Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Το φαινόμενο της έλξης του αναφορικού

Ένα από τα συντακτικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που συνήθως δυσκολεύουν τους μαθητές και τις μαθήτριες του Λυκείου είναι η έλξη του αναφορικού! 

Η φαινόμενο της έλξης αφορά τη σχέση ανάμεσα στην αναφορική αντωνυμία που εισάγει την αναφορική πρόταση και το προσδιοριζόμενο από την αναφορική πρόταση όνομα (τον όρο αναφοράς), που συνήθως είναι ένα ουσιαστικό!
 
Σύμφωνα με τους κανόνες του συντακτικού, η αντωνυμία που εισάγει την αναφορική πρόταση συμφωνεί με το προσδιοριζόμενο όνομα κατά γένος και αριθμό, όμως η πτώση της προκύπτει από τη συντακτική θέση της ίδιας της αντωνυμίας μέσα στην αναφορική πρόταση, όπου και βρίσκεται. 

Για παράδειγμα, στην περίοδο,

η αναφορική αντωνυμία , που εισάγει την αναφορική πρόταση , τοποθετείται σε θηλυκό γένος και ενικό αριθμό, συμφωνώντας με το προσδιοριζόμενο όνομα κατά γένος και αριθμό, όμως τίθεται σε πτώση αιτιατική, διότι συντακτικά λειτουργεί ως αντικείμενο στο ρήμα που συντάσσεται με πτώση αιτιατική.
Όμως, πολύ συχνά, η αναφορική αντωνυμία έλκεται από την πτώση του προσδιοριζόμενου ονόματος. 

Στο προηγούμενο παράδειγμα,

η αντωνυμία είναι πιθανό μέσα στο αρχαίο κείμενο να έχει τοποθετηθεί σε πτώση γενική και όχι σε αιτιατική, επηρεασμένη από τη γενική πτώση του προσδιοριζόμενου ονόματος .
Σ’ αυτήν την περίπτωση, η αντωνυμία που εισάγει την αναφορική πρόταση συμφωνεί κατά γένος, αριθμό και πτώση με το προσδιοριζόμενο όνομα και, παρότι η απόδοση της πρότασης στα νέα ελληνικά δεν έχει καμία διαφορά με πριν, είναι φανερό ότι η αντωνυμία δεν μπορεί πια να συνταχθεί μέσα στην αναφορική πρόταση, παρά μόνο αν την μετατρέψουμε σε αιτιατική.
Ας δούμε λίγα ακόμα παραδείγματα:

Πάντως, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι κάθε φορά που η αναφορική αντωνυμία συμφωνεί στην πτώση με το προσδιοριζόμενο όνομα δεν είναι βέβαιο ότι υπάρχει έλξη του αναφορικού, διότι η συγκεκριμένη πτώση είναι δυνατό να υπαγορεύεται και από την ίδια τη συντακτική θέση της αντωνυμίας μέσα στην αναφορική πρόταση. 
Για παράδειγμα, στην περίοδο

η αναφορική αντωνυμία τοποθετείται μεν στην ίδια πτώση με το προσδιοριζόμενο όνομα (δηλαδή σε γενική), όμως η γενική είναι η πτώση που υπαγορεύεται και από τη συντακτική θέση της αντωνυμίας μέσα στην αναφορική πρόταση, καθώς το ρήμα συντάσσεται με αντικείμενο σε πτώση γενική.
Τέλος, αξίζει να γίνει μια σύντομη αναφορά και στο φαινόμενο της... αντίστροφης έλξης, που δεν είναι σπάνιο στα αρχαία κείμενα. Πρόκειται για την περίπτωση που δεν υφίσταται έλξη η αναφορική αντωνυμία από το προσδιοριζόμενο όνομα, αλλά η πτώση του ονόματος έλκεται από την πτώση της αναφορικής αντωνυμίας. 
Για παράδειγμα, στην περίοδο του Ξενοφώντα

η αναφορική αντωνυμία δεν επηρεάζεται από το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό , καθώς τίθεται – συντακτικά ορθά – σε πτώση αιτιατική με βάση τη σύνταξη της πρόθεσης . Αντίθετα όμως, το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό είναι αυτό που έλκεται αυτή τη φορά ως προς την πτώση από την αναφορική αντωνυμία. Διότι το ουσιαστικό ως υποκείμενο του βοηθητικού ρήματος θα έπρεπε να τίθεται σε πτώση ονομαστική και όχι σε πτώση αιτιατική. Έτσι, η περίοδος θα έπρεπε να εμφανίζεται ως εξής:

από philologika
για ασκήσεις κάνε κλικ εδώ

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Θουκυδίδου Περικλέους Επιτάφιος (Β, 34)

Θουκυδίδου, Ιστοριών, Β, 34

Η κηδεία των πρώτων νεκρών του πολέμου

 Αρχαίο Κείμενο

[34]  ᾿Εν δὲ τῷ αὐτῷ χειμῶνι ᾿Αθηναῖοι τῷ πατρίῳ νόμῳ χρώμενοι δημοσίᾳ ταφὰς ἐποιήσαντο τῶν ἐν τῷδε τῷ πολέμῳ πρώτων ἀποθανόντων τρόπῳ τοιῷδε. τὰ μὲν ὀστᾶ προτίθενται τῶν ἀπογενομένων πρότριτα σκηνὴν ποιήσαντες, καὶ ἐπιφέρει τῷ αὑτοῦ ἕκαστος ἤν τι βούληται· ἐπειδὰν δὲ ἡ ἐκφορὰ ᾖ, λάρνακας κυπαρισσίνας ἄγουσιν ἅμαξαι, φυλῆς ἑκάστης μίαν· ἔνεστι δὲ τὰ ὀστᾶ ἧς ἕκαστος ἦν φυλῆς. μία δὲ κλίνη κενὴ φέρεται ἐστρωμένη τῶν ἀφανῶν, οἳ ἂν μὴ εὑρεθῶσιν ἐς ἀναίρεσιν. ξυνεκφέρει δὲ ὁ βουλόμενος καὶ ἀστῶν καὶ ξένων, καὶ γυναῖκες πάρεισιν αἱ προσήκουσαι ἐπὶ τὸν τάφον ὀλοφυρόμεναι. τιθέασιν οὖν ἐς τὸ δημόσιον σῆμα, ὅ ἐστιν ἐπὶ τοῦ καλλίστου προαστείου τῆς πόλεως, καὶ αἰεὶ ἐν αὐτῷ θάπτουσι τοὺς ἐκ τῶν πολέμων, πλήν γε τοὺς ἐν Μαραθῶνι· ἐκείνων δὲ διαπρεπῆ τὴν ἀρετὴν κρίναντες αὐτοῦ καὶ τὸν τάφον ἐποίησαν. ἐπειδὰν δὲ κρύψωσι γῇ, ἀνὴρ ᾑρημένος ὑπὸ τῆς πόλεως, ὃς ἂν γνώμῃ τε δοκῇ μὴ ἀξύνετος εἶναι καὶ ἀξιώσει προήκῃ, λέγει ἐπ' αὐτοῖς ἔπαινον τὸν πρέποντα· μετὰ δὲ τοῦτο ἀπέρχονται. ὧδε μὲν θάπτουσιν· καὶ διὰ παντὸς τοῦ πολέμου, ὁπότε ξυμβαίη αὐτοῖς, ἐχρῶντο τῷ νόμῳ. ἐπὶ δ' οὖν τοῖς πρώτοις τοῖσδε Περικλῆς ὁ Ξανθίππου ᾑρέθη λέγειν. καὶ ἐπειδὴ καιρὸς ἐλάμβανε, προελθὼν ἀπὸ τοῦ σήματος ἐπὶ βῆμα ὑψηλὸν πεποιημένον, ὅπως ἀκούοιτο ὡς ἐπὶ πλεῖστον τοῦ ὁμίλου, ἔλεγε τοιάδε.


Μετάφραση από τον Ελευθέριο Βενιζελο

Κατά την διάρκειαν του ιδίου χειμώνος, οι Αθηναίοι, συμμορφούμενοι προς πατροπαράδοτον έθιμον, ετέλεσαν δημοσία δαπάνη την κηδείαν των πρώτων νεκρών του παρόντος πολέμου. Η επιτάφιος αυτή τελετή γίνεται κατά τον εξής τρόπον: Αφού στήσουν επί τούτω εξέδραν, τοποθετούνται επάνω εις αυτήν την προπαραμονήν της εκφοράς τα οστά των πεσόντων, και ο καθείς φέρει εις τον νεκρόν του ο,τι επιτάφιον δώρον θέλει. Όταν έλθη η ώρα της εκφοράς, άμαξαι κομίζουν λάρνακας κυπαρισσίνας, μίαν δι' εκάστην φυλήν, και τα οστά εκάστου τοποθετούνται εις την λάρνακα της ιδικής του φυλής. Δια τους αγνοουμένους, όσους δεν κατώρθωσαν να εύρουν και συλλέξουν, φέρουν επάνω εις τα χέρια κενόν φέρετρον με επίστρωμα. Καθείς που θέλει, είτε πολίτης, είτε ξένος, ημπορεί να λάβη μέρος εις την εκφοράν, και αι συγγενείς ακόμη γυναίκες προσέρχονται εις τον τόπον του ενταφιασμού ολοφυρόμεναι. Αι λάρνακες τοποθετούνται εις το δημόσιον μνημείον, το οποίον κείται εις το ωραιότερον προάστειον της πόλεως, και εις το οποίον θάπτονται ανέκαθεν οι πεσόντες εις τον πόλεμον, πλην των πεσόντων εις τον Μαραθώνα. Διότι επειδή εθεώρησαν την ανδρείαν των τελευταίων αυτών ολωσδιόλου εξαιρετικήν τους έθαψαν εκεί όπου έπεσαν. Αφού τοποθετηθούν τα οστά υπό την γην, ρήτωρ, ο οποίος έχει ορισθή υπό της πόλεως και ο οποίος όχι μόνον θεωρείται προικισμένος με μεγάλην σύνεσιν, αλλά και στέκει υψηλά εις την κοινήν εκ-τίμησιν, απαγγέλλει προς τιμήν των πεσόντων το κατάλληλον εγκώμιον. Και μετά τούτο απέρχονται. Κατά τον τρόπον τούτον γίνεται η κηδεία, και καθ' όλην την διάρκειαν του πολέμου, οσάκις παρουσιάσθη περίστασις, συνεμορφώθησαν προς το έθιμον τούτο. Προς τιμήν λοιπόν των πρώτων αυτών θυμάτων του πολέμου, επεφορτίσθη να ομιλήση ο Περικλής, υιός του Ξανθίππου. Και όταν ήλθεν η κατάλληλος στιγμή, επροχώρησεν από το μνημείον εις το βήμα, το οποίον είχε κατασκευασθή υψηλόν, δια ν' ακούεται από όσον το δυνατόν περισσοτέρους από τους συναθροισθέντας, και ωμίλησεν ως εξής περίπου:


Σχόλια

᾿Εν δὲ τῷ αὐτῷ χειμῶνι: Το πρώτο σημαντικό γεγονός του 1ου χειμώνα του πολέμου (431) ήταν ο επίσημος ενταφιασμός των νεκρών. 

