχολογικών, δίνοντας έτσι τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.

Ας δούμε κάποιες από τις συμβουλές του προς αυτήν την κατεύθυνση:
«Για οτιδήποτε μας συμβαίνει να θυμόμαστε να στραφούμε στον εαυτό μας και να αναρωτηθούμε πόση δύναμη έχουμε για να το αντιμετωπίσουμε».
Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα του αθλητή και ας πούμε: «Για αυτό έχω κάνει εξάσκηση, για αυτό έχω κάνει προπόνηση», έτσι δεν θα μας συμβεί κάτι χειρότερο από αυτό που μπορεί να περιμένουμε, εφόσον έχουμε προετοιμαστεί για αυτό. Κάθε φορά που βρισκόμαστε σε μία δύσκολη θέση, ας πούμε στον εαυτό σας: «Αυτό δεν απασχολεί ούτε το φτωχό μου κορμί ή την φτωχή μου περιουσία, ούτε τις ασήμαντες πεποιθήσεις μου. Για μένα όλα είναι καλά σημάδια αν το θέλω, γιατί όποια και αν είναι η τελική έκβαση μπορώ να ωφεληθώ από αυτή».

Είναι σημαντικό να μπορούμε βλέπουμε την θετική πλευρά των πραγμάτων, η αρνητική προοπτική δεν είναι πάντα ούτε απαραίτητη, ούτε και η καλύτερη λύση: «Όμως τι γίνεται αν (μερικά πράγματα ή άνθρωποι που έχασα) είναι απαραίτητα σε μένα; Μην τοποθετούμε τα συναισθήματα μας πάνω τους και τότε δεν είναι. Μην πούμε στον εαυτό μας ότι μας είναι αναγκαία και τότε δεν θα είναι».

Ας αποφύγουμε να μιλάμε με αυτό τον τρόπο: «Πόσο άτυχος είμαι που μου συνέβη αυτό». Αλλά καλύτερα ας πούμε «Πόσο τυχερός είμαι, γιατί παρόλο που μου συνέβη αυτό, συνεχίζω να ζω ήρεμος, αφού δεν έχω συντριβεί από το παρόν, ή δεν τρομάζω για το μέλλον», ή ακόμη «Αυτό δεν είναι κακοτυχία, αλλά το γεγονός ότι το υπομένω με καλή διάθεση είναι μεγάλη τύχη».

Μπορούμε να μιμηθούμε το Σωκράτη που αντί να μοιρολογεί όταν βρισκόταν στην φυλακή έγραφε ύμνους, ή τον Αγριππίνο τον Στωικό που όταν κάτι τον ταλαιπωρούσε: «έγραφε ένα εγκώμιο γι’ αυτό, αν είχε πυρετό για τον πυρετό, αν υπόφερε για κάποια ατίμωση, για την ατίμωση, αν εξοριζόταν, για την εξορία. Και κάποτε… όταν ετοιμαζόταν να προγευματίσει κάποιος του ανάγγειλε ότι ο Νέρωνας διέταξε να τον εξορίσουν. Και αυτός τότε απάντησε: «θα προγευματίσουμε στην Αρικία (μια τοποθεσία έξω από την Ρώμη)».

Το να υιοθετήσουμε τη στάση του θεατή στα προβλήματα μας, είναι μία λύση, ας προσπαθήσουμε να είμαστε τόσο λογικοί και αντικειμενικοί απέναντι τους, όπως ακριβώς είμαστε απέναντι στα προβλήματα των άλλων. Όταν σπάσει το φλιτζάνι κάποιου άλλου παρατηρεί ο Επίκτητος είμαστε έτοιμοι να κάνουμε τη δήλωση: «Τέτοια πράγματα συμβαίνουν». Παρόμοια όταν πεθάνει το παιδί ή η γυναίκα κάποιου άλλου λέμε: «Αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου». Από την άλλη μεριά, όταν το δικό μας φλιτζάνι σπάσει ή τα αγαπημένα μας πρόσωπα χαθούν φωνάζουμε: «Αχ εγώ ο άτυχος, πόσο δυστυχισμένος είμαι». Αν κάτι μας ενοχλεί, να θυμόμαστε ότι δεν μπορούμε από το τίποτα να βγάλουμε κάτι. Να συνειδητοποιήσουμε ότι το κάθε τι έχει την αξία του: «Ας πούμε στον εαυτό μας ότι αυτό είναι το τίμημα για τη γαλήνη του μυαλού μας, αυτό είναι το τίμημα για την ηρεμία του πνεύματος μας, γιατί τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς κάποιο τίμημα»

Κάθε δυνατή επιθυμία μας μπορεί να είναι καταπιεστική καθώς ο πόθος μας για αυτήν μπορεί να μας εξουσιάσει και να μας παραπλανήσει, γι’ αυτό ο Επίκτητος παρατηρεί πως: «Η ελευθερία δεν επιτυγχάνεται από την ικανοποίηση της επιθυμίας αλλά από την εκμηδένιση της». Μπορούμε να διασκεδάζουμε με τα προβλήματα μας: «Πρόκειται να πεθάνω αλλά μήπως και οι άλλοι θα ζήσουν για πάντα; Μήπως είμαι ο μοναδικός που θα αποκεφαλιστώ τώρα ή μήπως θα πρέπει να αποκεφαλιστούμε όλοι για να ηρεμήσω;

Είναι λάθος να αφήνουμε να ριζώνουν στο νου μας αρνητικές σκέψεις και εικόνες γιατί : Αν κεντρίζει τη φαντασία μας ένα πράγμα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, ας το αντιμετωπίσουμε με την νόηση μας, ας τη νικήσουμε, μην την αφήσουμε να δυναμώσει ή να φτάσει στο επόμενο σκαλοπάτι που είναι το να ζωγραφίζει (στο νου μας) τις εικόνες που αυτή θέλει (η φαντασίωση). Ας προσπαθήσουμε να αποσπαστούμε από τις θλιβερές σκέψεις μας και να σκεφτούμε κάτι άλλο, εξασκώντας τον νου μας.

Τελικά ίσως ο Επίκτητος ενδιαφερόταν περισσότερο για την θεραπεία του εαυτού μας παρά για τις αφηρημένες θεωρίες του Εγώ. Η ηθική του είναι μία ηθική ατομικής απελευθέρωσης από τα ψυχολογικά δεσμά, γι’ αυτό και η διδασκαλία του Επίκτητου είναι τόσο παραδοσιακή όσο και εξίσου σύγχρονη. Σε μία κοινωνία που σήμερα (στην πράξη αν όχι ρητά) θεωρεί την επαγγελματική επιτυχία, τα πλούτη, τη δύναμη, και τη φήμη επιθυμητά πράγματα, άξια προς θαυμασμό, ο Επίκτητος τα θεωρεί ασήμαντα και άσχετα προς την αληθινή ευτυχία. Εκείνο που τον ενδιαφέρει πρωταρχικά είναι τι είδους άτομο γίνεσαι, τι είδους ζωή κάνεις. Γιατί το να ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας είναι στην καλύτερη περίπτωση να ανακαλύπτουμε το καλό μάλλον, παρά την καρδιά μας που στην χειρότερη περίπτωση μπορεί να μας οδηγήσει σε μία εξωτερική παραπλανητική έκφραση.

Συνεπώς η προσφορά του Επίκτητου στη διαμόρφωση νέων ιδεών στη φιλοσοφία είναι ελάχιστη ως ανύπαρκτη. Η προφορά του όμως στην προσαρμογή ιδεών στο νου και το συναίσθημα των αναζητητών είναι πολύ σημαντική.

Ο Επίκτητος δεν καινοτομεί ούτε το επιδιώκει, ούτε καν πιστεύει ότι χρειάζεται. Αυτό που όμως κάνει είναι να ζωντανεύει τους ορισμούς, να οικοδομεί αξίες στις ψυχές των Ανθρώπων και να ξυπνάει τους μικρούς κοιμώμενους πρίγκιπες στις καρδιές μας. Είναι η φωνή της συνείδησης όταν η σάρκα φαίνεται να καταδυναστεύει το πνεύμα, που μαστιγώνει την αδικία, την φαυλότητα και τον υλισμό.
Είναι ο δούλος που κοροϊδεύει τους αφέντες όλου του κόσμου και οδηγεί στην πραγματική ελευθερία, όποιον δοκιμάζει να πιει από την πηγή του ενθουσιασμού του.
Είναι το πιο φωτεινό παράδειγμα που μέσα στους αιώνες φωτίζει τις μέρες μας, τόσες όμοιες με τότε, για να μας εμπνεύσει την αγάπη, την αδελφοσύνη, τον ηρωισμό, την ταπεινότητα και την αυτάρκεια. Είναι τέλος, ο άνθρωπος που μιλούσε, με αγωνία και θέρμη στον μαθητή του και του έδινε μία συμβουλή που είναι και για εμάς χρήσιμη σήμερα όσο ποτέ:

«Τα ωραία λόγια, άλλωστε δεν λείπουν σήμερα. Τα βιβλία των Στωικών είναι γεμάτα από τέτοια. Τι λείπει, λοιπόν; Αυτός που θα τα εφαρμόσει, με έμπρακτη μαρτυρία υπέρ των λόγων. Να αναλάβεις, λοιπόν, τον ρόλο αυτό, ώστε να μην χρησιμοποιούμε παλαιά παραδείγματα αλλά να έχουμε και κάποιο σύγχρονο παράδειγμα».

