Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

Σχήματα Λόγου της Ελληνικής Γλώσσας

Τα σχήματα λόγου είναι εκφραστικοί τρόποι που αποκλίνουν
από τους συμβατικούς κανόνες της χρήσης του λόγου. 

Δεν πρόκειται για συντακτικά λάθη (σολοικισμούς), αλλά για συγκεκριμένες
εκφραστικές επιλογές που εξυπηρετούν νοηματικές ή αισθητικές
επιδιώξεις. 

Τα σχήματα λόγου σχετίζονται με: 

α) τη γραμματική

συμφωνία των λέξεων· 
β) τη θέση των λέξεων στην πρόταση· 
γ) τη σημασία των λέξεων· 

δ) την πληρότητα του λόγου.



Σχήματα λόγου σχετικά με τη γραμματική συμφωνία των λέξεων
Τα πιο συνηθισμένα σχήματα αυτής της κατηγορίας είναι:

Η αττική σύνταξη
Tο βοιώτιο ή πινδαρικό σχήμα (σύνηθες στον Πίνδαρο), κατά το
οποίο, ενώ το υποκείμενο είναι αρσενικό ή θηλυκό γ΄ προσώπου και
πληθυντικού αριθμού, το ρήμα τίθεται στο αντίστοιχο πρόσωπο του
ενικού αριθμού:

Ἔστι γὰρ ἔμοιγε καὶ βωμοί. [Εἰσὶ γὰρ

Mελιγάρυες ὕμνοι ὑστέρων ἀρχὰ λόγων τέλλεται. [τέλλονται]
Το σχήμα ανακολουθίας ή ανακόλουθο, κατά το οποίο δεν υπάρχει συντακτική ακολουθία (συμφωνία) των λέξεων –κυρίως μετοχών– με τις προηγούμενες είτε για λόγους συντομίας και συμπύκνωσης των ιδεών είτε για αποτελεσματικότερη αποτύπωση ψυχικών παθών:
Καὶ οἰμωγὴ ἐκ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῶν μακρῶν τειχῶν εἰς ἄστυ διῆκεν, ὁ ἕτερος τῷ ἑτέρῳ παραγγέλλων. [ονομαστική απόλυτη μετοχή  αντί γενικής απόλυτης: τοῦ ἑτέρου τῷ ἑτέρῳ παραγγέλλοντος]

Ἐξῆν αὐτῷ μισθῶσαι τὸν οἶκον ἀπηλλαγμένος πολλῶν πραγμάτων. [αὐτῷ ἀπηλλαγμένῳ]

N.E.: Εγώ δε με νοιάζει καθόλου. [Eγώ δε νοιάζομαι / εμένα δε με νοιάζει καθόλου.]

Το σχήμα έλξης ή έλξη, κατά το οποίο ένας όρος της πρότασης έλκεται, επηρεάζεται συντακτικά από άλλον ισχυρότερο όρο της ίδιας ή άλλης πρότασης, με αποτέλεσμα να συμφωνεί συντακτικά με αυτόν και να μην εκφέρεται όπως οι κανόνες υπαγορεύουν. 
Συνηθέστερες περιπτώσεις έλξης είναι: 



α) Έλξη του αναφορικού 
β) Έλξη του συνδετικού ρήματος από τον αριθμό του κατηγορουμένου. 

Στην περίπτωση αυτή το συνδετικό ρήμα συμφωνεί στον αριθμό όχι με το υποκείμενό του, όπως θα έπρεπε, αλλά με το κατηγορούμενο του υποκειμένου:
Τὸ χωρίον Ἐννέα ὁδοὶ ἐκαλοῦντο. [ἐκαλεῖτο]

γ) Έλξη της έγκλισης δευτερεύουσας πρότασης από την έγκλιση της προηγούμενης, συνήθως κύριας, πρότασης:

Ἆρ’ οὐκ ἂν ἐπὶ πᾶν ἔλθοι, ὡς πᾶσιν ἀνθρώποις φόβον παράσχοι; [παράσχῃ] (Άραγε δε θα έκανε τα πάντα, προκειμένου να προκαλέσει φόβο σε όλους τους ανθρώπους;)

N.E.: Ήθελα να ήμουν πιο επιμελής. [να είμαι]

Το σχήμα καθ’ όλον και μέρος, κατά το οποίο ένας όρος της πρότασης που δηλώνει το όλον, αντί να τεθεί σε γενική διαιρετική, τίθεται στην πτώση στην οποία βρίσκεται ο όρος ή οι όροι που δηλώνουν το μέρος του όλου:

Οἱ στρατηγοὶ βραχέα ἕκαστος ἀπελογήσατο. [τῶν στρατηγῶν]

Οἰκίαι αἱ μὲν πολλαὶ ἐπεπτώκεσαν, ὀλίγαι δὲ περιῆσαν. [τῶν οἰκιῶν]

N.E.: Έλα την Τρίτη το πρωί. [το πρωί της Τρίτης]

Το σχήμα κατά το νοούμενο, κατά το οποίο όροι της πρότασης –σχετικοί μεταξύ τους– συμφωνούν όχι με βάση τον γραμματικό τύπο τους, αλλά με βάση το νόημα. 

Το σχήμα αυτό συνηθίζεται όταν υπάρχουν στην πρόταση περιληπτικά ονόματα, όπως ὄχλος, πλῆθος, στρατόπεδον κ.τ.ό., ή αντωνυμίες, όπως ἕκαστος, ἄλλος, οὐδείς, οπότε το ρήμα μπαίνει σε πληθυντικό αριθμό:
Τὸ μὲν γὰρ πλῆθος κραυγῇ πολλῇ ἐπίασιν. [ἔπεισι]

Ἀνεπαύοντο, ὅπου ἐτύγχανον ἕκαστος. [ἐτύγχανε]

N.E.: O κόσμος φοβούνται.