μία δὲ κλίνη κενὴ φέρεται ἐστρωμένη τῶν ἀφανῶν, οἳ ἂν μὴ εὑρεθῶσιν ἐς ἀναίρεσιν.: Αφανείς ( άφαντοι, εξαφανισμένοι ) ήταν η τυπική ονομασία των σκοτωμένων των οποίων τα πτώματα δεν έβρισκαν μετά τη μάχη για να τα θάψουν. Σύμφωνα με τις βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις των Ελλήνων, οι ψυχές όσων δεν τάφηκαν, βασανίζονταν μεταθανάτια. Γι’ αυτό ήταν απόλυτα επιβεβλημένη υποχρέωση των ζωτανών να τους θάψουν.Ταφή ήταν και το να ενταφιάσουν ομοιώματα, είδωλα νεκρών, ή να κάνουν εικονική, συμβολική τελετή ταφής. (Μαρτυρίες για συμβολική ταφή συναντάμε στον Ηρόδοτο και τον Ευρυπίδη). Η ελληνική συμβολική ταφή των νεκρών αναζεί στα νεώτερα κράτη με τη μορφη των μνημείων του Άγνωστου Στρατιώτη (μετά τον Α΄παγκοσμιο Πόλεμο).

πάρεισιν αἱ προσήκουσαι ἐπὶ τὸν τάφον ὀλοφυρόμεναι.: Οι ολοφυρμοί των γυναικών ήταν απαραίτητο στοιχείο των επικηδείων τιμών, γιατί ήταν πολύ κακό για τη μεταθανάτια τύχη του νεκρού το να θαφτεί άκλαυτος.

πλήν γε τοὺς ἐν Μαραθῶνι·: Κατά τιμητική εξαίρεση οι 192 μαχητές που σκοτώθηκαν στο Μαραθώνα τάφηκαν στο χώρο που έγινε η μάχη σε ιδιαίτερο κοινό τάφο, τον τύμβο ή σωρό του Μαραθώνα. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι επάνω στον τύμβο υπήρχαν στήλες με τα ονόματα των νεκρών κατά φυλές. Έγιναν επιπλέον και άλλοι δυο τάφοι, ένας για τους Πλαταιείς και ένας για τους δούλους.

H εναλλαγή των χρόνων των ρημάτων  (ενεστώτα- αορίστου ) κατά την αφήγηση των γεγονότων από το Θουκυδίδη.:Ο αόριστος εποιήσαντο παρουσιάζει τη συγκεκριμένη τελετή προς τιμή των συγκεκριμένων νεκρών του πρώτου χρόνου, όπως έγινε σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Οι αλλεπάλληλοι ενεστώτες που ακολουθούν δραματοποιούν την ταφή των νεκρών του μεγάλου πολέμου, δίνουν δηλαδή την εντύπωση ότι η ταφή τελείται μπροστά στα μάτια όλων των μεταπολεμικών αναγνωστών

Δέλτα Βήτα

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

ἅμα ἦρι ἀρχομένῳ


ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΝΕΑΣ ΠΕΝΤΕΛΗΣ
ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ
                        Σχολ. Έτος 2010-2011

ΑΓΝΩΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

2/12/2010


 

Θέμα 1ο


 
ἅμα ἦρι ἀρχομένῳ Θηβαίων ἄνδρες ὀλίγῳ πλείους τριακοσίων …

 
ἐσῆλθον περὶ πρῶτον ὕπνον ξὺν ὅπλοις ἐς Πλάταιαν τῆς Βοιωτίας

 
οὖσαν ᾿Αθηναίων ξυμμαχίδα. ἐπηγάγοντο δὲ καὶ ἀνέῳξαν τὰς πύλας

 
Πλαταιῶν ἄνδρες, Ναυκλείδης τε καὶ οἱ μετ' αὐτοῦ, βουλόμενοι ἰδίας

 
ἕνεκα δυνάμεως ἄνδρας τε τῶν πολιτῶν τοὺς σφίσιν ὑπεναντίους

 
διαφθεῖραι καὶ τὴν πόλιν Θηβαίοις προσποιῆσαι…. προϊδόντες γὰρ

 
οἱ Θηβαῖοι ὅτι ἔσοιτο ὁ πόλεμος ἐβούλοντο τὴν Πλάταιαν αἰεὶ σφίσι

 
διάφορον οὖσαν ἔτι ἐν εἰρήνῃ τε καὶ τοῦ πολέμου μήπω φανεροῦ

 
καθεστῶτος προκαταλαβεῖν. ᾗ καὶ ῥᾷον ἔλαθον ἐσελθόντες, φυλακῆς

 
οὐ προκαθεστηκυίας. θέμενοι δὲ ἐς τὴν ἀγορὰν τὰ ὅπλα τοῖς μὲν

 
ἐπαγαγομένοις οὐκ ἐπείθοντο ὥστε εὐθὺς ἔργου ἔχεσθαι καὶ ἰέναι

 
ἐπὶ τὰς οἰκίας τῶν ἐχθρῶν, γνώμην δ' ἐποιοῦντο κηρύγμασί τε

 
χρήσασθαι ἐπιτηδείοις καὶ ἐς ξύμβασιν μᾶλλον καὶ φιλίαν τὴν πόλιν

 
ἀγαγεῖν (καὶ ἀνεῖπεν ὁ κῆρυξ, εἴ τις βούλεται κατὰ τὰ πάτρια τῶν

 
πάντων Βοιωτῶν ξυμμαχεῖν, τίθεσθαι παρ' αὑτοὺς τὰ ὅπλα),

 

 
νομίζοντες σφίσι ῥᾳδίως τούτῳ τῷ τρόπῳ προσχωρήσειν τὴν πόλιν.

 

[3] οἱ δὲ Πλαταιῆς ὡς ᾔσθοντο ἔνδον τε ὄντας τοὺς Θηβαίους καὶ

 
ἐξαπιναίως κατειλημμένην τὴν πόλιν, καταδείσαντες καὶ νομίσαντες

 
πολλῷ πλείους ἐσεληλυθέναι (οὐ γὰρ ἑώρων ἐν τῇ νυκτί)


 
πρὸς ξύμβασιν ἐχώρησαν καὶ τοὺς λόγους δεξάμενοι ἡσύχαζον,

 
ἄλλως τε καὶ ἐπειδὴ ἐς οὐδένα οὐδὲν ἐνεωτέριζον.

 
πράσσοντες δέ πως ταῦτα κατενόησαν οὐ πολλοὺς τοὺς Θηβαίους


 

ὄντας καὶ ἐνόμισαν ἐπιθέμενοι ῥᾳδίως κρατήσειν·


 


 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ


 

  1. Να μελετήσεις το κείμενο που επεξεργαστήκαμε και να γράψεις τη μετάφραση.
  2. να συντάξεις το υπόλοιπο κείμενο και να γράψεις τη μετάφρασή του (με μολύβι).
(Είναι πολύ σημαντικό τις εργασίες στο σπίτι να τις κάνεις μόνος/η. Από τα τυχόν λάθη μας μαθαίνουμε περισσότερα!)


 
B.Δ.

 


 


 


 


 


 


 


 


 

Άγνωστο Κείμενο 2o

Ενδιαφέροντα αποσπάσματα από τον Ξενοφώντα!!!


 


 

ἐν τούτῳ δ᾽ ἐπῄει καὶ Κῦρος καὶ ἐπύθετο τὸ πρᾶγμα· εὐθὺς δ᾽ ἔλαβε τὰ

 
παλτὰ εἰς τὰς χεῖρας καὶ σὺν τοῖς παροῦσι τῶν πιστῶν ἧκεν ἐλαύνων

 
εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει τάδε. [1.5.16] Κλέαρχε καὶ Πρόξενε καὶ οἱ ἄλλοι

 
οἱ παρόντες Ἕλληνες, οὐκ ἴστε ὅ,τι ποιεῖτε.

 

 
ὃ οὐ δυνατόν ἐστιν. [1.3.18] ἀλλ᾽ ἐγώ φημι ταῦτα μὲν φλυαρίας εἶναι·

 
δοκεῖ δέ μοι ἄνδρας ἐλθόντας πρὸς Κῦρον οἵτινες ἐπιτήδειοι σὺν

 
Κλεάρχῳ ἐρωτᾶν ἐκεῖνον τί βούλεται ἡμῖν χρῆσθαι·

 

 
ἔδοξε ταῦτα, καὶ ἄνδρας ἑλόμενοι σὺν Κλεάρχῳ πέμπουσιν οἳ ἠρώτων

 
Κῦρον τὰ δόξαντα τῇ στρατιᾷ.

 

 

Κῦρος δὲ συγκαλέσας τοὺς στρατηγοὺς εἶπεν·


 
--ἀπολελοίπασιν ἡμᾶς Ξενίας καὶ Πασίων. ἀλλ᾽ εὖ γε μέντοι

 
ἐπιστάσθων ὅτι οὔτε ἀποδεδράκασιν· οἶδα γὰρ ὅπῃ οἴχονται· οὔτε

 
ἀποπεφεύγασιν· ἔχω γὰρ τριήρεις ὥστε ἑλεῖν τὸ ἐκείνων πλοῖον· ἀλλὰ

 
μὰ τοὺς θεοὺς οὐκ ἔγωγε αὐτοὺς διώξω, οὐδ᾽ ἐρεῖ οὐδεὶς ὡς ἐγὼ ἕως μὲν

 
ἂν παρῇ τις χρῶμαι, ἐπειδὰν δὲ ἀπιέναι βούληται, συλλαβὼν καὶ

 
αὐτοὺς κακῶς ποιῶ καὶ τὰ χρήματα ἀποσυλῶ. ἀλλὰ ἴτωσαν, εἰδότες ὅτι

 
κακίους εἰσὶ περὶ ἡμᾶς ἢ ἡμεῖς περὶ ἐκείνους.

 

 
ἀποθνῄσκοντος γὰρ αὐτοῦ πάντες οἱ περὶ αὐτὸν φίλοι καὶ συντράπεζοι

 
ἀπέθανον μαχόμενοι ὑπὲρ Κύρου πλὴν Ἀριαίου· οὗτος δὲ τεταγμένος

 
ἐτύγχανεν ἐπὶ τῷ εὐωνύμῳ τοῦ ἱππικοῦ ἄρχων· ὡς δ᾽ ᾔσθετο Κῦρον

 
πεπτωκότα, ἔφυγεν ἔχων καὶ τὸ στράτευμα πᾶν οὗ ἡγεῖτο.