Βιβλιογραφία:
  • Επίκτητος «Η Τέχνη του Ζην», σε μία νέα ερμηνεία από τη Sharon Lebell, εκδόσεις Πύρινος Κόσμος 2002.
  • Επίκτητος – Ζωή & Στωικισμός, Τζέησον Ξενάκης, εκδόσεις Νεφέλη 1983.
  • Επίκτητος «Άπαντα», εκδόσεις Κάκτος 1994.
  • Επίκτητος «Διατριβές», εκδόσεις Ζήτρος 1975.
  • Επίκτητος «Εγχειρίδιο» εκδόσεις Ενάλιος6. «Η φιλοσοφία του Επίκτητου», Μάρτιος 1997, άρθρο στο περιοδικό Νέα Ακρόπολη7.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2020

«Η αρχαιομάθεια Πύλη για την απρόσκοπτη εκμάθηση της Νεοελληνικής γλώσσας»

Παρὰ τὴν τεσσάρων αἰώνων θαλερὴ παράδοση τῆς κλασικῆς ἐκπαίδευσης στὴν Κροατία, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ἀρχαιομάθεια ἔζησε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ τὰ θυελλώδη γεγονότα τῆς μακρᾶς ἱστορίας τῆς χώρας μου, καθὼς καὶ τὶς συνεχεῖς μεταρρυθμίσεις τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ της συστήματος, ἡ νεοελληνικὴ γλῶσσα παραμένει ἄγνωστη, καθὼς ἡ ἐκμάθησή της ἄρχισε νὰ θεμελιώνεται τὴν τελευταία δεκαετία. Ἀπαιτοῦνται πολλὲς καὶ σκληρὲς προσπάθειες, ὥστε νὰ διευρυνθοῦν οἱ γνώσεις μας γιὰ τὴν σύγχρονη Ἑλληνικὴ Γλῶσσα. Εἶναι ἐλάχιστοι οἱ καθηγητὲς τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ποὺ γνωρίζουν καὶ τὴν νεοελληνική, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ δείξουν στοὺς μαθητὲς τὴν στενὴ σχέση τῶν δύο γλωσσῶν. Βέβαια, τὸ βασικότερο θέμα ποὺ τίθεται εἶναι, ἐὰν πρόκειται γιὰ δύο ἑτερόκλητες γλῶσσες ἢ τὰ νεοελληνικὰ ἀποτελοῦν μία ἀπὸ τὶς ἐξελικτικὲς φάσεις τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν, μὲ τὶς ἀναπόφευκτες ἀλλαγές, ποὺ εἶναι εὔλογες λόγω τῆς μακροχρόνιας ἱστορίας τῆς γλώσσας αὐτῆς. Εἶναι ἀναμφισβήτητο γεγονὸς ὅτι ἡ ἀρχαία μορφὴ ἐπιβιώνει καὶ στὴν σημερινὴ γλῶσσα, ὅπως καὶ ἡ καθαρεύουσα, ἡ ὁποία σὲ λιγότερο ἢ μεγαλύτερο βαθμὸ μαρτυρεῖται στὴν λογοτεχνία καὶ τὸν ἐπίσημο λόγο.
Ἔχοντας ὅμως ὑπ’ ὄψιν ὅλες τὶς δυσκολίες ποὺ ἐλλοχεύουν στὴν διδασκαλία τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν σὲ ὅλους τοὺς μαθητές, ἀκόμα καὶ στὰ Ἑλληνόπουλα, ἂς ἀρκεστοῦμε στὴν ἀκροθιγῆ προσέγγιση τοῦ θέματος, τὴν βασισμένη στὴν διάκριση: τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ σὲ σχέση μὲ τὴν σύγχρονη καθομιλουμένη γλῶσσα.

Στὴν ὡς σήμερα ἀδιάλειπτη, εἰκοσαετῆ μου ἐμπειρία στὴν διδασκαλία τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν, τὴν ἐμπλουτισμένη μὲ τὴν βαθιὰ ἐπαφή μου μὲ τὰ νεοελληνικά, στὴν πρωτοβάθμια καὶ τὴν δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση, συνεχῶς συναντάω πολλὲς γενιὲς φιλομαθῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ λιγότερες ἢ περισσότερες δυσκολίες μαθαίνουν τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ οἱ μαθητές μου μὲ φέρνουν στὴν δύσκολη θέση νὰ ἀπαντῶ στὴν βασική τους ἐρώτηση – γιατί μαθαίνουμε τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, ἐὰν δὲ θὰ μποροῦμε νὰ τὰ χρησιμοποιήσουμε σήμερα; Ὁμολογῶ ὅτι παλαιότερα δὲν ἔβρισκα πάντα τὴν κατάλληλη ἀπάντηση ποὺ θὰ τοὺς ἱκανοποιοῦσε. Σήμερα ὅμως, χάρη στὶς εὐρύτερες γνώσεις μου, εὐελπιστῶ πὼς ἡ ἀπάντησή μου τοὺς ἱκανοποιεῖ.

Ἀναπολώντας τὸ παρελθὸν συνειδητοποιῶ ὅτι σχεδὸν πρὶν ἀπὸ δεκατέσσερα χρόνια, πρωτοῆρθα στὴν Ἑλλάδα κάνοντας τὰ πρῶτα μου βήματα στὰ νέα ἑλληνικά. Ἀπὸ τότε διατηρῶ καθημερινὴ ἐπαφὴ μὲ τὴν γλῶσσα, προσπαθώντας παράλληλα μέσω τῶν μαθημάτων τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν νὰ μεταδώσω στοὺς μαθητές μου τὶς βασικὲς γνώσεις τῆς νεοελληνικῆς.

Παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἀρχαιομάθεια μὲ διευκόλυνε στὴν ἐκμάθηση τῆς νεοελληνικῆς, καθημερινὰ ἀντιμετώπιζα διάφορες δυσκολίες. Ἀξιοποιώντας ἐποικοδομητικὰ τὶς συζητήσεις ποὺ ἔκανα μὲ τοὺς ἄλλους συναδέλφους μου, φιλολόγους ποὺ εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ διδαχτοῦν τὰ νέα ἑλληνικά, μοῦ εἶναι ἀδύνατον στὸν τίτλο τῆς σημερινῆς μου ἀναφορᾶς νὰ μὴν θέσω τὸ καίριο ἐρώτημα. Ἡ ἀρχαιομάθεια πράγματι ἀνοίγει τὴν πύλη γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη ἐκμάθηση τῆς νέας ἑλληνικῆς ἢ μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει τροχοπέδη, νὰ λειτουργήσει ὡς δίκοπο μαχαίρι;

Παρὰ τὴν ἐμπειρία μου στὴν διδασκαλία τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας ὡς ξένης, σήμερα θὰ ἐπικεντρωθῶ στὴν προσπάθειά μου νὰ μεταδώσω στοὺς μαθητὲς τὶς βασικὲς γνώσεις τῆς σημερινῆς γλώσσας μέσα ἀπὸ τὰ μαθήματα τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν.

Στὴν τετάρτη, τὴν τελευταία τάξη τοῦ λυκείου, ἔχοντας ἤδη μελετήσει ὅλα τα κορυφαῖα δείγματα τῆς ἀρχαίας λογοτεχνίας, τὸν Ὅμηρο, τοὺς λυρικούς, τοὺς τραγικούς, καθὼς καὶ τοὺς ἱστορικούς, καταλήγουμε στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅπου διαβάζουμε τὴν Α’ Πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή. Τὸ κείμενο αὐτό, ὄχι μόνο μας διδάσκει τὶς βασικότατες ἀξίες τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τὴν πίστη, τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη, ἀλλὰ μᾶς ἀποδεικνύει καὶ τὴν ἐξελικτικὴ ἀλλαγὴ τῆς γλώσσας.

Πρòς Κορινθίους, Α’, 13.

Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν ὥστε ὅρη μεθιστάναι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. Κἄν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμα μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι.
Ἐὰν λαλῶ τὰς γλώσσας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, ἔγινα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ ἐξεύρω πάντα τὰ μυστήρια καὶ πάσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πάσαν τὴν πίστιν, ὥστε νὰ μετατοπίζω ὅρη, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, εἶμαι οὐδέν. Καὶ ἐὰν πάντα τα ὑπάρχοντά μου διανείμω, καὶ ἐὰν παραδώσω τὸ σῶμα μου διὰ νὰ καυθῶ, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι.

Ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη ματιὰ ἀνακύπτουν οἱ ἀλλαγὲς ποὺ ἔλαβαν χώρα στὴν ἐξέλιξη τῆς γλώσσας ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἕως σήμερα.

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ταῖς γλώσσαις = τας γλώσσας
  •  γέγονα = έγινα
  •  εἰδῶ = εξεύρω
  •  ὥστε ὄρη μεθιστάναι = ώστε να μετατοπίζω όρη
  •  οὐδέν = ουδέν
  •  ψωμίσω = διανείμω
  •  παραδῶ = παραδώσω
  •  ἵνα καυθήσωμαι = διά να καυθώ 

Ἡ διαφορὰ ἐντοπίζεται σὲ λίγα μόνο σημεῖα, στὴν ἀντικατάσταση τῆς δοτικῆς ἀπὸ τὴν αἰτιατικὴ καὶ τὴν ἀλλαγὴ μορφῆς μερικῶν ρημάτων. Ἐν συνεχεία ἐξηγῶ στοὺς μαθητὲς τὶς προφανεῖς ἀλλαγὲς τῆς γλώσσας στὴν ἱστορική της ἐξέλιξη. 

Βέβαια, στὴν ἀρχὴ εἶναι δύσκολο γιὰ τὰ παιδιὰ νὰ διαπιστώσουν, ὅτι οἱ διαφορὲς εἶναι ἐλάχιστες, δεδομένου ὅτι στὴν Κροατία, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες χῶρες, τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ διδάσκονται μὲ ἐρασμιακὴ προφορά. Ὑπερβαίνοντας ὅμως τὸ ἀρχικὸ ἐμπόδιο - τὴν διαφορετικὴ προφορὰ οἱ μαθητὲς πετυχαίνουν νὰ μποῦν στὴν οὐσία.

Ἔχω ἐντοπίσει μερικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουν γιὰ τοὺς μαθητὲς δυσκολία κατὰ τὴν ἐπαφή τους μὲ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά. Ἔτσι, στὸ ἐρωτηματολόγιο ποὺ τοὺς διένειμα, οἱ μαθητὲς σημείωσαν σὲ κλίμακα ἀπὸ 1-10 κατὰ πόσον τοὺς ἐμποδίζουν τὰ συγκεκριμένα δεδομένα:

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

  1. Τονικὸ σύστημα (7)
  2. Πνεύματα (2) – λόγω ἀπροσεξίας καὶ βιασύνης
  3. Τὰ μὲ ὑπογεγραμμένη α, η, ω (3) – λόγω ἀμέλειας ἢ ἔλλειψης κατανόησης γιὰ τὴν χρήση τους
  4. Τὰ ἀρσενικὰ τῆς Α’ κλίσης σὲ – ας/ - ης (8)
  5. Τὰ πολλὰ θέματα τῶν οὐσιαστικῶν τῆς Γ’ κλίσης (10)
  6. Ἡ ὑποτακτικὴ καὶ ἡ εὐκτικὴ τῶν ρημάτων (10)
  7. Χρόνοι – ἀόριστος, παρακείμενος, ὑπερσυντέλικος, τετελεσμένος μέλλοντας καὶ παθητικὸς ἀόριστος (10)
  8. Ἀνώμαλα ρήματα (10)
Μόλις ἀντιλαμβάνονται ὅτι τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν στὰ νεοελληνικὰ ἢ ἔχουν ἁπλοποιηθεῖ, ὁμόφωνα θέτουν τὴν ἐρώτηση: Γιατί δὲν μαθαίνουμε τὰ νεοελληνικὰ ἀντὶ νὰ παιδευόμαστε μὲ τὰ ἀρχαῖα;
Βέβαια θὰ παρατηρήσουμε ὅτι στὰ νεοελληνικὰ σὲ αὐτὰ τὰ σημεῖα ἔχουν γίνει οἱ ἑξῆς ἀλλαγές:

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  1. Τονίζονται μόνο οἱ δισύλλαβες ἢ πολυσύλλαβες λέξεις καὶ μάλιστα μόνο μὲ ὀξεία.
  2. Καὶ τὰ δύο πνεύματα ἔχουν καταργηθεῖ.
  3. Τὰ μὲ ὑπογεγραμμένη α, η, ω δὲ χρησιμοποιοῦνται.
  4. Τὰ ἀρσενικά τῆς Α’ κλίσης σὲ – ας / - ης σχηματίζουν διαφορετικὰ τὴν γενικὴ.
  5. Τὰ περισσότερα οὐσιαστικά τῆς Γ’ κλίσης ἔχουν πάρει τὴν μορφὴ τῆς Α’ κλίσης, μὲ ἐξαίρεση τὴν γενικὴ ἑνικοῦ καὶ πληθυντικοῦ τῶν οὐσιαστικῶν σὲ – ις (δύναμη – δυνάμεως / δυνάμεων), τῶν οὐδετέρων σὲ – ος (γένος) καὶ – μα (ὄνομα), καθὼς καὶ μερικῶν οὐσιαστικῶν μὲ τὸ θέμα σὲ –ν / - ντ (καθῆκον)
  6. Τὰ ἰδιόκλιτα οὐσιαστικά, ὅπως γυνὴ (γυναικός), θρὶξ (τριχός), βασιλεὺς (βασιλέως), Ζεὺς (Διὸς) ἔχουν ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὶς ἀντίστοιχες μορφὲς τῆς Α’ κλίσης γυναίκα, τρίχα, βασιλιάς, Δίας
  7. Κατάργηση τῆς δοτικῆς καὶ ἀντικατάστασή της ἀπὸ τὴν γενικὴ καὶ τὴν αἰτιατικὴ
  8. Ἡ πρόθεσή σε
  9. Ἡ χρήση τῶν μορίων - θὰ καὶ – νὰ γιὰ τὸν μέλλοντα, τὴν ὑποτακτικὴ καὶ τὴν εὐκτικὴ
  10. Ὁ σχηματισμὸς τοῦ ἀορίστου μὲ τὴν κατάληξη – α καὶ ἡ χρήση τῶν περιφραστικῶν χρόνων (παρακειμένου, ὑπερσυντελίκου, καθὼς καὶ τοῦ μέλλοντα: διαρκείας, στιγμιαίου, συντελεσμένου) ἔχω/ εἶχα κάνει, θὰ κάνω, θὰ ἔχω κάνει. Στὸν παθητικὸ ἀόριστο ἐντοπίζουμε τὸ θέμα – θῆ / -τὴ, μὲ τὴν χαρακτηριστικὴ κατάληξη τοῦ παρακειμένου – κὰ (λύω, λύθηκα, γράφω, γράφτηκα)
  11. Τὰ πιὸ πολλὰ ἀνώμαλα ρήματα, καθὼς καὶ τὰ ρήματα σὲ – μί, ἔχουν καταργηθεῖ ἢ ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ πιὸ εὔκολες μορφές, ὅπως φέρνω, ἔφερα, φέρθηκα ἀντὶ γιὰ τὸ φέρω, οἴσομαι, ἤνεγκον, ἐνήνοχα, ἠνέχθην ἢ δείχνω ἀντὶ γιὰ τὸ δείκνυμι.
Σαφῶς, αὐτὰ εἶναι μόνο βασικὰ στοιχεῖα καὶ παραδείγματα ποὺ ἀναφέρθηκαν ὡς μία γενικευμένη προσέγγιση τῆς περίπλοκης καὶ πάμπλουτης δομῆς τῆς νεοελληνικῆς γραμματικῆς. Εἶναι βέβαιο ὅμως ὅτι καλύπτουν τὶς βασικὲς γνώσεις τῆς καθομιλούμενης γλώσσας, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴν καθημερινὴ ἐπικοινωνία.