Το σχήμα πρόληψης ή πρόληψη, κατά το οποίο το υποκείμενο δευτερεύουσας πρότασης προλαμβάνεται, τίθεται δηλαδή στην πρόταση που προηγείται, ως αντικείμενο ή προσδιορισμός (κυρίως της αναφοράς):

Ὁρᾷς δὲ τὴν φύσιν τὴν τῶν πολλῶν ὡς διάκειται πρὸς τὰς ἡδονάς. [Ὁρᾷς δὲ ὡς διάκειται ἡ φύσις ἡ τῶν πολλῶν πρὸς τὰς ἡδονάς.]

Ὀρθῶς λέγεις περὶ σωφροσύνης ὃ ἔστιν. [Ὀρθῶς λέγεις ὃ ἔστιν ἡ σωφροσύνη.]

N.E.: Για δες την πίτα αν ψήθηκε. [Για δες αν ψήθηκε η πίτα.]

Το σχήμα σύμφυρσης ή σύμφυρση, κατά το οποίο αναμειγνύονται δύο διαφορετικές συντάξεις με τις οποίες είναι δυνατόν να αποδοθεί μια σκέψη ή ένα γεγονός:

Ἀλκιβιάδης μετὰ Μαντιθέου ἀπέδρασαν. [α) Ἀλκιβιάδης μετὰ Μαντιθέου ἀπέδρα. β) Ἀλκιβιάδης καὶ Μαντίθεος ἀπέδρασαν.]

N.E.: Η Μίνα με τη Νίκη παίζουν.

Σε αυτή την κατηγορία των σχημάτων λόγου ανήκει και η υπαλλαγή, κατά την οποία ένας επιθετικός προσδιορισμός που αναφέρεται σε γενική κτητική δεν τίθεται επίσης σε γενική, ως ομοιόπτωτος προσδιορισμός, αλλά στην πτώση του όρου που προσδιορίζει η γενική κτητική:

θάσιον οἴνου σταμνίον [θασίου οἴνου]

N.E.: θερμοί δακρύων σταλαγμοί [θερμών δακρύων]

Σχήματα λόγου σχετικά με τη θέση των λέξεων στην πρόταση

Η σειρά των λέξεων στην A.E., όπως και στη Ν.Ε., διέπεται από μεγάλη ελευθερία. Συνηθίζεται, ωστόσο, να προηγείται το υποκείμενο με τους προσδιορισμούς του και να έπονται το ρήμα, το αντικείμενο ή/και το κατηγορούμενο, επίσης με τους προσδιορισμούς τους. 
Συνηθισμένες όμως είναι και οι περιπτώσεις στις οποίες ένας όρος της πρότασης αλλάζει θέση, μετατίθεται, και τίθεται πρώτος (πρόταξη) ή τελευταίος (επίταξη), επειδή σχετίζεται νοηματικά με τα προηγούμενα ή τα επόμενα, αντίστοιχα, αλλά και για λόγους έμφασης ή ευφωνίας:
Θουκυδίδης Ἀθηναῖος ξυνέγραψε τὸν πόλεμον τῶν Πελοποννησίων καὶ Ἀθηναίων.

Ταῦτα μὲν δὴ ὁ Κῦρος ἠκηκόει. [πρόταξη αντικειμένου]

Οἱ δὲ Ἀθηναῖοι τὸ στράτευμα οὐκ ἐκίνησαν. [επίταξη ρήματος]

Πέραν αυτών, παρατηρούνται ιδιαίτερες αποκλίσεις στη διαδοχή των λέξεων, που συνιστούν τα ακόλουθα σχήματα λόγου:

Το ασύνδετο και το πολυσύνδετο σχήμα 

Ο κύκλος, κατά τον οποίο μια πρόταση ή μια περίοδος αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη:
Κεκράτηκε νῦν τῆς ἡμετέρας φιλίας Φίλιππος, τῆς πόλεως δ’ οὐ κεκράτηκε. 

N.E.: Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάρθες μοναχή.
Το ομοιοτέλευτο ή ομοιοκατάληκτο, κατά το οποίο διαδοχικές προτάσεις τελειώνουν με ομοιοκατάληκτες λέξεις:
Εἰ γὰρ ἐξ ἴσου τῇ συμφορᾷ καὶ τὴν διάνοιαν ἕξω καὶ τὸν ἄλλον βίον διάξω, τί τούτου διοίσω; (σε τι θα

διαφέρω)

N.E.: Της αγάπης το βοτάνι κάθε τόπος δεν το κάνει.

Η παρήχηση, κατά την οποία σε διαδοχικές λέξεις επαναλαμβάνεται ο ίδιος φθόγγος:

Τὴν δὲ μητέρα τελευτήσασαν πέπαυμαι τρέφων τρίτον ἔτος τουτί. [παρήχηση του τ]

Tυφλός τά τ’ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ’ ὄμματ’ εἶ.

N.E.: Τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά ρητή κατά το Κάστρο. [παρήχηση του ρ]

Η παρονομασία ή ετυμολογικό σχήμα, κατά το οποίο ομόρριζες λέξεις τίθενται η μία κοντά στην άλλη:

Δύναμαι συνεῖναι δυναμένοις ἀνθρώποις ἀναλίσκειν.

N.E.: Πέταξα ένα φόρεμα πολυφορεμένο.

Το πρωθύστερο, κατά το οποίο τίθεται στον λόγο πρώτο κάτι που λογικά και χρονικά έπεται:

Λέγω τὴν Ἐρεχθέως τροφὴν καὶ γένεσιν. [γένεσιν καὶ τροφὴν]

N.E.: Χτενίστηκε, ελούστηκε και στο σεργιάνι βγήκε. [ἐλούστηκε, χτενίστηκε]

Το υπερβατό, κατά το οποίο δύο λέξεις που έχουν μεταξύ τους στενή συντακτική και λογική σχέση χωρίζονται λόγω της παρεμβολής άλλων λέξεων:

Οἱ δ’ ἔφοροι διδασκόμενοι ὑπὸ τῶν μετὰ τὰς ἐν Θήβαις σφαγὰς ἐκπεπτωκότων, Κλεόμβροτον ἐκπέμπουσι.