 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 

Αισχίνη «Κατά Τιμάρχου»

 
Kείμενο 3ο

 

 
Σκέψασθε γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅσην πρόνοιαν περὶ σωφροσύνης

 
ἐποιήσατο ὁ Σόλων ἐκεῖνος, ὁ παλαιὸς νομοθέτης, καὶ ὁ Δράκων καὶ οἱ

 
κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους νομοθέται. [7] Πρῶτον μὲν γὰρ περὶ τῆς

 
σωφροσύνης τῶν παίδων τῶν ἡμετέρων ἐνομοθέτησαν, καὶ διαρρήδην

 
ἀπέδειξαν, ἃ χρὴ τὸν παῖδα τὸν ἐλεύθερον ἐπιτηδεύειν, καὶ ὡς δεῖ

 
αὐτὸν τραφῆναι, ἔπειτα δεύτερον περὶ τῶν μειρακίων, τρίτον δ᾽ ἐφεξῆς

 
περὶ τῶν ἄλλων ἡλικιῶν, οὐ μόνον περὶ τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν

 
ῥητόρων. Καὶ τούτους τοὺς νόμους ἀναγράψαντες ὑμῖν

 
παρακατέθεντο, καὶ ὑμᾶς αὐτῶν ἐπέστησαν φύλακας. [8] Βούλομαι δὴ

 
καὶ ἐγὼ νυνὶ πρὸς ὑμᾶς τὸν αὐτὸν τρόπον χρήσασθαι τῷ λόγῳ ὅνπερ

 
τοῖς νόμοις ὁ νομοθέτης. Πρῶτον μὲν γὰρ διέξειμι πρὸς ὑμᾶς τοὺς

 
νόμους οἳ κεῖνται περὶ τῆς εὐκοσμίας τῶν παίδων τῶν ὑμετέρων, ἔπειτα

 
δεύτερον τοὺς περὶ τῶν μειρακίων, τρίτον δ᾽ ἐφεξῆς τοὺς περὶ τῶν

 
ἄλλων ἡλικιῶν, οὐ μόνον περὶ τῶν ἰδιωτῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν

 
ῥητόρων· οὕτω γὰρ ἄν μοι μάλιστα ὑπολαμβάνω τοὺς λόγους εὐμαθεῖς

 
γενέσθαι. Ἅμα δὲ καὶ βούλομαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, διεξελθεῖν πρῶτον

 
πρὸς ὑμᾶς, ὡς ἔχουσιν οἱ νόμοι οἱ τῆς πόλεως, πάλιν δὲ μετὰ τοῦτο

 
ἀντεξετάσαι τοὺς τρόπους τοὺς Τιμάρχου· εὑρήσετε γὰρ αὐτὸν

 
ἐναντίως ἅπασι τοῖς νόμοις βεβιωκότα.

 

 
[17] Ἴσως ἂν οὖν τις θαυμάσειεν ἐξαίφνης ἀκούσας, τί δή ποτ᾽ ἐν τῷ

 
νόμῳ τῷ τῆς ὕβρεως προσεγράφη τοῦτο τὸ ῥῆμα, τὸ τῶν δούλων. τοῦτο

 
δὲ ἐὰν σκοπῆτε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, εὑρήσετε ὅτι πάντων ἄριστα ἔχει·

 
οὐ γὰρ ὑπὲρ τῶν οἰκετῶν ἐσπούδασεν ὁ νομοθέτης, ἀλλὰ βουλόμενος

 
ὑμᾶς ἐθίσαι πολὺ ἀπέχειν τῆς τῶν ἐλευθέρων ὕβρεως, προσέγραψε

 
μηδ᾽ εἰς τοὺς δούλους ὑβρίζειν. Ὃλως δὲ ἐν δημοκρατίᾳ τὸν εἰς

 
ὁντινοῦν ὑβριστήν, τοῦτον οὐκ ἐπιτήδειον ἡγήσατο εἶναι

 
συμπολιτεύεσθαι.

 

 
[27] Ἃ συνιδὼν ὁ νομοθέτης διαρρήδην ἀπέδειξεν οὓς χρὴ δημηγορεῖν

 

καὶ οὓς οὐ δεῖ λέγειν ἐν τῷ δήμῳ. Καὶ οὐκ ἀπελαύνει ἀπὸ τοῦ βήματος,


 

εἴ τις μὴ προγόνων ἐστὶν ἐστρατηγηκότων, οὐδέ γε εἰ τέχνην τινὰ


 

ἐργάζεται ἐπικουρῶν τῇ ἀναγκαίᾳ τροφῇ, ἀλλὰ τούτους καὶ μάλιστα


 

ἀσπάζεται, καὶ διὰ τοῦτο πολλάκις ἐπερωτᾷ, τίς ἀγορεύειν βούλεται.


 

[28] Τίνας δ᾽ οὐκ ᾤετο δεῖν λέγειν; τοὺς αἰσχρῶς βεβιωκότας· τούτους


 

οὐκ ἐᾷ δημηγορεῖν. Καὶ ποῦ τοῦτο δηλοῖ; "δοκιμασία," φησί, "ῥητόρων·


 

ἐάν τις λέγῃ ἐν τῷ δήμῳ τὸν πατέρα τύπτων ἢ τὴν μητέρα, ἢ μὴ


 

τρέφων, ἢ μὴ παρέχων οἴκησιν·" τοῦτον οὐκ ἐᾷ λέγειν. Νὴ Δία καλῶς


 

γε, ὡς ἔγωγέ φημι. Διὰ τί; ὅτι εἴ τις, οὓς ἐξ ἴσου δεῖ τιμᾶν τοῖς θεοῖς, εἰς


 

τούτους ἐστὶ φαῦλος, τί ποτε, φησίν, ὑπ᾽ αὐτοῦ πείσονται οἱ ἀλλότριοι


 

καὶ ἡ πόλις ὅλη; Καὶ τίσι δεύτερον ἀπεῖπε μὴ λέγειν; "ἢ τὰς στρατείας,"


 

[29] φησί, "μὴ ἐστρατευμένος, ὅσαι ἂν αὐτῷ προσταχθῶσιν, ἢ τὴν


 

ἀσπίδα ἀποβεβληκώς," δίκαια λέγων. Τί δή ποτε; ἄνθρωπε, τῇ πόλει,


 

ὑπὲρ ἧς τὰ ὅπλα μὴ τίθεσαι ἢ διὰ δειλίαν μὴ δυνατὸς εἶ ἐπαμῦναι,


 

μηδὲ συμβουλεύειν βουλεύειν ἀξίου.


 


 


 


 


 


 

 


 


 


 


 


 


 


 


 


 


 

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ Β΄


 

ΘΕΜΑ 4ο


 
[71] Τοῦ δ' ἐπιγιγνομένου θέρους οἱ Πελοποννήσιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι ἐς

 
μὲν τὴν ᾿Αττικὴν οὐκ ἐσέβαλον, ἐστράτευσαν δὲ ἐπὶ Πλάταιαν· Ἡγεῖτο

 
δὲ ᾿Αρχίδαμος ὁ Ζευξιδάμου Λακεδαιμονίων βασιλεύς. Καὶ καθίσας τὸν

 
στρατὸν ἔμελλε δῃώσειν τὴν γῆν· οἱ δὲ Πλαταιῆς εὐθὺς πρέσβεις

 
πέμψαντες πρὸς αὐτὸν ἔλεγον τοιάδε· '᾿Αρχίδαμε καὶ Λακεδαιμόνιοι, οὐ

 
δίκαια ποιεῖτε οὐδ' ἄξια οὔτε ὑμῶν οὔτε πατέρων ὧν ἐστέ, ἐς γῆν τὴν

 
Πλαταιῶν στρατεύοντες. Παυσανίας γὰρ ὁ Κλεομβρότου

 
Λακεδαιμόνιος ἐλευθερώσας τὴν ῾Ελλάδα ἀπὸ τῶν μήδων μετὰ ῾

 
Ελλήνων τῶν ἐθελησάντων ξυνάρασθαι τὸν κίνδυνον τῆς μάχης ἣ παρ'

 
ἡμῖν ἐγένετο, θύσας ἐν τῇ Πλαταιῶν ἀγορᾷ ἱερὰ Διὶ ἐλευθερίῳ καὶ

 
ξυγκαλέσας πάντας τοὺς ξυμμάχους ἀπεδίδου Πλαταιεῦσι γῆν καὶ

 
πόλιν τὴν σφετέραν ἔχοντας αὐτονόμους οἰκεῖν, στρατεῦσαί τε μηδένα

 
ποτὲ ἀδίκως ἐπ' αὐτοὺς μηδ' ἐπὶ δουλείᾳ· εἰ δὲ μή, ἀμύνειν τοὺς

 
παρόντας ξυμμάχους κατὰ δύναμιν. Τάδε μὲν ἡμῖν πατέρες οἱ ὑμέτεροι

 
ἔδοσαν ἀρετῆς ἕνεκα καὶ προθυμίας τῆς ἐν ἐκείνοις τοῖς κινδύνοις

 
γενομένης, ὑμεῖς δὲ τἀναντία δρᾶτε· μετὰ γὰρ Θηβαίων τῶν ἡμῖν

 
ἐχθίστων ἐπὶ δουλείᾳ τῇ ἡμετέρᾳ ἥκετε. Μάρτυρας δὲ θεοὺς τούς τε

 
ὁρκίους τότε γενομένους ποιούμενοι καὶ τοὺς ὑμετέρους πατρῴους καὶ

 
ἡμετέρους ἐγχωρίους, λέγομεν ὑμῖν γῆν τὴν Πλαταιίδα μὴ ἀδικεῖν μηδὲ

 
παραβαίνειν τοὺς ὅρκους, ἐᾶν δὲ οἰκεῖν αὐτονόμους καθάπερ

 
Παυσανίας ἐδικαίωσεν.'
   
[72] Τοσαῦτα εἰπόντων τῶν Πλαταιῶν ᾿Αρχίδαμος ὑπολαβὼν

 
εἶπεν· 'Δίκαια λέγετε, ὦ ἄνδρες Πλαταιῆς, ἢν ποιῆτε ὁμοῖα τοῖς λόγοις.

 
Καθάπερ γὰρ Παυσανίας ὑμῖν παρέδωκεν, αὐτοί τε αὐτονομεῖσθε καὶ

 
τοὺς ἄλλους ξυνελευθεροῦτε, ὅσοι μετασχόντες τῶν τότε κινδύνων

 
ὑμῖν τε ξυνώμοσαν καὶ εἰσὶ νῦν ὑπ' ᾿Αθηναίοις, παρασκευή τε τοσήδε

 
καὶ πόλεμος γεγένηται αὐτῶν ἕνεκα καὶ τῶν ἄλλων ἐλευθερώσεως. Ἧς

 
μάλιστα μὲν μετασχόντες καὶ αὐτοὶ ἐμμείνατε τοῖς ὅρκοις· εἰ δὲ μή,

 
ἅπερ καὶ πρότερον ἤδη προυκαλεσάμεθα, ἡσυχίαν ἄγετε νεμόμενοι τὰ

 
ὑμέτερα αὐτῶν, καὶ ἔστε μηδὲ μεθ' ἑτέρων, δέχεσθε δὲ ἀμφοτέρους

 
φίλους, ἐπὶ πολέμῳ δὲ μηδετέρους. καὶ τάδε ἡμῖν ἀρκέσει.'