Ἄμεσα συνυφασμένο μὲ τὴν ἀναφερόμενη ἐξομάλυνση τῶν φαινομένων τῆς γραμματικῆς, εἶναι τὸ ὅτι οἱ μαθητὲς μὲ εὐχέρεια καὶ ζῆλο μαθαίνουν καὶ τὶς καθημερινὲς ἐκφράσεις τῆς νεοελληνικῆς. Τοὺς προσελκύουν ἰδιαίτερα οἱ σύγχρονες μέθοδοι διδασκαλίας τῆς γλώσσας, οἱ ὁποῖες σὲ μεγάλο βαθμὸ διαφέρουν ἀπὸ τὴν κοινότοπο, δασκαλοκεντρικὴ μέθοδο διδασκαλίας τῶν κλασικῶν γλωσσῶν. Τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι οἱ διδασκόμενοι νὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἀκούσουν τὴν καθημερινὴ γλῶσσα μέσω διάφορων ὀπτικὸ-ἀκουστικῶν μέσων. Μὲ τὶς βασικὲς γνώσεις τῶν ἀρχαίων, παρόλο ποὺ πολὺ συχνὰ οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουν τὴν πλήρη ἐπίγνωση τῆς ἱκανότητάς τους, οἱ μαθητὲς γίνονται ἐπιδεκτικοὶ καὶ περαιτέρω μαθήσεως, εἰδικῶς, ὅταν σιγουρευτοῦν ὅτι ἡ ἐκμάθηση αὐτὴ θὰ προλειάνει τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς Ἕλληνες συνομηλίκους τους. Ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ ἡ χαρά τους τότε θὰ πολλαπλασιαστοῦν.

Ὁμολογῶ ὅτι ἔχω υἱοθετήσει καὶ ἐφαρμόζω πιστὰ αὐτὴν τὴν ὁλιστική, μαθητοκεντρικὴ μέθοδο, καθώς, ὅταν ἔκανα τὰ πρῶτα μου βήματα στὴν νεοελληνική, ἡ ἀρχαιομάθεια μὲ βοήθησε σὲ πολὺ μεγάλο βαθμό. Ἐρχόμενη στὴν Ἀθήνα στὸ πρόγραμμα τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, δὲν ἤξερα παρὰ μόνο ἐλάχιστες λέξεις τῆς γλώσσας. Ὡστόσο, χάρη στὴν γνώση τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν βρέθηκα στὴν εὐχάριστη, ἀλλὰ παράλληλα δύσκολη θέση νὰ παρακολουθῶ μαθήματα σὲ τάξη προχωρημένων μαζὶ μὲ πολλοὺς συμμαθητὲς μὲ ἑλληνικὴ καταγωγή, οἱ ὁποῖοι ἄπταιστα μιλοῦσαν τὴν γλῶσσα, δὲ γνώριζαν ὅμως τὴν γραμματική. Τὸ χάσμα ποὺ ὑπῆρχε μεταξύ μας τότε τὸ θεωροῦσα ἀδύνατον νὰ γεφυρωθεῖ. Σύντομα ὅμως κατάλαβα τί ὄφελος μοῦ προσέφερε ἡ ἀρχαιομάθεια. Σήμερα συνειδητοποιῶ καθημερινά τὸ πόσο μὲ βοηθᾶνε τὰ ἀρχαῖα στὸν χειρισμὸ τῶν νέων ἑλληνικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀντίστροφα, τὸ ὅτι τὰ νέα ἑλληνικὰ συμβάλλουν σὲ ἀξιοσημείωτο βαθμὸ στὴν ἀνάγνωση κάποιου δυσνόητου ἀρχαίου κειμένου. Ἂν καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προκαλέσω τὶς ἀντιδράσεις σας καὶ ἐπειδὴ σέβομαι βαθιά τὸ μέρος, ὅπου βρίσκομαι, ἐν τούτοις, ὀφείλω νὰ τονίσω ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὀφείλεται στὴν ἐρασμιακὴ προφορά.

Παρ’ ὅλα αὐτά, ὅπως ἤδη ἔχουμε ἐπισημάνει, ἡ ἀρχαιομάθεια μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει μεγάλο ἐμπόδιο στὴν ἀρχικὴ ἐκμάθηση τῆς νεοελληνικῆς. Ὅσοι ἔχουν ἐξοικειωθεῖ μὲ τοὺς αὐστηροὺς κανόνες ποὺ διέπουν τὴν γραμματική των ἀρχαίων, μὲ μεγάλη δυσκολία θὰ ἀποδεχτοῦν τὴν ἀλλαγή τους, καθὼς καὶ τὴν κατάργησή τους. Παράλληλα σήμερα ἔχουν παραμείνει εὔχρηστα πολλὰ ἀνώμαλα οὐσιαστικὰ καὶ ρήματα. Σὲ μερικὰ καταλαβαίνουμε τὴν ἀλλαγή, ἐνῶ ἄλλα ἔχουν διατηρηθεῖ ἀναλλοίωτα. Εἶναι γεγονὸς ὅμως, ὅταν κανεὶς βρίσκεται πλέον σὲ ἐπίπεδο νὰ χειρίζεται εὔκολα τὴν γλῶσσα, παραγκωνίζει τὶς ἀρχικὲς δυσκολίες, καθὼς καταλήγει στὸ συμπέρασμα νὰ θεωρεῖ τὶς γνώσεις τοῦ αὐτονόητες.

Παράλληλα, εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ ἀρχαιομάθεια ἀποτελεῖ μεγάλη διευκόλυνση γιὰ τὴν ἀντίληψη τῆς νεοελληνικῆς, κυρίως στὸν γραπτὸ λόγο. Εἶναι δεδομένο, ὅτι πολλοὶ φιλόλογοι εἶναι αὐτοδίδαχτοι καὶ χειρίζονται τὴν νεοελληνικὴ μόνο σὲ ἐπίπεδο ἀνάγνωσης. Ὅταν πρόκειται γιὰ κείμενο τῆς καθαρεύουσας, ἡ ἀνάγνωσή τους εἶναι πλήρης, ἄνετη.

Ὡς φιλόλογοι θὰ συμφωνήσουμε ὅτι τὰ ἀρχαῖα καὶ τὰ νέα ἑλληνικὰ δὲν εἶναι δύο ἀντίρροπες γλῶσσες. Εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι τὰ νεοελληνικὰ ἀποτελοῦν ἐξέλιξη τῆς γλώσσας, ἡ ὁποία στὸ διάβα τῶν αἰώνων πέρασε ἀπὸ διάφορες φάσεις καὶ μορφές. Ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ εἶναι εὐνόητη γιὰ τὴν σύγχρονη ἐποχή. Ἐν τούτοις εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ σεβόμαστε τὴν γλῶσσα ἐμπλουτίζοντάς την συνεχῶς μὲ τὸν γλωσσικὸ καὶ ἐκφραστικὸ θησαυρὸ τῆς «ἀρχαίας μητέρας» της.

Βάσει ὅλων αὐτῶν, τὸ ἀρχικὸ ἐρώτημα – ὁ τίτλος τῆς σημερινῆς μου εἰσήγησης - Ἡ ἀρχαιομάθεια – πύλη γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη ἐκμάθηση τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας - δὲν τίθεται πλέον ὡς ἐρώτημα, ἀλλὰ ἀποδεικνύεται ὡς ἀναμφισβήτητο δεδομένο.

Στὸ σημεῖο αὐτό, δὲν μπορῶ νὰ μὴν ἀνακαλέσω στὴν μνήμη τοὺς στίχους ἑνὸς ἀπὸ τοὺς κορυφαίους ποιητὲς τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας, τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, ποιητῆ «τῆς πατριδογνωσίας», ὅπως τὸν ἀποκαλοῦν οἱ κριτικοί. Στοὺς στίχους αὐτοὺς ὁ ποιητὴς μὲ ἕναν ἰδανικὸ τρόπο δείχνει τὴν αἰώνια ἐξέλιξη τῆς γλώσσας, σμιλεύοντας λέξη λέξη τὶς εἰκόνες, τὰ χρώματα καὶ τὴν ἱστορία τῆς Ἑλλάδας, ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ «οἱ ἀθάνατοι βάδιζαν στὴν γῆ» μέχρι σήμερα.

Τὴ γλῶσσα μου ἔδωσαν ἑλληνική.
τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου...
Ἐκεῖ σπάροι καὶ πέρκες
ἀνεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μὲς στὰ γαλάζια
ὅσα εἶδα στὰ σπλάχνα μου ν' ἀνάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
μὲ τὰ πρῶτα λόγια τῶν Σειρήνων
ὄστρακα ρόδινα μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρίγη...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρίγη...
Ἐκεῖ ρόδια, κυδώνια
θεοὶ μελαχροινοί, θεῖοι κ' ἐξάδελφοι
τὸ λάδι ἀδειάζοντας μὲς στὰ πελώρια κιούπια.
Καὶ πνοὲς ἀπὸ τὴ ρεμματιὰ εὐωδιάζοντας
λυγαριὰ καὶ σχίνο
σπάρτο καὶ πιπερόριζα
μὲ τὰ πρῶτα πιπίσματα τῶν σπίνων
ψαλμωδίες γλυκὲς μὲ τὰ πρῶτα-πρῶτα Δόξα Σοί...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα-πρῶτα Δόξα Σοί!..
Ἐκεῖ δάφνες καὶ βάγια
θυμιατὸ καὶ λιβάνισμα
τὶς πάλες εὐλογώντας καὶ τὰ καριοφίλια
στὸ χῶμα τὸ στρωμένο μὲ τ' ἀμπελομάντιλα ,
κνίσες, τσουγκρίσματα
καὶ Χριστὸς Ἀνέστη
μὲ τὰ πρῶτα σμπάρα τῶν Ἑλλήνων!
Ἀγάπες μυστικὲς μὲ τὰ πρῶτα λόγια τοῦ Ὕμνου...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα λόγια τοῦ "Ὕμνου !..