N.E.: άκρα του τάφου σιωπή

Το χιαστό, κατά το οποίο δύο λέξεις ή φράσεις που αναφέρονται σε δύο προηγούμενες τίθενται στον λόγο με αντίστροφη σειρά, χιαστί:

Περὶ πλείονος ποιοῦ δόξαν καλὴν ἢ πλοῦτον μέγαν τοῖς παισὶν καταλιπεῖν· ὁ μὲν γὰρ θνητός, ἡ δ’ ἀθάνατος. [περὶ πλείονος ποιοῦμαι: προτιμώ]

N.E.: Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα παινεμένη.

Σχήματα λόγου σχετικά με τη σημασία των λέξεων

Πολλές λέξεις της A.E., όπως και της Ν.Ε., έχουν εκτός από την κύρια σημασία τους και άλλες, με αποτέλεσμα να προκύπτουν λεκτικά σχήματα (λεκτικοί τρόποι), όπως:

Η αλληγορία, δηλαδή η έκφραση με την οποία άλλα λέει κανείς και άλλα εννοεί στο πλαίσιο μιας τολμηρής μεταφοράς:

Ζυγὸν μὴ ὑπερβαίνειν. [Μην παραβιάζεις το δίκαιο.]

N.E.: Έφαγαν τα μουστάκια τους. [τσακώθηκαν]

Η αντίφραση, κατά την οποία μια λέξη ή φράση αντικαθίσταται από άλλη συναφούς ή αντίθετης σημασίας. 


Είδη της αντίφρασης είναι:

α) Η ειρωνεία, κατά την οποία ο ομιλητής χρησιμοποιεί λέξεις ή φράσεις με διαφορετικό ή αντίθετο νόημα από αυτό που έχει κατά νου, με σκοπό να αποδοκιμάσει, να εμπαίξει ή απλώς να αστειευτεί:

Ὥστε μοι δοκεῖ ὁ κατήγορος εἰπεῖν περὶ τῆς ἐμῆς ὕβρεως ἐμὲ κωμῳδεῖν βουλόμενος, ὥσπερ τι καλὸν ποιῶν. (σαν να ’κανε κανένα κατόρθωμα)

N.E.: Ωραίο αστείο! [κακόγουστο]

β) Η λιτότητα, κατά την οποία μια έννοια αποδίδεται με άρνηση και την αντίθετη σημασιολογικά λέξη:

Ἀπέθανον τῶν Θεσσαλῶν οὐ πολλοί. [ὀλίγοι]

N.E.: Η ζημιά ήταν όχι μεγάλη. [μικρή]

γ) Ο ευφημισμός, κατά τον οποίο γίνεται χρήση λέξεων ή φράσεων με θετική σημασία, αντί αυτών που έχουν αρνητική, για λόγους που σχετίζονται με προλήψεις και δεισιδαιμονίες:

τὸ εὐώνυμον κέρας (η αριστερή παράταξη) [εὖ + ὄνομα, αντί: ἀριστερόν, καθώς οι αρχαίοι απέφευγαν τη χρήση αυτής της λέξης, επειδή πίστευαν ότι οι κακοί οιωνοί έρχονται από αριστερά]
N.E.: Ειρηνικός Ωκεανός

Η αντονομασία, κατά την οποία στη θέση ενός ονόματος, κύριου ή προσηγορικού, τίθεται λέξη όπως:


Το πατρωνυμικό αντί του κύριου ονόματος:

ὁ Πηλείδης [ὁ Ἀχιλλεὺς]

Το παράγωγο αντί του εθνικού ονόματος:

τὸ Ἑλληνικὸν [οἱ Ἕλληνες]

Η περίφραση που δηλώνει την καταγωγή ή μια ιδιότητα ενός προσώπου αντί του κύριου ή του εθνικού ονόματος:

ὦ παῖ Μενοικέως [ὦ Κρέον]

N.E.: ο εθνικός ποιητής [ο Σολωμός]

Η μεταφορά, κατά την οποία η κύρια σημασία μιας λέξης ευρύνεται και μεταφέρεται αναλογικά και σε άλλες λέξεις με τις οποίες έχει κάποια ομοιότητα:

Χαλκοῖς καὶ ἀδαμαντίνοις τείχεσιν τὴν χώραν ἐτείχισε. [ἰσχυροῖς τείχεσιν]

N.E.: κάλπικη αγάπη [ψεύτικη]

Η μετωνυμία, κατά την οποία χρησιμοποιείται:


Το όνομα του δημιουργού αντί για τη λέξη που δηλώνει το δημιούργημά του:

Ὅμηρον δεῖ τοὺς παῖδας ἐκστηθίζειν. [τὰ Ὁμήρου ἔπη]

N.E.: Ακούει Μπαχ.

Το περιέχον αντί του περιεχομένου, και αντίστροφα: 

Οὔτε γὰρ παρὰ θεάτρου δεῖ τόν γε ἀληθῆ κριτὴν κρίνειν μανθάνοντα. [παρὰ τῶν θεατῶν]

N.E.: Η αίθουσα είχε βουβαθεί.

Το αφηρημένο αντί του συγκεκριμένου, και αντίστροφα:

Νεότης πολλὴ ἦν ἐν τῇ Πελοποννήσῳ. [νέοι ἄνδρες]

N.E.: Είσαι λεβεντιά! [λεβέντης]

Η παρομοίωση, κατά την οποία, για να τονιστεί μια ιδιότητα ενός προσώπου ή πράγματος, αυτό παραβάλλεται με άλλο που έχει αυτή την ιδιότητα σε μεγαλύτερο βαθμό:

Ἠναγκάσθησαν οἱ ἱππεῖς ὥσπερ νυκτερίδες πρὸς τοῖς τείχεσιν προσαραρέναι. (να κολλήσουν) [προσαραρέναι:απρμφ. παρακειμένου του ρ. προσαραρίσκω]

N.E.: Έχει καρδιά σαν πέτρα.