 


 


 


 


 


 

ΘΕΜΑ 5o


 

[73] Οἱ δ' ἀκούσαντες ἐσῆλθον αὖθις ἐς τὴν πόλιν, καὶ βουλευσάμενοι


 

μετὰ τοῦ πλήθους ἔλεξαν ὅτι βούλονται ἃ προκαλεῖται ᾿Αθηναίοις


 

κοινῶσαι πρῶτον, καὶ ἢν πείθωσιν αὐτούς, ποιεῖν ταῦτα· μέχρι δὲ


 

τούτου σπείσασθαι σφίσιν ἐκέλευον καὶ τὴν γῆν μὴ δῃοῦν. Ὁ δὲ ἡμέρας


 

τε ἐσπείσατο ἐν αἷς εἰκὸς ἦν κομισθῆναι, καὶ τὴν γῆν οὐκ ἔτεμνεν.


 

Ἐλθόντες δὲ οἱ [Πλαταιῆς] πρέσβεις ὡς τοὺς ᾿Αθηναίους καὶ


 

βουλευσάμενοι μετ' αὐτῶν πάλιν ἦλθον ἀπαγγέλλοντες τοῖς ἐν τῇ


 

πόλει τοιάδε· 'οὔτ' ἐν τῷ πρὸ τοῦ χρόνῳ, ὦ ἄνδρες Πλαταιῆς, ἀφ' οὗ


 

ξύμμαχοι ἐγενόμεθα, ᾿Αθηναῖοί φασιν ἐν οὐδενὶ ὑμᾶς προέσθαι


 

ἀδικουμένους οὔτε νῦν περιόψεσθαι, βοηθήσειν δὲ κατὰ δύναμιν.


 

Ἐπισκήπτουσί τε ὑμῖν πρὸς τῶν ὅρκων οὓς οἱ πατέρες ὤμοσαν μηδὲν


 

νεωτερίζειν περὶ τὴν ξυμμαχίαν.' [74] Τοιαῦτα τῶν πρέσβεων


 

ἀπαγγειλάντων οἱ Πλαταιῆς ἐβουλεύσαντο ᾿Αθηναίους μὴ προδιδόναι,


 

ἀλλ' ἀνέχεσθαι καὶ γῆν τεμνομένην, εἰ δεῖ, ὁρῶντας καὶ ἄλλο


 

πάσχοντας ὅ,τι ἂν ξυμβαίνῃ· ἐξελθεῖν τε μηδένα ἔτι, ἀλλ' ἀπὸ τοῦ


 

τείχους ἀποκρίνασθαι ὅτι ἀδύνατα σφίσι ποιεῖν ἐστὶν ἃ Λακεδαιμόνιοι


 

προκαλοῦνται. Ὡς δὲ ἀπεκρίναντο, ἐντεῦθεν δὴ πρῶτον μὲν ἐς


 

ἐπιμαρτυρίαν καὶ θεῶν καὶ ἡρώων τῶν ἐγχωρίων ᾿Αρχίδαμος


 

ὁ βασιλεὺς κατέστη, λέγων ὧδε· "Θεοὶ ὅσοι γῆν τὴν Πλαταιίδα


 

ἔχετε καὶ ἥρωες, ξυνίστορές ἐστε ὅτι οὔτε τὴν ἀρχὴν ἀδίκως,


 

ἐκλιπόντων δὲ τῶνδε προτέρων τὸ ξυνώμοτον, ἐπὶ γῆν τήνδε ἤλθομεν,


 

ἐν ᾗ οἱ πατέρες ἡμῶν εὐξάμενοι ὑμῖν Μήδων ἐκράτησαν καὶ παρέσχετε

 
αὐτὴν εὐμενῆ ἐναγωνίσασθαι τοῖς ῞Ελλησιν, οὔτε νῦν, ἤν τι ποιῶμεν,

 
ἀδικήσομεν· προκαλεσάμενοι γὰρ πολλὰ καὶ εἰκότα οὐ τυγχάνομεν.

 
Ξυγγνώμονες δὲ ἔστε τῆς μὲν ἀδικίας κολάζεσθαι τοῖς ὑπάρχουσι

 
προτέροις, τῆς δὲ τιμωρίας τυγχάνειν τοῖς ἐπιφέρουσι νομίμως."

 

 

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

ΑΙΣΧΙΝΗ ΚΑΤΑ ΚΤΗΣΙΦΩΝΤΟΣ 3.9–12

ΑΙΣΧΙΝΗ ΚΑΤΑ ΚΤΗΣΙΦΩΝΤΟΣ 3.9–12
Ο νόμος απαγορεύει να τιμώνται οι άρχοντες πριν λογοδοτήσουν
Ο Αισχίνης με τον λόγο του αυτόν αντιστρατεύεται με γραφὴν παρανόμων στην πρόταση του Κτησιφώντα να τιμηθεί ο Δημοσθένης με χρυσό στεφάνι για τις υπηρεσίες του στην πόλη ενώ ακόμα ήταν άρχοντας.
30 Νοεμβρίου 2010
Μετάφραση: Βασιλική Δεδούση
[9] Περὶ μὲν οὖν τῆς ὅλης κατηγορίας μετρίως μοι ἐλπίζω προειρῆσθαι· περὶ δὲ αὐτῶν τῶν νόμων οἳ κεῖνταιπερὶ τῶν ὑπευθύνων, παρ’ οὓς τὸ ψήφισμα τυγχάνει γεγραφὼς Κτησιφῶν, διὰ βραχέων εἰπεῖν βούλομαι.
 
Ἐν γὰρ τοῖς ἔμπροσθεν χρόνοις ἄρχοντές τινες τὰς μεγίστας ἀρχὰς καὶ τὰς προσόδους διοικοῦντες, καὶ δωροδοκοῦντες περὶ ἕκαστα τούτων, προσλαμβάνοντες τούς τε ἐκ τοῦ βουλευτηρίου ῥήτορας καὶ τοὺς ἐκ τοῦ δήμου, πόρρωθεν προκατελάμβανον τὰς εὐθύνας ἐπαίνοις καὶ κηρύγμασιν, ὥστ’ ἐν ταῖς εὐθύναις εἰς τὴν μεγίστην μὲν ἀπορίαν ἀφικνεῖσθαι τοὺς κατηγόρους, πολὺ δὲ ἔτι μᾶλλον τοὺς δικαστάς.
[9] Σχετικά λοιπόν με την όλη κατηγορία νομίζω πως είναι αρκετά αυτά που είπα. Σχετικά όμως με τους νόμους που υπάρχουν γι' αυτούς που είναι υποχρεωμένοι να λογοδοτήσουν μετά τη λήξη της αρχής που διαχειρίστηκαν και τους οποίους παραβαίνοντας ο Κτησιφώντας έγραψε το ψήφισμά του, θέλω ν' αναφέρω λίγα λόγια.
Στα περασμένα χρόνια λοιπόν μερικοί άρχοντες, οι οποίοι αναλάμβαναν τα πιο μεγάλα αξιώματα και διαχειρίζονταν τα δημόσια έσοδα και οι οποίοι δωροδοκούνταν σε κάθε μια απ' τις περιπτώσεις αυτές, παίρνοντας με το μέρος τους τούς ρήτορες της βουλής και του δήμου, πολύ πριν τελειώσει ο χρόνος της αρχής που διαχειρίζονταν, κατόρθωναν να εξασφαλίσουν ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη λογοδοσία τους με τιμητικά ψηφίσματα κι επαίνους, ώστε την ώρα που λογοδοτούσαν για τη διαχείριση της αρχής που ανάλαβαν να βρίσκονται σε μεγάλη αμηχανία όσοι ήθελαν να τους κατηγορήσουν και πολύ περισσότερο οι δικαστές.
[10] πολλοὶ γὰρ πάνυ τῶν ὑπευθύνων, ἐπ’ αὐτοφώρῳ κλέπται τῶν δημοσίων χρημάτων ὄντες ἐξελεγχόμενοι, διεφύγγανον ἐκ τῶν
δικαστηρίων, εἰκότως· ᾐσχύνοντο γὰρ οἶμαι οἱ δικασταί, εἰ φανήσεται ὁ αὐτὸς ἀνὴρ ἐν τῇ αὐτῇ πόλει, πρώην μέν ποτε ἀναγορευόμενος ἐν τοῖς ἀγῶσιν, ὅτι στεφανοῦται ἀρετῆς ἕνεκα καὶ δικαιοσύνης ὑπὸ τοῦ δήμου χρυσῷ στεφάνῳ, ὁ δὲ αὐτὸς ἀνὴρ μικρὸν ἐπισχὼν ἔξεισιν ἐκ τοῦ δικαστηρίου κλοπῆς ἕνεκα τὰς εὐθύνας ὠφληκώς·
ὥστε ἠναγκάζοντο τὴν ψῆφον φέρειν οἱ δικασταί, οὐ περὶ τοῦ παρόντος ἀδικήματος, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς αἰσχύνης τοῦ δήμου.
[10] Γι' αυτό πολλοί απ' αυτούς που ήσαν υποχρεωμένοι να λογοδοτήσουν, αν και πιάνονταν επ' αυτοφώρω να κλέβουν τα χρήματα του δημοσίου, γλύτωναν απ' τα δικαστήρια, και πολύ φυσικά. Γιατί, νομίζω, οι δικαστές θεωρούσαν ντροπή να φανεί ο ίδιος άνδρας, στην ίδια πόλη, ίσως μάλιστα και στον ίδιο χρόνο, ότι προ ολίγου ανακηρύχθηκε στους θεατρικούς αγώνες πως στεφανώθηκε απ' το δήμο με χρυσό στεφάνι ένεκα της αρετής του και της δικαιοσύνης του και ύστερ' από λίγο ο ίδιος αυτός άνδρας να φανεί ότι βγαίνει απ' το δικαστήριο ύστερ' απ' τη λογοδοσία του καταδικασμένος για κλοπή δημοσίων χρημάτων. Αναγκάζονταν λοιπόν οι δικαστές να ψηφίσουν όχι για να καταδικάσουν το έγκλημα που δίκαζαν εκείνη τη στιγμή, αλλά για να μη ντροπιάσουν το δήμο.
[11] Κατιδὼν δή τις ταῦτα νομοθέτης τίθησι νόμον καὶ μάλα καλῶς ἔχοντα, διαρρήδην ἀπαγορεύοντα τοὺς ὑπευθύνους μὴ στεφανοῦν. καὶ ταῦτα οὕτως εὖ προκατειληφότος τοῦ νομοθέτου, εὕρηνται κρείττονες λόγοι τῶν νόμων, οὓς εἰ μή τις ὑμῖν ἐρεῖ, λήσετε ἐξαπατηθέντες.
τούτων γὰρ τῶν τοὺς ὑπευθύνους στεφανούντων παρὰ τοὺς νόμους οἱ μὲν φύσει μέτριοί εἰσιν, εἰ δή τις ἐστὶ μέτριος τῶν τὰ παράνομα γραφόντων, ἀλλ’ οὖν προβάλλονταί γέ τι πρὸ τῆς αἰσχύνης. προσγράφουσι γὰρ πρὸς τὰ ψηφίσματα στεφανοῦν τὸν ὑπεύθυνον «ἐπειδὰν λόγον καὶ εὐθύνας τῆς ἀρχῆς δῷ.»
11] Όταν όμως κάποιος νομοθέτης αντιλήφθηκε την κατάσταση αυτή, θέσπισε νόμο πάρα πολύ σωστό, που απαγορεύει αυστηρά να στεφανώνονται όσοι είναι υποχρεωμένοι να λογοδοτήσουν. Εν τούτοις, αν και ο νομοθέτης πολύ καλά προνόησε γι' αυτά, έχουν επινοηθεί δικαιολογίες για να καταπατηθεί αυτός ο νόμος, τις οποίες αν κάποιος δεν σας τις υποδείξει, θα εξαπατηθείτε απ' αυτούς χωρίς να το καταλάβετε· γιατί, ανάμεσα σ' αυτούς που παράνομα προτείνουν να στεφανώνονται άρχοντες που δεν έχουν λογοδοτήσει, υπάρχουν μερικοί οι οποίοι από φυσικού τους είναι μετριοπαθείς, αν είναι βέβαια δυνατό να είναι μετριοπαθής κάποιος απ' αυτούς που προτείνουν παράνομα ψηφίσματα, αλλά καλύπτουν κάπως τη ντροπή της παρανομίας. Προσθέτουν δηλαδή στα ψηφίσματά τους να στεφανώνεται ο υπεύθυνος άρχοντας, αφού λογοδοτήσει για την αρχή που διαχειρίστηκε.
[12] Καὶ ἡ μὲν πόλις τὸ ἴσον ἀδίκημα ἀδικεῖται· προκαταλαμβάνονται γὰρ ἐπαίνοις καὶ στεφάνοις αἱ εὔθυναι· ὁ δὲ τὸ ψήφισμα γράφων ἐνδείκνυται τοῖς ἀκούουσιν, ὅτι γέγραφε μὲν παράνομα, αἰσχύνεται δὲ ἐφ’ οἷς ἡμάρτηκε. Κτησιφῶν δέ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὑπερπηδήσας τὸν νόμον τὸν περὶ τῶν ὑπευθύνων κείμενον, καὶ τὴν πρόφασιν ἣν ἀρτίως προεῖπον ὑμῖν ἀνελών, πρὶν λόγον πρὶν εὐθύνας δοῦναι γέγραφε μεταξὺ Δημοσθένην ἄρχοντα στεφανοῦν.
[12] Και η πόλη παθαίνει πάλι την ίδια αδικία, γιατί δημιουργούνται ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη λογοδοσία με την πρόταση να επαινεθεί και να στεφανωθεί ο υπεύθυνος αλλ' αυτός που προτείνει το ψήφισμα δεν κρύβει απ' τους ακροατές του ότι πρότεινε παράνομες προτάσεις, ντρέπεται όμως για τα σφάλματα που έκανε. Ο Κτησιφώντας όμως, άνδρες Αθηναίοι, παραβαίνοντας το νόμο που υπάρχει για τους υπεύθυνους άρχοντες και χωρίς να προσθέσει τη δικαιολογία που εγώ προηγουμένως σας ανέφερα, πρότεινε να στεφανωθεί ο Δημοσθένης, πριν λογοδοτήσει για την αρχή που διαχειρίστηκε,