Γιατί μαθαίνουμε ἀρχαία ἑλληνικά; Ὄχι μόνο γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὴν Χώρα ποὺ θεωρεῖται τὸ λίκνο τοῦ πανανθρώπινου πολιτισμοῦ, ποὺ θεμελίωσε πανανθρώπινα ἰδανικά, στοιχεῖα παγκόσμιας ἐμβέλειας οὔτε βέβαια γιὰ νὰ ἐντρυφήσουμε στὴν γλῶσσα, τῆς ὁποίας τὰ πλούτη διατηροῦνται πολυεδρικὰ σὲ πολλὲς ξένες γλῶσσες (ἄλλωστε τὸ θέμα αὐτὸ συζητήθηκε πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων σὲ παρόμοιο συνέδριο), ἀλλὰ γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ καταλάβουμε τὸ ἀρχαῖο πνεῦμα, στὸ ὁποῖο καθρεφτίζονται οἱ βασικὲς ἀξίες ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Ἄλλωστε, δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μελέτη τῶν Ἑλληνικῶν σὲ κάθε τοὺς ἔκφανση ἀποτελεῖ τὸ θεμελιῶδες γνωστικὸ ἀντικείμενο σὲ ὅλα τὰ πανεπιστημιακὰ ἱδρύματα τῆς ὑφηλίου.

Γιατί μαθαίνουμε νέα ἑλληνικά; Γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε μὲ τὸν συνάνθρωπό μας σήμερα, καταλαβαίνοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἀνταλλάσσοντας τὶς ἀξίες μας καὶ ἀνατροφοδοτώντας τὶς ψυχές μας, προσφέροντας πάντα το βασικότερο – τὴν τιμιότητα καὶ τὴν ἀγάπη. Παράλληλα, γιὰ νὰ εἴμαστε μάρτυρες τῆς ἐξέλιξης τῆς γλώσσας, ἡ ὁποία ὡς ζωντανὸ ὃν μεταμορφώνεται καὶ ὅσο καὶ ἂν ἄκμαζε στὴν ἀρχαιότητα, συνεχῶς ἐμπλουτίζεται καὶ διηνεκῶς ὀμορφαίνει. Ἂν καὶ τὴν ὀνομάζουμε νεοελληνικὴ γλῶσσα, ἂς μὴν τὴν θεωροῦμε «νήπιον βρέφος» στὸν κόλπο τῆς μητέρας της. Μὲ τοὺς κορυφαίους λογοτέχνες της, ἀκραιφνεῖς λεξιπλάστες, τὸν Καβάφη, τὸν Ἐλύτη, τὸν Σεφέρη, τὸν Ρίτσο, καὶ πολλοὺς ἄλλους, ἡ γλῶσσα αὐτὴ ὁλοένα ἀποδεικνύει τὴν ὡριμότητά της.

Καταληκτικά, ἐπανερχόμενη στὸ θέμα, ἔχω τὴν πλήρη συνείδηση ὅτι εἶναι ἀδύνατον πάντα νὰ ἐκπληρώνω τὸ καθῆκον μου, τὸ ὁποῖο ὡς καθηγήτρια ἔβαλα ὡς στόχο στὴν ζωή μου – νὰ μάθω τοὺς μαθητὲς τὰ ἑλληνικὰ γράμματα. Ἐὰν ὅμως μέσω τῆς διδασκαλίας, μιᾶς κάποτε τόσο δύσκολης γλώσσας, καταφέρω νὰ τοὺς μεταδώσω, ἔστω καὶ ἕνα μικρὸ μέρος τῆς ἀγάπης μου τόσο γιὰ τὴν ἀρχαία, ὅσο καὶ γιὰ τὴν νεοελληνικὴ γλῶσσα καὶ γενικῶς γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, τότε θὰ θεωρῶ τὸ ὄνειρό μου πραγματοποιημένο.

Τέλος, ἐπιτρέψτε μου νὰ ἐκφράσω δημόσια τὴν εὐγνωμοσύνη γιὰ τὸ ὅτι μου δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ παρευρεθῶ στὸ συνέδριο αὐτὸ πρὸς τὸν Πρόεδρο τοῦ ΟΔΕΓ, κύριο Κωνσταντῖνο Καρκανιᾶ, τὸν Γενικὸ Γραμματέα καὶ ψυχὴ τοῦ Ὀργανισμοῦ, κύριο Γεώργιο Παυλάκο, μὲ τοὺς ὁποίους χρόνια τώρα διατηρῶ ἄψογες, φιλικὲς σχέσεις. Ἐπίσης, θερμὲς εὐχαριστίες ὀφείλω στὸν ἐξαιρετικὸ φίλο, φιλόλογο, κύριο Παναγιώτη Ἀσημόπουλο γιὰ τὶς πολύτιμες ἐπισημάνσεις, τὴν ἀρωγὴ καὶ τὴν ἐγκάρδια ὑποστήριξή του.

Μὲ τὴν εὐκαιρία, θὰ ἤθελα νὰ εὐχαριστήσω θερμότατα ὅλες τὶς καθηγήτριές μου, οἱ ὁποῖες μου ἔδωσαν τὴν γλῶσσα μου τὴν Ἑλληνική.

Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὴν προσοχή σας!

τῆς Κοραλλίας Τσέρνκοβιτς. Ἡ Κοραλλία Τσέρνκοβιτς εἶναι Κλασικὴ Φιλόλογος καὶ Νεοελληνίστρια στὸ Ἰδιωτικὸ Κλασικὸ Λύκειο, τοῦ Ζάγκρεμπ στὴν Κροατία.
 
Ὀργανισμὸς γιὰ τὴν Διάδοση τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας

Τρίτη 7 Απριλίου 2020

Αρχαιομάθεια - Archaiomatheia

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αρχαιομάθεια η [arxeomáθia] Ο27 : α.η γνώση της αρχαιότητας (ιδίως της ελληνικής και της ρωμαϊκής). β. η γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.
[λόγ. αρχαιομαθ(ής) -εια]
[Λεξικό Γεωργακά]
αρχαιομάθεια [arçeomáθia] η, (L)
  • knowledge of (mainly classical) antiquity (syn αρχαιογνωσία 1):
    • περιηγητές με κάποια ~στέκονταν με δέος μπροστά στα ερείπια των Mυκηνών (Papachatzis) |
    • η αρχαιομάθειά του .. τον ευκόλυνε ν' αντλήσει ποιητική ουσία από ανεκτίμητα αρχαία πρότυπα (Stasinop) |
    • η αρχαιομάθειά του αυτή δεν ήταν ασυμβίβαστη με τη βαθιά θρησκευτική κατάρτισή του (Vacalop)
[fr kath (neol Koumanoudis) αρχαιομάθεια, der of αρχαιομαθής]
[Λεξικό Γεωργακά]
αρχαιομαθής [arçeomaθís] ο, η, (L)
  • person knowledgeable in or studying matters of (classical) antiquity (near-syn αρχαιογνώστης):
    • θα κάνει ν' ανοίξουν μεγάλα τα μάτια τους οι σοφοί μας αρχαιομαθείς (Myrtiotissa)
[fr kath (neol Koumanoudis) αρχαιομαθής, cpd w. combin form -μαθής; cf γλωσσομαθής, νομομαθής, πολυμαθής etc]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αρχαιομαθής -ής -ές [arxeomaθís] Ε10 : (για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από αρχαιομάθεια. α. που γνωρίζει καλά τα σχετικά με την αρχαιότητα (ιδίως την ελληνική και τη ρωμαϊκή). || (ως ουσ.) ο αρχαιομαθής. β. που γνωρίζει καλά την αρχαία ελληνική γλώσσα. || (ως ουσ.) ο αρχαιομαθής.
[λόγ. αρχαιο- + -μαθής]

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

Σχήματα Λόγου της Ελληνικής Γλώσσας

Τα σχήματα λόγου είναι εκφραστικοί τρόποι που αποκλίνουν
από τους συμβατικούς κανόνες της χρήσης του λόγου. 