Η συνεκδοχή, κατά την οποία χρησιμοποιείται:

Το ένα αντί για τα πολλά ομοειδή:
Ὁ Συρακόσιος πολέμιος τῷ Ἀθηναίῳ ἐστί. [οἱ Συρακόσιοι – τοῖς Ἀθηναίοις]

N.E.: O Έλληνας είναι γλεντζές. [οι Έλληνες]

Το μέρος αντί για το σύνολο, και αντίστροφα:

Μάντεις ἐπὶ πλουσίων θύρας ἰόντες πείθουσιν ὡς ἔστι παρὰ σφίσι δύναμις. [οἰκίας]

N.E.: κάθε κλαδί και κλέφτης [δέντρο]

Η ύλη αντί για το αντικείμενο που κατασκευάζεται από αυτήν:

Ἀθηναῖοι τὸν σίδηρον κατέθεντο. [τὰ ὅπλα]

N.E.: Έβαλε πολύ χρυσάφι πάνω της. [χρυσαφικά]

Αυτό που παράγει αντί για εκείνο που παράγεται:

Πλῆσον κρατῆρα μελίσσης. [μέλιτος] (Γέμισε τον κρατήρα με μέλι)

Το σχήμα κατ’ εξοχήν, κατά το οποίο η σημασία μιας λέξης περιορίζεται, ώστε αντί πολλών ομοειδών να δηλώνει τελικά ένα μόνο (το κατ’ εξοχήν) από αυτά:

Καλλίξενος κατελθὼν ὅτε καὶ οἱ ἐκ Πειραιῶς εἰς τὸ ἄστυ, λιμῷ ἀπέθανεν. [εἰς τὸ ἄστυ → εἰς τὰς Ἀθήνας]

ὁ ποιητὴς [ὁ Ὅμηρος] – ἡ ποιήτρια [ἡ Σαπφὼ]

N.E.: η άλωση της Πόλης [Κωνσταντινούπολης]

Η υπερβολή, κατά την οποία αυτό που λέγεται ξεπερνά το γνωστό και το αποδεκτό:

Ἐπιλίποι δ’ ἂν ἡμᾶς ὁ πᾶς χρόνος, εἰ πάσας τὰς ἐκείνου πράξεις καταριθμησαίμεθα.

N.E.: Τρώει ένα αρνί στην καθισιά του.

Σχήματα λόγου σχετικά με την πληρότητα του λόγου
Κατά τη χρήση του λόγου παραλείπονται συχνά λέξεις, επειδή εύκολα εννοούνται από τα συμφραζόμενα ή από την κοινή πείρα των συνομιλητών. 
Με την έλλειψη όρων σχετίζεται το σχήμα της βραχυλογίας, είδη της οποίας είναι:

α) Το ζεύγμα, κατά το οποίο δύο ομοειδείς προσδιορισμοί αποδίδονται στο ίδιο ρήμα, παρ’ ότι λογικά ο ένας από τους δύο ταιριάζει σε άλλο ρήμα, το οποίο εννοείται:

Ἔδουσί τε πίονα μῆλα οἶνόν τ’ ἔξαιτον. [πίνουσι] (Τρώνε παχιά αρνιά και [πίνουν] εκλεκτό κρασί.)

N.E.: Ακούει βροντές και αστραπές. [βλέπει]

β) Το σχήμα από κοινού, κατά το οποίο λέξη ή φράση που παραλείπεται εννοείται αυτούσια από τα προηγούμενα:

Διαγιγνώσκουσιν ἅ τε δύνανται καὶ ἃ μή. [δύνανται]

N.E.: Σε ξέρω, αλλά δε θυμάμαι από πού. [σε ξέρω]

γ) Το σχήμα εξ αναλόγου, κατά το οποίο παραλείπεται λέξη, φράση ή ολόκληρη πρόταση που εννοείται αναλογικά προς τα προηγούμενα ή τα επόμενα, τροποποιημένη όμως σύμφωνα με τις ανάγκες του λόγου:

— Τὸ σῶμα λέγεις; — Ναὶ. [τὸ σῶμα λέγω]

N.E.: Δεν έπραξα όπως έπρεπε. [να πράξω].

δ) Το σχήμα εξ αντιθέτου, κατά το οποίο εννοείται από τα προηγούμενα κάτι αντίθετο ή διαφορετικό:

Καί μου μηδεὶς θαυμάσῃ τὴν ὑπερβολήν, ἀλλὰ [πᾶς τις] μετ’ εὐνοίας ὃ λέγω θεωρησάτω.

Με την πληρότητα του λόγου σχετίζεται και το σχήμα του πλεονασμού, κατά το οποίο ένα νόημα ή μια έννοια αποδίδεται με περισσότερες λέξεις από όσες χρειάζονται. 


Πλεονασμό αποτελούν:
α) Η περίφραση, δηλαδή η απόδοση μιας έννοιας με περισσότερες από μία λέξεις:

Ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀναβαίνω. [ἱππεύω]

N.E.: ο Γέρος του Μοριά [ο Κολοκοτρώνης]

β) Το σχήμα εκ παραλλήλου, κατά το οποίο ένα νόημα εκφράζεται συγχρόνως και θετικά και αρνητικά:

Φησὶ γὰρ καὶ τῷ σώματι δύνασθαι καὶ οὐκ εἶναι τῶν ἀδυνάτων.

N.E.: Σώπα και μη μιλάς.