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Ξενοφώντα απομνημονεύματα 1.2.19–1.2.22

Η σημασία της άσκησης της αρετής
Ο ένας από τους κατηγόρους του Σωκράτη είχε ισχυρισθεί ότι η αρνητική κριτική του φιλοσόφου σε θεμελιώδεις πρακτικές της αθηναϊκής δημοκρατίας, όπως η κλήρωση των αρχόντων, υπονόμευε το πολίτευμα και καθιστούσε βίαιους και ανήθικους τους μαθητές του. Τεκμηρίωσε μάλιστα τον ισχυρισμό του, προβάλλοντας τις περιπτώσεις του Κριτία και του Αλκιβιάδη. Ο Ξενοφώντας υποστήριξε ότι οι άνδρες αυτοί επέδειξαν φαύλη συμπεριφορά αφότου σταμάτησαν να συναναστρέφονται τον Σωκράτη, πριν συνεχίσει με το παρακάτω επιχείρημα:

Κείμενο
[1.2.19] Ἴσως οὖν εἴποιεν ἂν πολλοὶ τῶν φασκόντων φιλοσοφεῖν
ὅτι οὐκ ἄν ποτε ὁ δίκαιος ἄδικος γένοιτο, οὐδὲ ὁ σώφρων ὑβριστής, οὐδὲ ἄλλο οὐδὲν ὧν μάθησίς ἐστιν ὁ μαθὼν ἀνεπιστήμων ἄν ποτε γένοιτο.
ἐγὼ δὲ περὶ τούτων οὐχ οὕτω γιγνώσκω· ὁρῶ γὰρ ὥσπερ τὰ τοῦ σώματος ἔργα τοὺς μὴ τὰ σώματα ἀσκοῦντας οὐ δυναμένους ποιεῖν, οὕτω καὶ τὰ τῆς ψυχῆς ἔργα τοὺς μὴ τὴν ψυχὴν ἀσκοῦντας οὐ δυναμένους·
οὔτε γὰρ ἃ δεῖ πράττειν οὔτε ὧν δεῖ ἀπέχεσθαι δύνανται.
[1.2.20] δι’ ὃ καὶ τοὺς υἱεῖς οἱ πατέρες, κἂν ὦσι σώφρονες, ὅμως ἀπὸ τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων εἴργουσιν, ὡς τὴν μὲν τῶν χρηστῶν ὁμιλίαν ἄσκησιν οὖσαν τῆς ἀρετῆς, τὴν δὲ τῶν πονηρῶν κατάλυσιν.
μαρτυρεῖ δὲ καὶ τῶν ποιητῶν ὅ τε λέγων·
Ἐσθλῶν μὲν γὰρ ἄπ’ ἐσθλὰ διδάξεαι· ἢν δὲ κακοῖσι συμμίσγῃς,
ἀπολεῖς καὶ τὸν ἐόντα νόον, καὶ ὁ λέγων·
Αὐτὰρ ἀνὴρ ἀγαθὸς τοτὲ μὲν κακός, ἄλλοτε δ’ ἐσθλός.
κἀγὼ δὲ μαρτυρῶ τούτοις· [1.2.21]
ὁρῶ γὰρ ὥσπερ τῶν ἐν μέτρῳ πεποιημένων ἐπῶν τοὺς μὴ μελετῶντας ἐπιλανθανομένους,
οὕτω καὶ τῶν διδασκαλικῶν λόγων τοῖς ἀμελοῦσι λήθην ἐγγιγνομένην. ὅταν δὲ τῶν νουθετικῶν λόγων ἐπιλάθηταί
τις, ἐπιλέλησται καὶ ὧν ἡ ψυχὴ πάσχουσα τῆς σωφροσύνης ἐπεθύμει· τούτων δ’ ἐπιλαθόμενον οὐδὲν θαυμαστὸν καὶ τῆς
σωφροσύνης ἐπιλαθέσθαι.
[1.2.22] ὁρῶ δὲ καὶ τοὺς εἰς φιλοποσίαν προαχθέντας καὶ τοὺς εἰς ἔρωτας ἐγκυλισθέντας ἧττον δυναμένους τῶν τε δεόντων ἐπιμελεῖσθαι καὶ τῶν μὴ δεόντων ἀπέχεσθαι. πολλοὶ γὰρ καὶ χρημάτων δυνάμενοι φείδεσθαι,
πρὶν ἐρᾶν, ἐρασθέντες οὐκέτι δύνανται·
καὶ τὰ χρήματα καταναλώσαντες, ὧν πρόσθεν ἀπείχοντο κερδῶν, αἰσχρὰ
νομίζοντες εἶναι, τούτων οὐκ ἀπέχονται.
[1.2.23] πῶς οὖν οὐκ ἐνδέχεται σωφρονήσαντα πρόσθεν αὖθις μὴ σωφρονεῖν καὶ δίκαια δυνηθέντα πράττειν αὖθις ἀδυνατεῖν;
πάντα μὲν οὖν
ἔμοιγε δοκεῖ τὰ καλὰ καὶ τἀγαθὰ ἀσκητὰ εἶναι, οὐχ ἥκιστα δὲ σωφροσύνη.
.