Δεν πρόκειται για συντακτικά λάθη (σολοικισμούς), αλλά για συγκεκριμένες
εκφραστικές επιλογές που εξυπηρετούν νοηματικές ή αισθητικές
επιδιώξεις. 

Τα σχήματα λόγου σχετίζονται με: 

α) τη γραμματική

συμφωνία των λέξεων· 
β) τη θέση των λέξεων στην πρόταση· 
γ) τη σημασία των λέξεων· 

δ) την πληρότητα του λόγου.



Σχήματα λόγου σχετικά με τη γραμματική συμφωνία των λέξεων
Τα πιο συνηθισμένα σχήματα αυτής της κατηγορίας είναι:

Η αττική σύνταξη
Tο βοιώτιο ή πινδαρικό σχήμα (σύνηθες στον Πίνδαρο), κατά το
οποίο, ενώ το υποκείμενο είναι αρσενικό ή θηλυκό γ΄ προσώπου και
πληθυντικού αριθμού, το ρήμα τίθεται στο αντίστοιχο πρόσωπο του
ενικού αριθμού:

Ἔστι γὰρ ἔμοιγε καὶ βωμοί. [Εἰσὶ γὰρ

Mελιγάρυες ὕμνοι ὑστέρων ἀρχὰ λόγων τέλλεται. [τέλλονται]
Το σχήμα ανακολουθίας ή ανακόλουθο, κατά το οποίο δεν υπάρχει συντακτική ακολουθία (συμφωνία) των λέξεων –κυρίως μετοχών– με τις προηγούμενες είτε για λόγους συντομίας και συμπύκνωσης των ιδεών είτε για αποτελεσματικότερη αποτύπωση ψυχικών παθών:
Καὶ οἰμωγὴ ἐκ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῶν μακρῶν τειχῶν εἰς ἄστυ διῆκεν, ὁ ἕτερος τῷ ἑτέρῳ παραγγέλλων. [ονομαστική απόλυτη μετοχή  αντί γενικής απόλυτης: τοῦ ἑτέρου τῷ ἑτέρῳ παραγγέλλοντος]

Ἐξῆν αὐτῷ μισθῶσαι τὸν οἶκον ἀπηλλαγμένος πολλῶν πραγμάτων. [αὐτῷ ἀπηλλαγμένῳ]

N.E.: Εγώ δε με νοιάζει καθόλου. [Eγώ δε νοιάζομαι / εμένα δε με νοιάζει καθόλου.]

Το σχήμα έλξης ή έλξη, κατά το οποίο ένας όρος της πρότασης έλκεται, επηρεάζεται συντακτικά από άλλον ισχυρότερο όρο της ίδιας ή άλλης πρότασης, με αποτέλεσμα να συμφωνεί συντακτικά με αυτόν και να μην εκφέρεται όπως οι κανόνες υπαγορεύουν. 
Συνηθέστερες περιπτώσεις έλξης είναι: 



α) Έλξη του αναφορικού 
β) Έλξη του συνδετικού ρήματος από τον αριθμό του κατηγορουμένου. 

Στην περίπτωση αυτή το συνδετικό ρήμα συμφωνεί στον αριθμό όχι με το υποκείμενό του, όπως θα έπρεπε, αλλά με το κατηγορούμενο του υποκειμένου:
Τὸ χωρίον Ἐννέα ὁδοὶ ἐκαλοῦντο. [ἐκαλεῖτο]

γ) Έλξη της έγκλισης δευτερεύουσας πρότασης από την έγκλιση της προηγούμενης, συνήθως κύριας, πρότασης:

Ἆρ’ οὐκ ἂν ἐπὶ πᾶν ἔλθοι, ὡς πᾶσιν ἀνθρώποις φόβον παράσχοι; [παράσχῃ] (Άραγε δε θα έκανε τα πάντα, προκειμένου να προκαλέσει φόβο σε όλους τους ανθρώπους;)

N.E.: Ήθελα να ήμουν πιο επιμελής. [να είμαι]

Το σχήμα καθ’ όλον και μέρος, κατά το οποίο ένας όρος της πρότασης που δηλώνει το όλον, αντί να τεθεί σε γενική διαιρετική, τίθεται στην πτώση στην οποία βρίσκεται ο όρος ή οι όροι που δηλώνουν το μέρος του όλου:

Οἱ στρατηγοὶ βραχέα ἕκαστος ἀπελογήσατο. [τῶν στρατηγῶν]

Οἰκίαι αἱ μὲν πολλαὶ ἐπεπτώκεσαν, ὀλίγαι δὲ περιῆσαν. [τῶν οἰκιῶν]

N.E.: Έλα την Τρίτη το πρωί. [το πρωί της Τρίτης]

Το σχήμα κατά το νοούμενο, κατά το οποίο όροι της πρότασης –σχετικοί μεταξύ τους– συμφωνούν όχι με βάση τον γραμματικό τύπο τους, αλλά με βάση το νόημα. 

Το σχήμα αυτό συνηθίζεται όταν υπάρχουν στην πρόταση περιληπτικά ονόματα, όπως ὄχλος, πλῆθος, στρατόπεδον κ.τ.ό., ή αντωνυμίες, όπως ἕκαστος, ἄλλος, οὐδείς, οπότε το ρήμα μπαίνει σε πληθυντικό αριθμό:
Τὸ μὲν γὰρ πλῆθος κραυγῇ πολλῇ ἐπίασιν. [ἔπεισι]

Ἀνεπαύοντο, ὅπου ἐτύγχανον ἕκαστος. [ἐτύγχανε]

N.E.: O κόσμος φοβούνται.

Το σχήμα πρόληψης ή πρόληψη, κατά το οποίο το υποκείμενο δευτερεύουσας πρότασης προλαμβάνεται, τίθεται δηλαδή στην πρόταση που προηγείται, ως αντικείμενο ή προσδιορισμός (κυρίως της αναφοράς):

Ὁρᾷς δὲ τὴν φύσιν τὴν τῶν πολλῶν ὡς διάκειται πρὸς τὰς ἡδονάς. [Ὁρᾷς δὲ ὡς διάκειται ἡ φύσις ἡ τῶν πολλῶν πρὸς τὰς ἡδονάς.]

Ὀρθῶς λέγεις περὶ σωφροσύνης ὃ ἔστιν. [Ὀρθῶς λέγεις ὃ ἔστιν ἡ σωφροσύνη.]

N.E.: Για δες την πίτα αν ψήθηκε. [Για δες αν ψήθηκε η πίτα.]

Το σχήμα σύμφυρσης ή σύμφυρση, κατά το οποίο αναμειγνύονται δύο διαφορετικές συντάξεις με τις οποίες είναι δυνατόν να αποδοθεί μια σκέψη ή ένα γεγονός:

Ἀλκιβιάδης μετὰ Μαντιθέου ἀπέδρασαν. [α) Ἀλκιβιάδης μετὰ Μαντιθέου ἀπέδρα. β) Ἀλκιβιάδης καὶ Μαντίθεος ἀπέδρασαν.]

N.E.: Η Μίνα με τη Νίκη παίζουν.

Σε αυτή την κατηγορία των σχημάτων λόγου ανήκει και η υπαλλαγή, κατά την οποία ένας επιθετικός προσδιορισμός που αναφέρεται σε γενική κτητική δεν τίθεται επίσης σε γενική, ως ομοιόπτωτος προσδιορισμός, αλλά στην πτώση του όρου που προσδιορίζει η γενική κτητική:

θάσιον οἴνου σταμνίον [θασίου οἴνου]

N.E.: θερμοί δακρύων σταλαγμοί [θερμών δακρύων]

Σχήματα λόγου σχετικά με τη θέση των λέξεων στην πρόταση

Η σειρά των λέξεων στην A.E., όπως και στη Ν.Ε., διέπεται από μεγάλη ελευθερία. Συνηθίζεται, ωστόσο, να προηγείται το υποκείμενο με τους προσδιορισμούς του και να έπονται το ρήμα, το αντικείμενο ή/και το κατηγορούμενο, επίσης με τους προσδιορισμούς τους. 
Συνηθισμένες όμως είναι και οι περιπτώσεις στις οποίες ένας όρος της πρότασης αλλάζει θέση, μετατίθεται, και τίθεται πρώτος (πρόταξη) ή τελευταίος (επίταξη), επειδή σχετίζεται νοηματικά με τα προηγούμενα ή τα επόμενα, αντίστοιχα, αλλά και για λόγους έμφασης ή ευφωνίας:
Θουκυδίδης Ἀθηναῖος ξυνέγραψε τὸν πόλεμον τῶν Πελοποννησίων καὶ Ἀθηναίων.