γ) Το σχήμα «ἕν διὰ δυοῖν», κατά το οποίο μια έννοια εκφράζεται με δύο λέξεις που συνδέονται μεταξύ τους παρατακτικά με τους συνδέσμους καὶ ή τὲ - καί, ενώ έπρεπε η μία να προσδιορίζει την άλλη:

Ἔτι δὲ καὶ συλλέγεσθαί φησιν ἀνθρώπους ὡς ἐμὲ πονηροὺς καὶ πολλούς. [πολλούς πονηρούς ανθρώπους]

N.E.: Πέρασε ράχες και βουνά. [ράχες βουνών]

Eκτός από όσα αναφέρονται στο κυρίως μέρος, παρατηρούνται επίσης:

α) Έλξη του κατηγορουμένου είτε από το αντικείμενο του ρήματος σε γενική ή δοτική είτε από τη δοτική προσωπική (σε περίπτωση απρόσωπης σύνταξης):
Οἱ πρέσβεις Κύρου ἐδέοντο ὡς προθυμοτάτου πρὸς πόλεμον γενέσθαι. [ὡς προθυμότατον γενέσθαι]

Οὐδὲν ἐμποδὼν αὐτοῖς ἐστι κυρίοις τῶν ἀγαθῶν εἶναι. [κυρίους εἶναι]

β) Έλξη του υποκειμένου ή του αντικειμένου, όταν αυτό είναι αντωνυμία, από το γένος του κατηγορουμένου, στην περίπτωση που αυτό είναι ουσιαστικό:

Ταύτην ἐμαυτῷ ῥᾳστώνην ἐξηῦρον. [τοῦτο] (Aυτό βρήκα ως ανακούφιση για τον εαυτό μου.)

Οι μορφές πλεονασμού είναι πολλές. 


Μεταξύ αυτών και:
α) Η αναστροφή, κατά την οποία μια πρόταση αρχίζει με την ίδια λέξη με την οποία τελειώνει η προηγούμενή της:

Παρ' Ἐρυθραίων χρήματα λαμβάνουσιν. Λαμβάνουσι δ' οἱ μὲν ἔχοντες μίαν ἢ δύο ναῦς ἐλάττονα.

β) Η επαναφορά, η επανάληψη δηλαδή της ίδιας λέξης στην αρχή διαδοχικών προτάσεων για έμφαση:

Οὗτός ἐστιν ὁ σώφρων καὶ οὗτος ὁ ἀνδρεῖος.

γ) Η επιφορά, κατά την οποία διαδοχικές προτάσεις ή περίοδοι τελειώνουν με την ίδια λέξη ή φράση:

Ὅστις ἐν τῷ πρώτῳ λόγῳ τὴν ψῆφον αἰτεῖ, ὅρκον αἰτεῖ, νόμον αἰτεῖ, δημοκρατίαν αἰτεῖ.

δ) Η συμπλοκή, συνδυασμός επαναφοράς και επιφοράς:

Ἐπὶ σαυτὸν καλεῖς, ἐπὶ τοὺς νόμους καλεῖς, ἐπὶ τὴν δημοκρατίαν καλεῖς.

Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

OLYMPIA - ΟΛΥΜΠΙΑ

Στο χώρο αυτό, και οι πέτρες μιλούν,
αρκεί την λαλιά τους να κατέχεις. (κλικ)
Στο χώρο αυτό, το χώμα είναι ζεστό,
αρκεί γονατιστός να το αγγίξεις. (κλικ)
Στο χώρο αυτό, η φλόγα αγρυπνεί,
αρκεί στο μεγαλείο της τη ματιά σου να γυρίσεις. (κλικ)
 Στο χώρο αυτό, το ΕΥΓΕ αντηχεί,
αρκεί στην αντήχηση την ακοή σου να στήσεις. (κλικ)
Στο χώρο αυτό, η νίκη περπατά ξυπόλητη,
αρκεί τα 'χνάρια της να ψάξεις.
Στο χώρο αυτό, η δόξα με εσθήτα περιφέρεται,
αρκεί ανάργυρος στο στίβο να κατέβεις. (κλικ)
 Στο χώρο αυτό, αλλιώς ο αγέρας σε τυλίγει,
αρκεί το πετσί σου να τον νιώσει. (κλικ)
Στο χώρο αυτό, αλλιώς ο ήλιος σε ντύνει,
αρκεί γυμνός απ' όλα να μείνεις. (κλικ)
Στο χώρο αυτό, αλλιώς οι παλμοί σου χτυπούν,
αρκεί στην καρδιά το χέρι να βάλλεις.
                                    DB

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Ρήματα

Ἅγαμαι, εύχρ. η ευκτ. α΄ ενικού ἀγαίμην και γ΄ πληθ. ἄγαιντο (ο τονισμός κατά τα βαρύτονα), παρατ. ἠγά-μην, (μέσ. μέλλ. ἀγά-σομαι), μέσ. αόρ. ἠγα-σάμην, παθ. αόρ. ἠγάσ-θην. Ρημ. επίθ. ἀγασ-τός, ἀξιάγαστος. Παράγ. ἄγασμα (= αντικείμενο θαυμασμού ή λατρείας), επίρρ. (από τη μετοχή) ἀγαμένως (= με θαυμασμό) κτλ.

ἄγνυμι = κατάγνυμι (κατά + ἄγνυμι = σπάζω, τσακίζω), μέλλ. κατάξω, αόρ. κατέαξα (υποτ. κατ-άξω κτλ.). Παθ. κατάγνυμαι, παθ. αόρ. κατεάγην (υποτ. καταγῶ, ευκτ. καταγείην κτλ.), ενεργ. πρκμ. β΄ με παθ. σημασ. κατέαγα (= είμαι τσακισμένος).
 