Μετάφραση: Βασιλική Δεδούση
Ίσως λοιπόν ημπορούσαν να πουν πολλοί από εκείνους, που ισχυρίζονται ότι φιλοσοφούν, ότι πράγματι ουδέποτε ο δίκαιος μπορεί να γίνει άδικος ούτε ο σώφρων αλαζόνας ούτε όσον αφορά κάτι άλλο από εκείνα, τα οποία μαθαίνονται, αυτός που τα έμαθε μπορεί να πάψει να τα γνωρίζει..
Εγώ όμως σχετικά με αυτά δεν έχω αυτή τη γνώμη· διότι παρατηρώ, ότι, καθώς τα σωματικά έργα εκείνοι, που δεν γυμνάζουν τα σώματα, δεν μπορούν να τα εκτελούν, έτσι και τα ψυχικά έργα εκείνοι, που δεν εξασκούν την ψυχήν, δεν μπορούν να τα εκτελούν, διότι, ούτε όσα πρέπει να κάμνουν, μπορούν να τα κάνουν, ούτε από όσα πρέπει να απέχουν, μπορούν να απέχουν.
Διά τούτο και οι πατέρες τα παιδιά τους, και αν ακόμα είναι συνετά, όμως τα εμποδίζουν από τους πονηρούς ανθρώπους, επειδή η μεν συναναστροφή με τους ενάρετους είναι άσκηση της αρετής, όμως η συναναστροφή με τους πονηρούς είναι καταστροφή.
Είναι δε μάρτυρας αυτού και εκείνος από τους ποιητές που λέγει:

Απ' τους καλούς πάντα καλό θα μάθεις.
Αν πηγαίνεις με τους κακούς,


και το μυαλό που σούλαχε θα χάσεις.
και εκείνος που λέγει:

Ο καλός άλλοτε κακός και άλλοτε καλός είναι.
Και εγώ απ’ τη μεριά μου συμφωνώ με αυτά·
διότι βλέπω, ότι, καθώς ακριβώς τα εμμέτρα έπη, εκείνοι, που δεν τα μελετούν, τα ξεχνούν, έτσι και σ’ εκείνους, που αμελούν τους λόγους των δασκάλων, έρχεται λησμονιά. Όταν δε κάποιος λησμονήσει τους συμβουλευτικούς λόγους, χάνει και την διάθεση εκείνη της ψυχής, την οποία όταν έχει η ψυχή επιθυμεί τη σωφροσύνη· όταν όμως κανείς λησμονήσει αυτά, δεν είναι καθόλου παράξενο να λησμονεί και την σωφροσύνη.
Βλέπω δε ότι και εκείνοι, που παρασύρθηκαν στη φιλοποσία, και εκείνοι, που κυλίστηκαν μέσα στους έρωτας, λιγότερο μπορούν και να φροντίζουν όσα πρέπει και να απέχουν από όσα δεν πρέπει. Διότι πολλοί, που μπορούσαν, πριν πέσουν σε έρωτες, να μη σπαταλούν τα χρήματά τους, όταν πέσουν, δεν μπορούν πια·
και αφού καταξοδέψουν τα χρήματά τους, δεν απέχουν από τα κέρδη εκείνα, από τα οποία πρωτύτερα απείχαν, επειδή τα θεωρούσαν αισχρά·
Πώς λοιπόν δεν είναι ενδεχόμενον ενώ κανείς πρωτύτερα υπήρξε συνετός, κατόπιν να μη είναι, και ενώ μπορούσε να πράττει το δίκαιο, έπειτα να μη μπορεί;
Έχω την εντύπωση λοιπόν ότι όλα τα καλά και τα αγαθά αποκτώνται με την άσκηση προ πάντων δε η σωφροσύνη.

25/11/2010

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Η ΗΔΟΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ Η ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΜΕΣΟΤΗΤΑ

Η ανακοίνωση αυτή δημοσιεύθηκε το1996 στον τόμο πρακτικών του Συνεδρίου
"Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ",
σε έκδοση της Εταιρείας Αριστοτελικών Μελετών "Το Λύκειον"

Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Περίληψη ανακοινώσεως:

Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι η αξία της ηδονής εξαρτάται από την αξία της ενέργειας που την προκαλεί. Η ηδονή συμπληρώνει με φυσικό τρόπο κάθε ενέργεια. Ο ενάρετος άνθρωπος αισθάνεται ηδονή από την πραγμάτωση του αγαθού και του ωραίου. Οπωσδήποτε η ηδονή δεν είναι αυτοσκοπός. O Αριστοτέλης περιέγραψε (πριν τον Επίκουρο και τους Στωικούς) τις έννοιες της καταστηματικής ηδονής και της απαθείας και ενδεχομένως τους επηρέασε. Επίσης, πρωτοανήγγειλε τον μετέπειτα Συμπεριφορισμό του Παυλώφ."
Η παρούσα εισήγηση εστιάζει κατά βάσιν την προσπάθειά της στα ίδια τα κείμενα του Αριστοτέλους, τα οποία αναφέρονται στην έννοια της ηδονής. Ήτοι, κυρίως στα Ηθικά Νικομάχεια, βιβλία Α, B, Γ, Η, Θ, Ι και Κ, και δευτερευόντως στα Ηθικά Ευδήμεια, βιβλία Α, Β και Θ.
Για τον λόγο αυτόν πρέπει να εκληφθεί ως προκαταρκτική μελέτη της έννοιας της ηδονής κατά τον Αριστοτέλη και κάποιων μη ευρέως γνωστών επιδράσεων επί μεταγενεστέρων διανοητών και όχι ως πλήρης μελέτη.
Όπως και οι περισσότεροι αρχαίοι Έλληνες, έτσι και ο Αριστοτέλης πίστευε ότι η βασική επιδίωξη του κάθε ανθρώπου είναι η ευδαιμονία. Πρόκειται για το αγαθόν, το οποίο επιδιώκουμε χάριν του ιδίου (1). Όμως, υπήρχε και υπάρχει διαφωνία ως προς το ποίο είναι το περιεχόμενο της ευδαιμονίας.
Στα Ηθικά Νικομάχεια(2) αναγνωρίζεται ότι οι πολλοί άνθρωποι θεωρούν την ηδονή ως ευδαιμονία και για τον λόγον αυτόν διάγουν "βίον απολαυστικόν".
Ακόμα και η συνήθης αντίληψη του όρου ηδονή περιορίζεται στις σωματικές ηδονές, διότι όλοι ασχολούνται με αυτές και τις επιδιώκουν.(3)
Αλλά ο Σταγιρίτης, αν και αναγνωρίζει την λαϊκή αντίληψη περί ηδονής, δεν την παραδέχεται. Ορίζει την ευδαιμονία ως ενέργεια της ψυχής "κατ' αρετήν τελείαν". Ήτοι, ως την ενεργητική ψυχική κατάσταση, η οποία συμφωνεί προς την τέλεια αρετή.(4) Όμως, ποίο είναι το εύρος της εννοίας της ηδονής, την οποία κατά κάποιον τρόπο υποβαθμίζει αξιολογικώς σε σύγκριση προς την έννοια της αρετής;
Ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι η ηδονή είναι κοινή στα ζώα(5) και ριζώνει στον άνθρωπο ήδη από την νηπιακή του ηλικία.(6) Ειδικότερα, τις ηδονές, οι οποίες προέρχονται από την αφή και την γεύση, τις θεωρεί σε γενικές γραμμές ζωώδεις και ακόλαστες.(7) Πρωτίστως, θεωρεί την υπερβολή ως προς αυτές τις ηδονές ως εντελώς απαράδεκτη.(8)
Ο φιλόσοφος της καταλλήλου μεσότητος δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να αντιμετωπίσει τα άλογα πάθη, τις επιθυμίες και τον έρωτα με αυστηρή διάθεση. Κατακρίνει μόνο τις υπερβολές τους.(9) Γνωρίζει ότι τα παιδιά και τα θηρία επιδιώκουν τις ηδονές. Όμως, αναγνωρίζει ότι η ηδονή δεν είναι υπέρτατο αγαθό.(10)
Κατά τον Αριστοτέλη το επιθυμητικόν πρέπει να βρίσκεται σε συμφωνία με το άρχον στοιχείο της ψυχής, τον λόγον.(11) Αυτή η άποψη έχει ως συνέπεια την λογικοποίηση των αλόγων πλευρών της ψυχικής διαστάσεως του ανθρώπου.
Ο φιλόσοφος καταδικάζει τα άκρα και παραδέχεται ότι ορισμένες ηδονές είναι αναγκαίες, ενώ άλλες όχι. Όμως, οι υπερβολές και οι ελλείψεις δεν είναι αναγκαίες.(12)
Η ακολασία και η σωφροσύνη, η ακρασία και η εγκράτεια είναι οι ενέργειες ή έξεις του ανθρώπου, οι οποίες αφορούν την αντιμετώπιση και επιδίωξη των σωματικών ηδονών.(13) Στην μέση μεταξύ υπερβολής και ελλείψεως ως προς την αναζήτηση της ηδονής, βρίσκεται η αρετή της σωφροσύνης.(14) Επίσης, η αρετή της εγκρατείας βρίσκεται μεταξύ της υστερήσεως στην χαρά της ηδονής και του αντιθέτου της, οπότε η ιδανική μεσότης έγκειται στην εγκράτεια.(15)
Μεταξύ του εγκρατούς και του σώφρονος υφίσταται διαφορά: Αν και αμφότεροι δεν παραβιάζουν τον ορθό λόγο χάριν των σωματικών ηδονών, εν τούτοις ο εγκρατής διακατέχεται από κακές επιθυμίες, ενώ αυτό δεν συμβαίνει με τον σώφρονα.(16)
Από την άλλη πλευρά, όπως γράφει ο Αριστοτέλης για την σχέση σώφρονος και φρονίμου, "ο σώφρων φεύγει τας ηδονάς. Έτι ο φρόνιμος το άλυπον διώκει, ου το ηδύ". Δηλαδή, ο σώφρων είναι εκείνος, ο οποίος αποφεύγει τις ηδονές, ενώ ο φρόνιμος αποφεύγει την οδύνη χωρίς να επιδιώκει το ευχάριστο.
Οι ηδονές εμφανίζονται ως εμπόδιο στην φρόνηση, την αρετή την οποία τόσο πολύ εκτιμά ο Σταγιρίτης.(17) Ειδικότερα ως εμπόδιο στην φρόνηση τίθενται οι σεξουαλικές ηδονές, διότι κανείς δεν είναι σε θέση να διανοείται, καθόσον τις δοκιμάζει.
Πάντως, οι ηδονές, οι οποίες οδηγούν σε φυσικές συνήθειες, είναι ευχάριστες, διότι το αγαθό είναι εν μέρει συνήθεια και εν μέρει δράση.(18) Αλλά υπάρχουν και ηδονές, οι οποίες δεν προκαλούν λύπη ή επιθυμία, όπως είναι η θεωρητική μελέτη. Αυτές οι ηδονές δεν συνιστούν επιτακτική φυσική ανάγκη.(19)
Ο Αριστοτέλης, ερευνώντας διεξοδικώς την έννοια της ηδονής, απαντά εν μέρει και εκ των προτέρων στην μετέπειτα αυτού διαμορφωθείσα στωική άποψη περί ηδονής και ιδίως προς τον Χριστιανισμό.(20) "Διό προσδείται ο ευδαίμων των εν σώματι αγαθών και των εκτός και της τύχης, όπως μη εμποδίζηται ταύτα. Οι δε τον τροχιζόμενον και τον δυστυχίαις μεγάλαις περιπίπτοντα ευδαίμονα φάσκοντες είναι, εάν η αγαθός, η εκόντες η άκοντες ουδέν λέγοντες". Ήτοι, για να είναι κανείς ευδαίμων, πρέπει να συντρέχουν και εξωτερικοί προς αυτόν παράγοντες. Ο βασανιζόμενος δεν είναι δυνατόν να είναι ευδαίμων, ακόμα και αν είναι ενάρετος. Το αντίθετο θα ήταν πλήρης παραλογισμός για τον Αριστοτέλη.
Όμως, η ηδονή είναι όντως κάποιο αγαθό. Εαν η ηδονή δεν ήταν αγαθό, ο ευδαίμων δεν θα έπρεπε να ζει μιά ευχάριστη ζωή.(21) Η επιδίωξη τής ηδονής είναι καθολικό φαινόμενο και στους ανθρώπους και στα ζώα, άρα η ηδονή είναι κάποιο άριστο αγαθό.(22)
Κατά κάποιαν ανακολουθίαν, ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται στο βιβλίο Κ ότι η ηδονή δεν είναι το αγαθόν. Αλλά διάφορες συγκεκριμένες μεμονωμένες ηδονές είναι τω όντι επιθυμητές.(23)
Όμως, δεν επιδιώκουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια ηδονή, αν και ό,τι όλοι επιδιώκουν είναι ένα είδος ηδονής. Ίσως μάλιστα να επιδιώκουν όλοι, όχι ό,τι νομίζουν ή ισχυρίζονται ότι επιδιώκουν, αλλά την ίδια ακριβώς ηδονή, καθόσον όλα τα όντα έχουν κάτι το θεϊκό μέσα τους (πάντα γαρ φύσει έχει τι θείον).(24)
Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι ο Θεός πάντα χαίρει μία και την αυτή ηδονή. Διότι η ηδονή δεν είναι μόνο ενέργεια της κινήσεως, αλλά και της ακινησίας και η ηδονή έγκειται μάλλον στην ακινησία παρά στην κίνηση.25 (Στην "κίνηση" ο Αριστοτέλης συμπεριλαμβάνει και την "μεταβολή"). Κατ' αυτόν τον τρόπο ο Αριστοτέλης προαναγγέλλει την επικούρειο ηθική φιλοσοφία της καταστηματικής ηδονής, δηλαδή της ηδονής σε ακινησία, χωρίς μεταβολή.
Ο Επίκουρος έδωσε βασική έμφαση σ'αυτήν την άποψη περί ηδονής και την ανήγαγε σε κύριο φιλοσοφικό δόγμα.
Και σε επόμενο εδάφιο των Ηθικών Νικομαχείων ο Αριστοτέλης επανέρχεται στο θέμα της κινήσεως ή μη της ηδονής, όπου καταλήγει στο ότι η ηδονή δεν είναι κίνηση.(26)
Ο φιλόσοφος παρατηρεί ότι η ηδονή απομακρύνει την οδύνη. Αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι εξ αιτίας της ισχυρής ηδονής καθίστανται φαύλοι και ακόλαστοι.(27) Όμως, η ηδονή είναι συνυφασμένη με τον άνθρωπο, γι' αυτό και η ανατροφή των νέων γίνεται με την χρησιμοποίηση τόσο της ηδονής, όσο και της οδύνης.(28) Επιδιώκουμε τα ευχάριστα και αποφεύγουμε τα δυσάρεστα.(29) Αυτή η παρατήρηση του Αριστοτέλους, η οποία αναφέρεται στην διαχρονική κοινωνική και εκπαιδευτική πραγματικότητα, προαναγγέλλει την γνωστή σε εμάς θεωρία των "εξαρτημένων αντανακλαστικών του Παυλώφ" και τον ψυχολογικό μπηχεϋβιορισμό, ο οποίος αναφέρεται στην εν γένει εκμαθημένη συμπεριφορά ανθρώπων και ζώων.
Την καταληκτική του αντίληψη περί του τι είναι ηδονή από περιγραφική άποψη, την παρουσιάζει ο Αριστοτέλης στο βιβλίο Κ λέγοντας:
"Κατά πάσαν γαρ αίσθησιν έστιν ηδονή, ομοίως δε και διάνοιαν και θεωρίαν ηδίστη δ' η τελειοτάτη, τελειοτάτη δε η του ευ έχοντος προς το σπουδαιότατον των υπ' αυτήν. Τελοιεί δε την ενέργειαν η ηδονή".(30) Ήτοι, κάθε αίσθηση παρέχει ηδονή, όπως και κάθε θεωρητική αναζήτηση και διανοητική απασχόληση. Η πλέον ευχάριστη ενέργεια είναι η τελειοτάτη, η οποία είναι αυτή η ενέργεια, η οποία προσδιορίζεται από το σπουδαιότερο αντικείμενό της. Η ηδονή αποτελεί την τελείωση, την ολοκλήρωση της ενέργειας. Ποιο είναι όμως το σπουδαιότερο αντικείμενο ενεργειών; Για τον Αριστοτέλη και κάθε άλλον μαθητή του Πλάτωνος δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από την πνευματική εργασία και δημιουργία!
Ο φιλόσοφος παρατηρεί ότι η ηδονή τελειοποιεί τόσο τις ενέργειες όσο και την ίδια την ζωή, την οποία ποθούν οι άνθρωποι.(31) Χωρίς ενέργεια δεν εμφανίζεται ηδονή. Και με την σειρά της η ηδονή τελειοποιεί κάθε ενέργεια.(32) Η ενέργεια επαυξάνεται, όταν συνοδεύεται από την συγγενή προς αυτήν ηδονή. Όποιος ευχαριστιέται με ό,τι κάνει, το κάνει καλύτερα.(33)
Σε κάθε ενέργεια αντιστοιχεί μία ηδονή. Η ηδονή της ενάρετης πράξεως είναι αξιόλογη, ενώ η ηδονή της κακής πράξεως είναι μοχθηρή. Οι επιθυμίες, οι οποίες κατατείνουν σε καλές πράξεις είναι επαινετές, ενώ αυτές, οι οποίες κατατείνουν σε αισχρές πράξεις, πρέπει να κατακρίνονται.(34)
Χαρακτηρίζουμε φαύλους ως προς τις ηδονές αυτούς που επιδιώκουν τις επαίσχυντες ηδονές. Για τον λόγον αυτόν όλοι συμφωνούν ότι οι αρετές οδηγούν σε απάθεια και ηρεμία μπροστά στις χαρές και τις λύπες, ενώ οι κακίες οδηγούν στα αντίθετα.(35) Κατά μίαν άποψη, λέγει ο Αριστοτέλης, οι αρετές ορίζονται ως "απάθεια".(36) Την έννοια της απάθειας την παρέλαβαν από τον Αριστοτέλη οι Στωικοί και την επεξέτειναν σε συνδυασμό προς τα διδάγματα των Κυνικών.
Αξιολογώντας τις ηδονές, ο Αριστοτέλης δέχεται ότι οι ηδονές, οι οποίες τελειώνουν και ολοκληρώνουν τις ενέργειες του τέλειου και μακάριου ανθρώπου, δικαιούνται να λέγονται πρέπουσες ηδονές, ενώ όλες οι άλλες ηδονές κατέχουν δευτερεύουσα θέση, όπως και οι αντίστοιχες ενέργειες.(37) Εφόσον είναι δεδομένο ότι τα ζωντανά όντα ενεργούν, η ενέργειά τους ως πραγματικότητα συνεπάγεται την ολοκληρωμένη τελείωση. Η δράση προσδίδει στα όντα τόσο περισσότερη ευχαρίστηση, όσο τελειότερη γίνεται. Κάθε ον προσπαθεί να επιτύχει διαφορετικά πράγματα και σε κάθε πράξη του συνυπάρχει μία αντίστοιχη ευχαρίστηση. Για τον άνθρωπο τίθεται ως σκοπός του η δράση, η οποία εξασφαλίζει την ευδαιμονία του. Αυτή στηρίζεται στις ενάρετες και πνευματικές-διανοητικές ενασχολήσεις.
Ο Αριστοτέλης κρίνει ως άξια εκτιμήσεως και ευχάριστα εκείνα, τα οποία κρίνονται ως τέτοια για τον ενάρετο άνθρωπο. Ιδιαίτερα στην φύση του σπουδαίου ανθρώπου ταιριάζει η αρετή.(38)
Στα Ηθικά Ευδήμεια ο Σταγιρίτης ορίζει την αρετή ως την βέλτιστη διάθεση ή συνήθεια όλων των πραγμάτων, τα οποία χρησιμοποιούνται ή παράγουν έργο.(39) Κάθε ηθική αρετή σχετίζεται και αναφέρεται στις ηδονές και τις λύπες.(40)
Επομένως, αβιάστως και ελευθέρως προκύπτει το συμπέρασμα ότι "ο ευδαίμων βίος κατ' αρετήν είναι ." (41) Η ηδονή βρίσκεται μέσα στην πράξη. Γι' αυτό και ο αληθώς ευδαίμων θα ζήσει ευχάριστη ζωή.(42)
Άλλωστε, ο άνθρωπος είναι κατ'ουσίαν νους. Επομένως, ο βίος συμφώνως προς τον νου πρέπει να είναι και ο πλέον ευδαίμων βίος.(43)
Ο φιλόσοφος διαπιστώνει ότι η φιλοσοφία παρέχει αξιοθαύμαστες ηδονές ως προς την αγνότητα και την βεβαιότητα και είναι μεγαλύτερη στους κατόχους της σοφίας παρά στους αναζητούντες.(44) Να μία μεγάλη αλήθεια, την οποία δυστυχώς ελάχιστοι θα μπορούσαν σήμερα να αντιληφθούν.
Η φιλία, η οποία στηρίζεται στην ηδονή είναι η φιλία των νέων, αλλά είναι ευμετάβλητη, διότι καθώς μεγαλώνουν, μεταβάλλονται τα ήθη τους και κατά συνέπειαν η αίσθησή τους περί ηδονής. Όμως, η φιλία, η οποία στηρίζεται στην αρετή είναι η φιλία των καλύτερων ανθρώπων.(45)
Όπως είναι γνωστό, υπάρχουν τρία είδη φιλίας, κατ' αρετήν, κατά το χρήσιμον και κατά το ηδύ.(46) Το ανώτατο είδος είναι η φιλία επ' αρετή. Βεβαίως και οι φαύλοι μπορεί να είναι φίλοι από συμφέρον και ηδονή.(47) Όμως, αυτή η φιλία δεν είναι κατ' αρετήν και γι'αυτόν τον λόγο δεν είναι πραγματική φιλία ούτε πρόκειται να διαρκέσει στον χρόνο.
Ο Αριστοτέλης αν και αναγνωρίζει τον ρόλο και την σημασία της ηδονής, εν τούτοις την υποτάσσει στον λόγο και την θέτει σε κατώτερο επίπεδο από την αρετή, στον δρόμο του κάθε ανθρώπου προς την ευτυχία."-

Η ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΜΕΣΟΤΗΤΑ

Αριστοτέλης έκανε λόγο για την ευδαιμονία ως υπέρτατο σκοπό στη ζωή του ανθρώπου. Όλες οι πράξεις του, ολόκληρο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας αποβλέπει στην ικανοποίηση της ευδαιμονίας. Ο υπέρτατος σκοπός αυτός ονοματίζεται τελικό αίτιο, καθώς αποτελεί την αιτία των αιτιών της ανθρώπινης δημιουργίας. Το κατά πόσο όμως το τελικό αυτό αίτιο ως έννοια παρουσιάζεται πειστικό στα μάτια μας είναι άξιο έρευνας. Ποια είναι εν τέλει η πραγματική ουσία του πολυπόθητου αυτού σκοπού;
Είναι φανερό ότι κάθε άνθρωπος έχει δώσει στον υπέρτατο σκοπό, στο τελικό αίτιο όπως παρουσιάζεται ως έννοια από τον Αριστοτέλη, δικές του διαστάσεις και ποικίλα περιεχόμενα. Οι υπέρτατοι σκοποί λοιπόν διαφέρουν, πηγάζοντας από διαφορετικές νοοτροπίες, προσωπικότητες, συλλογιστικές μεθόδους και διάφορα αξιολογικά κριτήρια.