Ταῦτα μὲν δὴ ὁ Κῦρος ἠκηκόει. [πρόταξη αντικειμένου]

Οἱ δὲ Ἀθηναῖοι τὸ στράτευμα οὐκ ἐκίνησαν. [επίταξη ρήματος]

Πέραν αυτών, παρατηρούνται ιδιαίτερες αποκλίσεις στη διαδοχή των λέξεων, που συνιστούν τα ακόλουθα σχήματα λόγου:

Το ασύνδετο και το πολυσύνδετο σχήμα 

Ο κύκλος, κατά τον οποίο μια πρόταση ή μια περίοδος αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη:
Κεκράτηκε νῦν τῆς ἡμετέρας φιλίας Φίλιππος, τῆς πόλεως δ’ οὐ κεκράτηκε. 

N.E.: Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάρθες μοναχή.
Το ομοιοτέλευτο ή ομοιοκατάληκτο, κατά το οποίο διαδοχικές προτάσεις τελειώνουν με ομοιοκατάληκτες λέξεις:
Εἰ γὰρ ἐξ ἴσου τῇ συμφορᾷ καὶ τὴν διάνοιαν ἕξω καὶ τὸν ἄλλον βίον διάξω, τί τούτου διοίσω; (σε τι θα

διαφέρω)

N.E.: Της αγάπης το βοτάνι κάθε τόπος δεν το κάνει.

Η παρήχηση, κατά την οποία σε διαδοχικές λέξεις επαναλαμβάνεται ο ίδιος φθόγγος:

Τὴν δὲ μητέρα τελευτήσασαν πέπαυμαι τρέφων τρίτον ἔτος τουτί. [παρήχηση του τ]

Tυφλός τά τ’ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ’ ὄμματ’ εἶ.

N.E.: Τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά ρητή κατά το Κάστρο. [παρήχηση του ρ]

Η παρονομασία ή ετυμολογικό σχήμα, κατά το οποίο ομόρριζες λέξεις τίθενται η μία κοντά στην άλλη:

Δύναμαι συνεῖναι δυναμένοις ἀνθρώποις ἀναλίσκειν.

N.E.: Πέταξα ένα φόρεμα πολυφορεμένο.

Το πρωθύστερο, κατά το οποίο τίθεται στον λόγο πρώτο κάτι που λογικά και χρονικά έπεται:

Λέγω τὴν Ἐρεχθέως τροφὴν καὶ γένεσιν. [γένεσιν καὶ τροφὴν]

N.E.: Χτενίστηκε, ελούστηκε και στο σεργιάνι βγήκε. [ἐλούστηκε, χτενίστηκε]

Το υπερβατό, κατά το οποίο δύο λέξεις που έχουν μεταξύ τους στενή συντακτική και λογική σχέση χωρίζονται λόγω της παρεμβολής άλλων λέξεων:

Οἱ δ’ ἔφοροι διδασκόμενοι ὑπὸ τῶν μετὰ τὰς ἐν Θήβαις σφαγὰς ἐκπεπτωκότων, Κλεόμβροτον ἐκπέμπουσι.

N.E.: άκρα του τάφου σιωπή

Το χιαστό, κατά το οποίο δύο λέξεις ή φράσεις που αναφέρονται σε δύο προηγούμενες τίθενται στον λόγο με αντίστροφη σειρά, χιαστί:

Περὶ πλείονος ποιοῦ δόξαν καλὴν ἢ πλοῦτον μέγαν τοῖς παισὶν καταλιπεῖν· ὁ μὲν γὰρ θνητός, ἡ δ’ ἀθάνατος. [περὶ πλείονος ποιοῦμαι: προτιμώ]

N.E.: Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα παινεμένη.

Σχήματα λόγου σχετικά με τη σημασία των λέξεων

Πολλές λέξεις της A.E., όπως και της Ν.Ε., έχουν εκτός από την κύρια σημασία τους και άλλες, με αποτέλεσμα να προκύπτουν λεκτικά σχήματα (λεκτικοί τρόποι), όπως:

Η αλληγορία, δηλαδή η έκφραση με την οποία άλλα λέει κανείς και άλλα εννοεί στο πλαίσιο μιας τολμηρής μεταφοράς:

Ζυγὸν μὴ ὑπερβαίνειν. [Μην παραβιάζεις το δίκαιο.]

N.E.: Έφαγαν τα μουστάκια τους. [τσακώθηκαν]

Η αντίφραση, κατά την οποία μια λέξη ή φράση αντικαθίσταται από άλλη συναφούς ή αντίθετης σημασίας. 


Είδη της αντίφρασης είναι:

α) Η ειρωνεία, κατά την οποία ο ομιλητής χρησιμοποιεί λέξεις ή φράσεις με διαφορετικό ή αντίθετο νόημα από αυτό που έχει κατά νου, με σκοπό να αποδοκιμάσει, να εμπαίξει ή απλώς να αστειευτεί:

Ὥστε μοι δοκεῖ ὁ κατήγορος εἰπεῖν περὶ τῆς ἐμῆς ὕβρεως ἐμὲ κωμῳδεῖν βουλόμενος, ὥσπερ τι καλὸν ποιῶν. (σαν να ’κανε κανένα κατόρθωμα)

N.E.: Ωραίο αστείο! [κακόγουστο]

β) Η λιτότητα, κατά την οποία μια έννοια αποδίδεται με άρνηση και την αντίθετη σημασιολογικά λέξη:

Ἀπέθανον τῶν Θεσσαλῶν οὐ πολλοί. [ὀλίγοι]

N.E.: Η ζημιά ήταν όχι μεγάλη. [μικρή]

γ) Ο ευφημισμός, κατά τον οποίο γίνεται χρήση λέξεων ή φράσεων με θετική σημασία, αντί αυτών που έχουν αρνητική, για λόγους που σχετίζονται με προλήψεις και δεισιδαιμονίες:

τὸ εὐώνυμον κέρας (η αριστερή παράταξη) [εὖ + ὄνομα, αντί: ἀριστερόν, καθώς οι αρχαίοι απέφευγαν τη χρήση αυτής της λέξης, επειδή πίστευαν ότι οι κακοί οιωνοί έρχονται από αριστερά]
N.E.: Ειρηνικός Ωκεανός

Η αντονομασία, κατά την οποία στη θέση ενός ονόματος, κύριου ή προσηγορικού, τίθεται λέξη όπως:


Το πατρωνυμικό αντί του κύριου ονόματος:

ὁ Πηλείδης [ὁ Ἀχιλλεὺς]

Το παράγωγο αντί του εθνικού ονόματος:

τὸ Ἑλληνικὸν [οἱ Ἕλληνες]

Η περίφραση που δηλώνει την καταγωγή ή μια ιδιότητα ενός προσώπου αντί του κύριου ή του εθνικού ονόματος:

ὦ παῖ Μενοικέως [ὦ Κρέον]

N.E.: ο εθνικός ποιητής [ο Σολωμός]

Η μεταφορά, κατά την οποία η κύρια σημασία μιας λέξης ευρύνεται και μεταφέρεται αναλογικά και σε άλλες λέξεις με τις οποίες έχει κάποια ομοιότητα:

Χαλκοῖς καὶ ἀδαμαντίνοις τείχεσιν τὴν χώραν ἐτείχισε. [ἰσχυροῖς τείχεσιν]

N.E.: κάλπικη αγάπη [ψεύτικη]

Η μετωνυμία, κατά την οποία χρησιμοποιείται:


Το όνομα του δημιουργού αντί για τη λέξη που δηλώνει το δημιούργημά του:

Ὅμηρον δεῖ τοὺς παῖδας ἐκστηθίζειν. [τὰ Ὁμήρου ἔπη]

N.E.: Ακούει Μπαχ.

Το περιέχον αντί του περιεχομένου, και αντίστροφα: 

Οὔτε γὰρ παρὰ θεάτρου δεῖ τόν γε ἀληθῆ κριτὴν κρίνειν μανθάνοντα. [παρὰ τῶν θεατῶν]

N.E.: Η αίθουσα είχε βουβαθεί.

Το αφηρημένο αντί του συγκεκριμένου, και αντίστροφα:

Νεότης πολλὴ ἦν ἐν τῇ Πελοποννήσῳ. [νέοι ἄνδρες]

N.E.: Είσαι λεβεντιά! [λεβέντης]

Η παρομοίωση, κατά την οποία, για να τονιστεί μια ιδιότητα ενός προσώπου ή πράγματος, αυτό παραβάλλεται με άλλο που έχει αυτή την ιδιότητα σε μεγαλύτερο βαθμό:

Ἠναγκάσθησαν οἱ ἱππεῖς ὥσπερ νυκτερίδες πρὸς τοῖς τείχεσιν προσαραρέναι. (να κολλήσουν) [προσαραρέναι:απρμφ. παρακειμένου του ρ. προσαραρίσκω]

N.E.: Έχει καρδιά σαν πέτρα.