ἀγορεύω, πρτ. ἠγόρευον, μέλλ. -αγορεύσω και συνήθ. -ερῶ, αόρ. -ηγόρευσα και β΄ -εῖπον, πρκμ. -είρηκα, υπερσ. -ειρήκειν. Παθ. ἀγορεύομαι, πρτ. -ηγορευόμην, μέσ. μέλλ. ως παθ. -αγορεύσομαι, παθ. μέλλ. -ρηθήσομαι, παθ. αόρ. -ηγορεύθην και συνήθ. -ερρήθην, πρκμ. -ειρημαι, υπερσ. -ειρήμην. Παράγ. ἀγόρευσις, ἀγορητής, προσρητέος, προσ-αγορευτέος, ἀπόρρητον κτλ.

ἄγω (= οδηγώ, φέρνω·), πρτ. ἦγον, μέλλ. ἄξω, αόρ. β΄ ἤγαγον, πρκμ. ἦχα και (μτγν.) ἀγήοχα, υπερσ. (μτγν.) ἠγηόχειν. Μέσ. και παθ. ἄγομαι, πρτ. ἠγόμην, μέσ. μέλλ. ἄξομαι, παθ. μέλλ. ἀχθήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ ἠγαγόμην, παθ. αόρ. ἤχθην, πρκμ. ἦγμαι, υπερσ. ἤγμην. Παράγ. ἀγωγή, ἀγωγός, ἀγωγεύς, ἐπακτός, ἐπείσακτος, ἀκτέον κτλ.

ἀδικέω -ῶ, πρτ. ἠδίκουν, μελλ. ἀδικήσω, αόρ. ἠδίκησα, πρκμ. ἠδίκηκα, υπερ. ἠδικήκειν. Μέσ. και παθ. ἀδικοῦμαι, πρτ. ἠδικούμην, μέσος μέλλοντα με σημασία παθητική ἀδικήσομαι (= θ’ αδικηθώ από άλλον), παθ. αόρ. ἠδικήθην, πρκ. ἠδίκημαι, υπερ. ἠδικήμην.

ᾄδω (= ψάλλω, τραγουδώ), πρτ. ᾖδον, μέσ. μέλλ. ως ενεργ. ᾄσομαι, αόρ. ᾖσα. Παθ. ᾄδομαι, παθ. αόρ. ᾔσθην. Παράγ. ἆσμα, ᾠδὴ (από το ἀοιδή), ᾀστέον.

αἰδέομαι -οῦμαι (= ντρέπομαι, σέβομαι), παρατ. ᾐδεόμην -ούμην, μέσ. μέλλ. αἰδέ-σομαι, μέσ. αόρ. ᾐδε-σάμην, παθ. αόρ. ως μέσ. ᾐδέσ-θην, παρακ. ᾔδεσ-μαι. Ρημ. επίθ. αἰδεσ-τός, αἰδεσ-τέον. Παράγ. αἴδε-σις, αἰδέ-σιμος κτλ.

αἰνέω -ῶ, συνήθ. σύνθ. ἐπαινῶ, παραινῶ κτλ., παρατ. ᾔνεον -ουν, μέλλ. αἰνέ-σω, αόρ. ᾔνε-σα, παρακ. ᾔνε-κα. Παθ. αἰνέομαι -οῦμαι, παρατ. ᾐνεόμην -ούμην, μέσ. μέλλ. ως ενεργ. αἰνέ-σομαι, παθ. μέλλ. αἰνεθήσομαι, παθ. αόρ. ᾐνέ-θην, παρακ. ᾔνη-μαι. Ρημ. επίθ. αἰνε-τός, αἰνε-τέος.

αἱρέω -ῶ. (= πιάνω, κυριεύω), παρατ. ᾕρεον -ουν, μέλλ. αἱρήσω, αόρ. εἷλον, παρακ. ᾕρη-κα, υπερσ. ᾑρή-κειν. (Ως παθ. του αἱρέω χρησιμεύει το ρ. ἁλίσκομαι = πιάνομαι, κυριεύομαι). Μέσ. με ενεργ. σημασία αἱρέομαι -οῦμαι (= εκλέγω, προτιμώ), παρατ. ᾑρεόμην -ούμην, μέλλ. αἱρή-σομαι, αόρ. β΄ εἱλ-όμην, παρακ. ᾕρη-μαι, υπερσ. ᾑρή-μην. Παθ. αἱρέομαι -οῦμαι (= εκλέγομαι, προτιμιέμαι), παρατ. ᾑρεόμην -ούμην, μέλλ. αἱρε-θήσομαι, αόρ. ᾑρέ-θην, παρακ. ᾕρη-μαι, υπερσ. ᾑρή-μην,συντελ. μέλλ. ᾑρή-σομαι, ή ᾑρη-μένος ἔσομαι.

αἴρω (= σηκώνω), πρτ. ᾖρον, μέλλ. ἀρῶ, αόρ. ἦρα (υποτ. ἄρω, προστ. ἆρον κτλ.), πρκμ. ἦρκα, ύπερσ. ἤρκειν. Μέσ. και παθ. αἴρομαι, πρτ. ᾐρόμην, μέσ. μέλλ. ἀροῦμαι, μέσ. αόρ. ἠράμην, παθ. αόρ. ἤρθην (και ως μέσ.), πρκμ. ἦρμαι, υπερσ. ἤρμην. Παράγ. ἄρσις, ἄρμα (= το βάρος που σηκώνει κανείς), ἄρδην κτλ.

αἰσθάνομαι (αποθ. μέσ.), πρτ. ᾐσθανόμην, μέσ. μέλλ. αἰσθήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ ᾐσθόμην, πρκμ. ᾔσθημαι, υπερσ. ᾐσθήμην. Παράγ. αἴσθημα, αἴσθησις, αἰσθητὸς (εὐαίσθητος, ἀναίσθητος).