Εξ ορισμού οι στόχοι τίθενται για να επιτυγχάνονται. Είναι θεμιτή η ύπαρξη πολλών  επιμέρους στόχων, αφού η ανθρώπινη οντότητα βρίσκεται σε διαρκή κινητοποίηση. Φτάνουμε τον ένα στόχο, μεταπηδούμε στον άλλο. Αυτή η ανεξάντλητη ροή της ανθρώπινης κινητικότητας σημαίνει εξέλιξη, σημαίνει πρόοδο. Το τελικό αίτιο της ευδαιμονίας, θα μας πει ο Θ. Πελεγρίνης, ότι «δεν πρέπει να εκληφθεί σαν ένα συγκεκριμένο χρονικό ορόσημο στη ζωή του ανθρώπου, όπου, όταν φτάσει, καθίσταται ευδαίμων, αλλά θα πρέπει να θεωρηθεί ότι υφαίνεται στην κάθε χρονική στιγμή με την τέλεση ορισμένων πράξεων, ή μάλλον με την καθ ορισμένον τρόπο εκτέλεση των πράξεών του.». Αραγε, αυτό να είχε στο μυαλό του και ο Αριστοτέλης  όταν διατύπωνε την προκείμενη θεώρησή του πριν από μερικές χιλιετίες; Αν  πράγματι το εννοούσε δε φαίνεται ιδιαίτερη αδυναμία στον ισχυρισμό του. Ας αντιπαραθέσουμε όμως και την άλλη όψη.
Η αριστοτελική εκδοχή του υπέρτατου αγαθού λοιπόν, χωρίς καμιά συμπληρωματική επεξήγηση, δε φαίνεται να έχει πρακτικό νόημα σε αυτή τη ζωή. Η ευδαιμονία εάν αποτελεί στόχο είναι επιτεύξιμη. Αν επιτευχθεί όμως τότε ποιο το νόημα της ζωής; Δε θα υπάρχει πλέον άλλος σκοπός πέραν του υπέρτατου. Χωρίς στόχο θα σημάνει η άρση της ανθρώπινης κίνησης και η παρασιτική ύπαρξη του ανθρώπου ως εξοφλημένο όν. Το χρέος εξοφλήθηκε, η ευδαιμονία κατακτήθηκε, ζήτω ο πανούργος άνθρωπος που θα καταργήσει ακόμα και την ίδια την ετυμολογία του. Δε θα σημαίνει πλέον «ανω θρώσκω» (δηλ. πορεύομαι προς τα πάνω), αφού δε θα υπάρχει περαιτέρω άνοδος. Εφόσον λοιπόν η ευδαιμονία δε δύναται εννοιολογικά να αποτελέσει σκοπό και ιδιαίτερα τον υπέρτατο, τότε στην καλύτερη περίπτωση υποβαθμίζεται σε μιαν αόριστη αιτία του «είναι», σε μιαν αόριστη έννοια απροσδιόριστης αξίας. Στην προσπάθεια ανεύρεσης λοιπόν του τελικού αιτίου θα μπορούσαμε να τη θέσουμε εκτός συλλογισμού. Όμως δεν είναι έτσι φίλτατε στοχαστή, δεν είναι τόσο προφανές, τόσο εύκολο όσο το φαντάστηκες. Όποια έννοια κι αν τοποθετήσεις στη θέση της ευδαιμονίας  πάλι το ίδιο αποτέλεσμα θα σε περιμένει: Το οποιοδήποτε τελικό αίτιο, ο υπέρτατος σκοπός είναι επιτεύξιμος, ο άνθρωπος φτάνει ως εκεί και εγκλωβίζεται, φτάνει ως εκεί και αυτοαναιρείται. Υπάρχει κάποιο μεγάλο μυστικό λοιπόν που κρύβεται πίσω από το συλλογιστικό αυτό λαβύρινθο. Το τελικό αίτιο ως έννοια δεν αδυνατεί να υφίσταται. Το πρόβλημα είναι ότι το αναζητούμε σε λάθος κατεύθυνση. Ελπίζω να μην έχει παραγκωνισθεί από την ψυχή των ανθρώπων η μόνη αληθινή διέξοδος από αυτόν τον προβληματισμό, ότι δηλαδή υπέρτατος σκοπός είναι η υπέρτατη προσπάθεια. Η ίδια η ανθρώπινη φύση το τεκμηριώνει αυτό, η οποία θέτει με μεγάλη οξυδέρκεια στόχους στις ζωές των ανθρώπων για να εκπληρωθεί η ζωτική αέναη κινητικότητα, να εκπληρωθεί η ίδια η ζωή.
Το «cogito ergo sum» (δηλ. σκέφτομαι άρα υπάρχω) του Ντεκάρτ μετασχηματίζεται τώρα σε «fallor dum sum» (δηλ. πλανώμαι άρα υπάρχω) που αναφώνησε ο ιερός Αυγουστίνος. Η διακοπή της πορείας σημαίνει και το τέλος της ζωής. Ας μην εξαρτούμε τη ζωή μας από την ύπαρξη συγκεκριμένου υπέρτατου στόχου για να μην υπάρξει και πρόωρος θάνατος. Πιστεύω φίλε να κατάλαβες Ιθάκες τι σημαίνουν...
Ως μέσο για την επίτευξη του τελικού αιτίου -της ευδαιμονίας- ο Αριστοτέλης έθεσε την ανθρώπινη στάση μεσότητας, η οποία επιβάλλει τη μετριοφροσύνη και την αποφυγή ακραίων καταστάσεων. Ανάμεσα στον εγωισμό και την ταπεινοφροσύνη επιλέγω την αξιοπρέπεια. Ανάμεσα στο ασίγαστο ορμητικό πάθος και την πλήρη απάθεια επιλέγω το δρόμο της σύνεσης, της πραότητας και του βαθμιαίου προσανατολισμού. Το κατά πόσο όμως η μεσότητα έχει τη δυνατότητα να γενικευθεί επιτυχώς ως ανθρώπινη στάση συμπεριφοράς σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και προσωπικής δράσης, χρήζει εξέτασης και προβληματισμού.
Πολλές φορές ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δυο κατευθύνσεις, χωρίς να υφίσταται η παραμικρή δυνατότητα να ακολουθήσει κάποια τρίτη που ενδεχόμενα θα αντιπροσώπευε τη μεσότητα. Τότε δε θα είναι δυνατό να σταθεί το «ίσως» ανάμεσα στο «ναι» και το «όχι». Αλλά και πάλι, ποια θα ήταν η τύχη της ανθρώπινης υπόστασης αν ανάμεσα στο καλό και το κακό διάλεγε το μέτριο; Αν ανάμεσα στην κορυφή και τον πάτο του χάνδακα διάλεγε μια ασφαλή θέση κάπου στην πλαγιά; Δυστυχώς η εφαρμογή αυτής της στάσης αποδεικνύεται ανέφικτη και χωρίς ουσιαστική χρησιμότητα σε πολλές φάσεις της ζωής.
Σε μια κοινωνία μεσότητας η πρόοδος θα προχωρούσε όσο και ένα σαλιγκάρι στο άπειρο. Αν ο Μέγας Αλέξανδρος ακολουθούσε κατά γράμμα τις διδαχές του δασκάλου του δε θα έφτανε στα βάθη της Ασίας για να προσφωνηθεί «Μέγας». Ο Σωκράτης δε θα έφτανε στα άκρα της δικαστικής διαμάχης και θα συνετιζόταν στις υποδείξεις των επιπόλαιων και παρωπιδικών ανθρώπων, οπότε και εμείς σήμερα δε θα τον θαυμάζαμε για το ύψιστο ελεύθερο και ασυγκράτητο φιλοσοφικό του πνεύμα.
Και πιο πρόσφατα όμως. Η σύγχρονη Ελλάδα δε θα υφίστατο αν κάποιοι «τρελοί» ραγιάδες δεν έφταναν στα άκρα του ξεσηκωμού, στα άκρα της αναταραχής και της επανάστασης, ώστε να καταρρεύσει όχι μονάχα ο σουλτανικός ζυγός, αλλά και η πανευρωπαϊκή δεσποτική, τυραννική άρχουσα νοοτροπία των ανακτοβουλίων.
Ακόμα και οι σημαντικότερες επιστημονικές ανακαλύψεις προήλθαν από συγκλονιστικές, ρηξικέλευθες και άκρως πρωτοποριακές ιδέες, όπου η επιβολή της μεσότητας και της μετριοπάθειας θα φάνταζε ξεκαρδιστικό ανέκδοτο. Ακόμα και ο ίδιος ο Αριστοτέλης δε θα υπήρχε αν δεν τον έφερνε στον κόσμο ο άκρατος ερωτικός ενθουσιασμός των γονέων του. Η ίδια η ζωή είναι προϊόν ενός ύψιστου, ενός ακραίου συναισθήματος που πολλές φορές δοκιμάζει τα όρια της ανθρώπινης εσωτερικής υπόστασης, του έρωτα.
Εννοιολογικά ο έρωτας ενέχει ακραίες καταστάσεις που μπορούν
να προκαλέσουν πόνο και θλίψη, αλλά και θεία αγαλλίαση. Η μεσότητα
δεν έχει θέση στο γνήσιο έρωτα. Αυτός μπορεί να φέρει αλλά και να
πάρει μια ζωή. Για του λόγου το αληθές, ο Δ.Λιαντίνης παρατηρεί στο τελευταίο του σύγγραμμα, τη «Γκέμμα»: «Ο έρωτας που δε φέρνει σπόρο μέσα του τη συμφορά και το θάνατο είναι θέμα της κωμωδίας». Δε μπορεί φυσικά να ισχυριστούμε ότι η συμφορά και ο πρόωρος θάνατος είναι αποκυήματα της μεσότητας.

Συνοπτικά, είναι γεγονός πως με μια διαρκή στάση Αριστοτελικής μεσότητας, ένα ανθρώπινο ον δύναται να επιβιώσει, να πραγματοποιήσει στην καλύτερη περίπτωση το «ανθρωπίνως ζήν». Ποτέ του όμως δε θα κατορθώσει να κατακτήσει το σκοπό για τον οποίο ήλθε σε αυτόν τον κόσμο, το «ανθρωπίνως υπάρχειν».

Filosofia.GR