Η συνεκδοχή, κατά την οποία χρησιμοποιείται:

Το ένα αντί για τα πολλά ομοειδή:
Ὁ Συρακόσιος πολέμιος τῷ Ἀθηναίῳ ἐστί. [οἱ Συρακόσιοι – τοῖς Ἀθηναίοις]

N.E.: O Έλληνας είναι γλεντζές. [οι Έλληνες]

Το μέρος αντί για το σύνολο, και αντίστροφα:

Μάντεις ἐπὶ πλουσίων θύρας ἰόντες πείθουσιν ὡς ἔστι παρὰ σφίσι δύναμις. [οἰκίας]

N.E.: κάθε κλαδί και κλέφτης [δέντρο]

Η ύλη αντί για το αντικείμενο που κατασκευάζεται από αυτήν:

Ἀθηναῖοι τὸν σίδηρον κατέθεντο. [τὰ ὅπλα]

N.E.: Έβαλε πολύ χρυσάφι πάνω της. [χρυσαφικά]

Αυτό που παράγει αντί για εκείνο που παράγεται:

Πλῆσον κρατῆρα μελίσσης. [μέλιτος] (Γέμισε τον κρατήρα με μέλι)

Το σχήμα κατ’ εξοχήν, κατά το οποίο η σημασία μιας λέξης περιορίζεται, ώστε αντί πολλών ομοειδών να δηλώνει τελικά ένα μόνο (το κατ’ εξοχήν) από αυτά:

Καλλίξενος κατελθὼν ὅτε καὶ οἱ ἐκ Πειραιῶς εἰς τὸ ἄστυ, λιμῷ ἀπέθανεν. [εἰς τὸ ἄστυ → εἰς τὰς Ἀθήνας]

ὁ ποιητὴς [ὁ Ὅμηρος] – ἡ ποιήτρια [ἡ Σαπφὼ]

N.E.: η άλωση της Πόλης [Κωνσταντινούπολης]

Η υπερβολή, κατά την οποία αυτό που λέγεται ξεπερνά το γνωστό και το αποδεκτό:

Ἐπιλίποι δ’ ἂν ἡμᾶς ὁ πᾶς χρόνος, εἰ πάσας τὰς ἐκείνου πράξεις καταριθμησαίμεθα.

N.E.: Τρώει ένα αρνί στην καθισιά του.

Σχήματα λόγου σχετικά με την πληρότητα του λόγου
Κατά τη χρήση του λόγου παραλείπονται συχνά λέξεις, επειδή εύκολα εννοούνται από τα συμφραζόμενα ή από την κοινή πείρα των συνομιλητών. 
Με την έλλειψη όρων σχετίζεται το σχήμα της βραχυλογίας, είδη της οποίας είναι:

α) Το ζεύγμα, κατά το οποίο δύο ομοειδείς προσδιορισμοί αποδίδονται στο ίδιο ρήμα, παρ’ ότι λογικά ο ένας από τους δύο ταιριάζει σε άλλο ρήμα, το οποίο εννοείται:

Ἔδουσί τε πίονα μῆλα οἶνόν τ’ ἔξαιτον. [πίνουσι] (Τρώνε παχιά αρνιά και [πίνουν] εκλεκτό κρασί.)

N.E.: Ακούει βροντές και αστραπές. [βλέπει]

β) Το σχήμα από κοινού, κατά το οποίο λέξη ή φράση που παραλείπεται εννοείται αυτούσια από τα προηγούμενα:

Διαγιγνώσκουσιν ἅ τε δύνανται καὶ ἃ μή. [δύνανται]

N.E.: Σε ξέρω, αλλά δε θυμάμαι από πού. [σε ξέρω]

γ) Το σχήμα εξ αναλόγου, κατά το οποίο παραλείπεται λέξη, φράση ή ολόκληρη πρόταση που εννοείται αναλογικά προς τα προηγούμενα ή τα επόμενα, τροποποιημένη όμως σύμφωνα με τις ανάγκες του λόγου:

— Τὸ σῶμα λέγεις; — Ναὶ. [τὸ σῶμα λέγω]

N.E.: Δεν έπραξα όπως έπρεπε. [να πράξω].

δ) Το σχήμα εξ αντιθέτου, κατά το οποίο εννοείται από τα προηγούμενα κάτι αντίθετο ή διαφορετικό:

Καί μου μηδεὶς θαυμάσῃ τὴν ὑπερβολήν, ἀλλὰ [πᾶς τις] μετ’ εὐνοίας ὃ λέγω θεωρησάτω.

Με την πληρότητα του λόγου σχετίζεται και το σχήμα του πλεονασμού, κατά το οποίο ένα νόημα ή μια έννοια αποδίδεται με περισσότερες λέξεις από όσες χρειάζονται. 


Πλεονασμό αποτελούν:
α) Η περίφραση, δηλαδή η απόδοση μιας έννοιας με περισσότερες από μία λέξεις:

Ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀναβαίνω. [ἱππεύω]

N.E.: ο Γέρος του Μοριά [ο Κολοκοτρώνης]

β) Το σχήμα εκ παραλλήλου, κατά το οποίο ένα νόημα εκφράζεται συγχρόνως και θετικά και αρνητικά:

Φησὶ γὰρ καὶ τῷ σώματι δύνασθαι καὶ οὐκ εἶναι τῶν ἀδυνάτων.

N.E.: Σώπα και μη μιλάς.

γ) Το σχήμα «ἕν διὰ δυοῖν», κατά το οποίο μια έννοια εκφράζεται με δύο λέξεις που συνδέονται μεταξύ τους παρατακτικά με τους συνδέσμους καὶ ή τὲ - καί, ενώ έπρεπε η μία να προσδιορίζει την άλλη:

Ἔτι δὲ καὶ συλλέγεσθαί φησιν ἀνθρώπους ὡς ἐμὲ πονηροὺς καὶ πολλούς. [πολλούς πονηρούς ανθρώπους]

N.E.: Πέρασε ράχες και βουνά. [ράχες βουνών]

Eκτός από όσα αναφέρονται στο κυρίως μέρος, παρατηρούνται επίσης:

α) Έλξη του κατηγορουμένου είτε από το αντικείμενο του ρήματος σε γενική ή δοτική είτε από τη δοτική προσωπική (σε περίπτωση απρόσωπης σύνταξης):
Οἱ πρέσβεις Κύρου ἐδέοντο ὡς προθυμοτάτου πρὸς πόλεμον γενέσθαι. [ὡς προθυμότατον γενέσθαι]

Οὐδὲν ἐμποδὼν αὐτοῖς ἐστι κυρίοις τῶν ἀγαθῶν εἶναι. [κυρίους εἶναι]

β) Έλξη του υποκειμένου ή του αντικειμένου, όταν αυτό είναι αντωνυμία, από το γένος του κατηγορουμένου, στην περίπτωση που αυτό είναι ουσιαστικό:

Ταύτην ἐμαυτῷ ῥᾳστώνην ἐξηῦρον. [τοῦτο] (Aυτό βρήκα ως ανακούφιση για τον εαυτό μου.)

Οι μορφές πλεονασμού είναι πολλές. 


Μεταξύ αυτών και:
α) Η αναστροφή, κατά την οποία μια πρόταση αρχίζει με την ίδια λέξη με την οποία τελειώνει η προηγούμενή της:

Παρ' Ἐρυθραίων χρήματα λαμβάνουσιν. Λαμβάνουσι δ' οἱ μὲν ἔχοντες μίαν ἢ δύο ναῦς ἐλάττονα.

β) Η επαναφορά, η επανάληψη δηλαδή της ίδιας λέξης στην αρχή διαδοχικών προτάσεων για έμφαση:

Οὗτός ἐστιν ὁ σώφρων καὶ οὗτος ὁ ἀνδρεῖος.

γ) Η επιφορά, κατά την οποία διαδοχικές προτάσεις ή περίοδοι τελειώνουν με την ίδια λέξη ή φράση:

Ὅστις ἐν τῷ πρώτῳ λόγῳ τὴν ψῆφον αἰτεῖ, ὅρκον αἰτεῖ, νόμον αἰτεῖ, δημοκρατίαν αἰτεῖ.

δ) Η συμπλοκή, συνδυασμός επαναφοράς και επιφοράς:

Ἐπὶ σαυτὸν καλεῖς, ἐπὶ τοὺς νόμους καλεῖς, ἐπὶ τὴν δημοκρατίαν καλεῖς.