αἰτιάομαι -ῶμαι (αποθ. μεικτό). (= κατηγορῶ), παρατ. ᾐτιᾰόμην -ώμην, μέσ. μέλλ. αἰτιᾱ ΄-σομαι, (παθ. μέλλ. αἰτιᾱ-θήσομαι, μεταγ.), μέσ. αόρ. ᾐτιᾱ-σάμην, παθ. αόρ. ᾐτιᾱ ΄-θην, παρακ. ᾐτίᾱ-μαι, υπερσ. ᾐτιᾱ ΄-μην. Ρημ. επίθ. αἰτιᾱ-τέος.

ἀκέομαι -οῦμαι (αποθ. ενεργ.) (= θεραπεύω), μέλλ. ἀκοῦμαι, αόρ. ἠκεσάμην. Ρημ. επίθ. ἀκεστός (ἀνήκεστος).

ἀκούω. πρτ. ἤκουον, μέσ. μέλλ. ως ενεργ. ἀκούσομαι, αόρ. ἤκουσα, πρκμ. ἀκήκοα, υπερσ. ἠκηκόειν. Παθ. ἀκούομαι, παθ. μέλλ. ἀκουσθήσομαι, παθ. αόρ. ἠκούσθην. Ρηματ. επίθ. ἀκουστός, ἀκουστέος.

ἀλέω -ῶ. (= αλέθω), (ποιητ. και μεταγεν. παρατ. ἤλεον -ουν, αόρ. ἤλεσα, παρακ. με αττ. αναδιπλ. ἀλ-ήλε-κα. Παθ. αόρ. ἠλέ-σ-θην), παρακ. ἀλ-ήλε-(σ)-μαι. Παράγ. ἄλε-σις, ἄλε-σ-μα, ἀλε-σ-μός, ἀλέ-της (= αυτός που αλέθει, ὄνος ἀλέτης = μυλόπετρα), ἀλε-τρὶς (= γυναίκα που αλέθει), ἀλε-τὸς (= άλεσμα).

ἁλίσκομαι (= πιάνομαι, κυριεύομαι· αποθ., παθ. του αἱρέω -ῶ), πρτ. ἡλισκόμην, μέσ. μέλλ. με παθ. σημασ. ἁλώσομαι, ενεργ. αόρ. β΄ με παθ. σημασ. ἑάλων και σπάν. με συναίρεση ἥλων (υποτ. ἁλῶ, -ῷς, -ῷ κτλ., ευκτ. ἁλοίην, απαρ. ἁλῶναι, μετ. ἁλούς), πρκμ. ἑάλωκα και σπάν. με συναίρ. ἥλωκα, υπερσ. ἡλώκειν. Παράγ. ἅλωσις, ἁλωτός, εὐάλωτος κτλ.

ἁμαρτάνω (= αποτυχαίνω, λαθεύω) πρτ. ἡμάρτανον, μέσ. μέλλ. μ’ ενεργ. σημασ. ἁμαρτήσομαι, αόρ. β΄ ἥμαρτον, πρκμ. ἡμάρτηκα, υπερσ. ἡμαρτήκειν. Παθ. ἁμαρτάνομαι και συνήθ. ως απρόσ. ἁμαρτάνεται, πρτ. ἡμαρτάνετο, παθ. αόρ. ἡμαρτήθη, πρκμ. ἡμάρτηται, υπερσ. ἡμάρτητο. Παράγ. ἁμαρτία, ἁμάρτημα, ἁμαρτωλός, ἀναμάρτητος, ἐπεξαμαρτητέον κτλ.

ἀμφιέννυμι (ἀμφί + ἕν-νυ-μι = ντύνω), πρτ. ἠμφιέννυν, μέλλ. συνηρ. ἀμφιῶ, - εῖς, -εῖ κτλ., αόρ. ἠμφίεσα. Μέσ. ἀμφιέννυμαι, (πρτ. ἠμφιεννύμην), μέσ. μέλλ. ἀμφιέσομαι, πρκμ. ἠμφίεσμαι. Παράγ. ἀμφίεσις, ἀμφίεσμα, εἷμα, ἐσθὴς, ἱμάτιον (υποκορ. από το εἷμα, ἷμα).

ἀναλίσκω και ἀναλόω -ῶ (= ξοδεύω), πρτ. ἀνήλισκον και ἀνήλουν, μέλλ. ἀναλώσω, αόρ. ἀνήλωσα, πρκμ. ἀνήλωκα. Μέσ. και παθ. ἀναλίσκομαι και σπάν. ἀναλόομαι -οῦμαι, πρτ. ἀνηλισκόμην και ἀνηλούμην, παθ. μέλλ. ἀναλωθήσομαι, παθ. αόρ. ἀνηλώθην, πρκμ. ἀνήλωμαι, υπερσ. ἀνηλώμην. Παράγ. ἀνάλωμα, ἀνάλωσις, ἀναλωτής, ἀναλωτέος κτλ.

ἀνιάω -ῶ (= λυπώ, στενοχωρώ), πρτ. ἠνίαον -ων, μέλλ. ἀνιᾶ΄σω, αόρ. ἠνίᾱσα. Μέσ. ἀνιῶμαι, πρτ. ἠνιώμην, μέσ. μέλλ. ἀνιᾱ΄σομαι, παθ. αόρ. ως μέσ. ἠνιᾱ΄θην. Παράγ. ἀνιᾱρὸς κτλ.

ἀνοίγω και ἀνοίγνυμι (ἀνὰ + οἰγω), πρτ. ἀνέῳγον, μέλλ. ἀνοίξω, αόρ. ἀνέῳξα, πρκμ. ἀνέῳχα. Παθ. ἀνοίγομαι, πρτ. ἀνεῳγόμην, παθ. αόρ. ἀνεῴχθην, πρκμ. ἀνέῳγμαι, υπερσ. ἀνεῴγμην, συντελ. μέλλ. ἀνεῴξομαι (= θα είμαι ανοιχτός). Παράγ. ἄνοιγμα, ἄνοιξις, ἀνοικτός, ἀνοικτέον.

ἀνύω και ἀνύτω (ή ἁνύτω). (= τελειώνω), πρτ. ἤνυον και ἤνυτον, μέλλ. ἀνῠ'σω, αόρ. ἤνῠσα, πρκμ. ἤνῠκα. Παθ. ἀνύτομαι, μέσ. αόρ. ἠνῠσάμην, παθ. αόρ. ἠνῠ΄σθην, πρκμ. ἤνῠσμαι. Ρηματ. επίθ. ἀνυστός

ἀπεχθάνομαι (αποθ. = γίνομαι μισητός), πρτ. ἀπηχθανόμην, μέσ. μέλλ. με παθ. σημασ. ἀπεχθήσομαι, μέσ. αόρ. β΄ με παθ. σημασ. ἀπηχθόμην, πρκμ. ἀπήχθημαι, υπερσ. ἀπηχθήμην.

(ἀπο)δειλιάω -ῶ. (= είμαι δειλός, δεν τολμώ), παρατ. ἀπ-ε-δειλίᾰον -ων, μέλλ. ἀπο-δειλιᾱ'-σω, αόρ. ἀπ-ε-δειλίᾱ-σα, παρακ. ἀπο-δε-δειλίᾱ-κα. Ρημ. επίθ. ἀπο-δειλιᾱ-τέον.

(ἀπο)διδράσκω (= δραπετεύω), πρτ. ἀπεδίδρασκον, μέσ. μέλλ. μ’ ενεργ. σημασ. ἀποδράσομαι, αόρ. β΄ ἀπέδραν, πρκμ. ἀποδέδρακα, υπερσ. ἀπεδεδράκειν. Παράγ. ἀπόδρασις, ἄδραστος (= εκείνος που δεν μπορεί να ξεφύγει).

(ἀπο)θνῄσκω, πρτ. ἀπέθνῃσκον, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) ἀποθανοῦμαι, αόρ. β΄ ἀπέθανον, πρκμ. τέθνηκα, υπερσ. ἐτεθνήκειν, συντελ. μέλλ. τεθνήξω. Παράγ. θνητός.

ἀπόλλυμι και ἀπολλύω (= καταστρέφω, χάνω), πρτ. ἀπώλλυν και ἀπώλλυον, μέλλ. (συνηρ.) ἀπολῶ, αόρ. ἀπώλεσα, πρκμ. ἀπολώλεκα, υπερσ. ἀπωλωλέκειν, συντελ. μέλλ. ἀπολωλεκὼς ἔσομαι. Παθ. ἀπόλλυμαι, πρτ. ἀπωλλύμην, μέσ. μέλλ. (συνηρ.) ἀπολοῦμαι, μέσ. αόρ. β΄ με παθ. σημασ. ἀπωλόμην, ενεργ. πρκμ. β΄ με παθ. σημασ. ἀπόλωλα, υπερσ. ἀπωλώλειν. Παράγ. ὀλετήρ, ὄλεθρος, ἀπώλεια, πανώλης, ἐξώλης (= ολότελα χαμένος), προώλης (= χαμένος από πριν, άξιος να χαθεί πρόωρα).

ἀρέσκω, πρτ. ἤρεσκον, μέλλ. ἀρέσω, αόρ. ἤρεσα. Μέσ. ἀρέσκομαι, πρτ. ἠρεσκόμην, μέσ. αόρ. ἠρεσάμην. Παράγ. ἀρεστὸς (εὐάρεστος, δυσάρεστος) κτλ.

ἀρκέω -ῶ. παρατ. ἤρκεον -ουν, μέλλ. ἀρκέ-σω, αόρ. ἤρκε-σα. Παθ. ἀρκέομαι -οῦμαι, εύχρ. το γ΄ εν. ἀρκεῖται (μεταγεν. παθ. μέλλ. ἀρκεσ-θήσομαι, παθ. αόρ. ἠρκέσ-θην, παρακ. ἤρκεσ-μαι). Παράγ. ἄρκε-σις (= επικουρία, υπηρεσία), ἄρκεσ-μα (= βοήθεια), ἀρκε-τὸς κτλ.

ἀρόω -ῶ. (= αλετρίζω, οργώνω), αόρ. ἤρο-σα. Παθ. ἀρόομαι -οῦμαι. Ρημ. επίθ. ἀρο-τός. Παράγ. ἄρο-τος, ἄρο-σις, ἀρό-σιμος, ἀρο-τήρ, ἄρο-τρον κτλ.

αὔξω και αὐξάνω, πρτ. ηὔξανον και ηὖξον, μέλλ. αὐξήσω, αόρ. ηὔξησα, πρκμ. ηὔξηκα. Μέσ. και παθ. αὔξομαι και αὐξάνομαι, πρτ. ηὐξόμην και ηὐξανόμην, μέσ. μέλλ. αὐξήσομαι, παθ. μέλλ. αὐξηθήσομαι, παθ. αόρ. ηὐξήθην, πρκμ. ηὔξημαι, υπερσ. ηὐξήμην. Παράγ. αὔξησις, αὐξητός, αὐξητέον κτλ.

ἀφικνέομαι -οῦμαι (αποθ. = φθάνω), πρτ. ἀφικνούμην, μέσ. μέλλ. ἀφίξομαι, μέσ. αόρ. β΄ ἀφικόμην, πρκμ. ἀφῖγμαι, υπερσ. ἀφίγμην. Παράγ. ἄφιξις, ἐφικτὸς (ἀνέφικτος) κτλ.

ἄχθομαι (αποθ. = στενοχωριέμαι, αγανακτώ), πρτ. ἠχθόμην, μέσ. μέλλ. ἀχθέσομαι, παθ. αόρ. με μέσ. σημασ. ἠχθέσθην.