Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2007
ΠΛΑΤΩΝ. «ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ»
Πρῶτον μὲν οὖν δίκαιός εἰμι ἀπολογήσασθαι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πρὸς τὰ πρῶτά μου ψευδῆ κατηγορημένα καὶ τοὺς πρώτους κατηγόρους, ἔπειτα δὲ πρὸς τὰ ὕστερον καὶ τοὺς ὑστέρους. ἐμοῦ γὰρ πολλοὶ κατήγοροι γεγόνασι πρὸς ὑμᾶς καὶ πάλαι πολλὰ ἤδη ἔτη καὶ οὐδὲν ἀληθὲς λέγοντες, οὓς ἐγὼ μᾶλλον φοβοῦμαι ἢ τοὺς ἀμφὶ Ἄνυτον, καίπερ ὄντας καὶ τούτους δεινούς· ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι δεινότεροι, ὦ ἄνδρες, οἳ ὑμῶν τοὺς πολλοὺς ἐκ παίδων παραλαμβάνοντες ἔπειθόν τε καὶ κατηγόρουν ἐμοῦ μᾶλλον οὐδὲν ἀληθές, ὡς ἔστιν τις Σωκράτης σοφὸς ἀνήρ, τά τε μετέωρα φροντιστὴς καὶ τὰ ὑπὸ γῆς πάντα ἀνεζητηκὼς καὶ τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιῶν. οὗτοι, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, <οἱ> ταύτην τὴν φήμην κατασκεδάσαντες, οἱ δεινοί εἰσίν μου κατήγοροι· οἱ γὰρ ἀκούοντες ἡγοῦνται τοὺς ταῦτα ζητοῦντας οὐδὲ θεοὺς νομίζειν. ἔπειτά εἰσιν οὗτοι οἱ κατήγοροι πολλοὶ καὶ πολὺν χρόνον ἤδη κατηγορηκότες, ἔτι δὲ καὶ ἐν ταύτῃ τῇ ἡλικίᾳ λέγοντες πρὸς ὑμᾶς ἐν ᾗ ἂν μάλιστα ἐπιστεύσατε, παῖδες ὄντες ἔνιοι ὑμῶν καὶ μειράκια, ἀτεχνῶς ἐρήμην κατηγοροῦντες ἀπολογουμένου οὐδενός. ὃ δὲ πάντων ἀλογώτατον, ὅτι οὐδὲ τὰ ὀνόματα οἷόν τε αὐτῶν εἰδέναι καὶ εἰπεῖν, πλὴν εἴ τις κωμῳδοποιὸς τυγχάνει ὤν. ὅσοι δὲ φθόνῳ καὶ διαβολῇ χρώμενοι ὑμᾶς ἀνέπειθον--οἱ δὲ καὶ αὐτοὶ πεπεισμένοι ἄλλους πείθοντες--οὗτοι πάντες ἀπορώτατοί εἰσιν· οὐδὲ γὰρ ἀναβιβάσασθαι οἷόν τ᾽ ἐστὶν αὐτῶν ἐνταυθοῖ οὐδ᾽ ἐλέγξαι οὐδένα, ἀλλ᾽ ἀνάγκη ἀτεχνῶς ὥσπερ σκιαμαχεῖν ἀπολογούμενόν τε καὶ ἐλέγχειν μηδενὸς ἀποκρινομένου.
Οι ειδικές προτάσεις - Μάθημα 1ο
• Είναι προτάσεις κρίσεως
• Δέχονται άρνηση ου (ουδείς, ουδέποτε, ούτε...)
ΕΙΣΑΓΟΝΤΑΙ με τους ειδικούς συνδέσμους : ότι , ως .
ΟΤΙ = αντικειμενική κρίση (ότι πράγματι, ότι βέβαια).
ΩΣ = υποκειμενική κρίση (ότι δήθεν, ότι τάχα).
ΧΡΗΣΙΜΕΥΟΥΝ ως :
α) αντικείμενο ρημάτων : λεκτικών – αγγελίας –γνωστικών – σκέψης – συλλογισμού
– αισθητικών – δεικτικών.
β) υποκείμενο απροσώπων ρημάτων και εκφράσεων.
γ) επεξήγηση ουδετέρου ( δεικτικής αντωνυμίας ) ή ουσιαστικών όπως λόγος, αγγελία κ.λ.π.
ΕΚΦΕΡΟΝΤΑΙ με:
1. απλή οριστική: το γεγονός πραγματικό.
2. δυνητική οριστική: το γεγονός ήταν δυνατό να γίνει στο παρελθόν, αλλά δεν προέκυψε.
3. δυνητική ευκτική: το γεγονός πιθανό να γίνει στο παρόν ή στο μέλλον.
4. ευκτική του πλαγίου λόγου: εξάρτηση από ιστορικό χρόνο.
5. απλή ευκτική: εξάρτηση από αρκτικό χρόνο.
Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η .
Παρά τον ιστορικό χρόνο εκφέρονται
με οριστική όταν πρόκειται για απόλυτα βέβαιο γεγονός .
Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η .
Οι φράσεις : οιδ’ ότι, ευ οιδ’ ότι, ίσθ’ ότι, δηλον ότι,
λαμβάνονται ως επιρρήματα
όταν βρίσκονται μεταξύ των όρων άλλης προτάσεως
ή όταν δεν ακολουθούνται από ρήμα.
Στην περίπτωση αυτή μεταφράζονται ως εξής:
οιδ’ ότι = βέβαια.
ευ οιδ’ ότι = βεβαιότατα.
ίσθ’ ότι = σίγουρα,
δηλον ότι = προφανώς.
• Δέχονται άρνηση ου (ουδείς, ουδέποτε, ούτε...)
ΕΙΣΑΓΟΝΤΑΙ με τους ειδικούς συνδέσμους : ότι , ως .
ΟΤΙ = αντικειμενική κρίση (ότι πράγματι, ότι βέβαια).
ΩΣ = υποκειμενική κρίση (ότι δήθεν, ότι τάχα).
ΧΡΗΣΙΜΕΥΟΥΝ ως :
α) αντικείμενο ρημάτων : λεκτικών – αγγελίας –γνωστικών – σκέψης – συλλογισμού
– αισθητικών – δεικτικών.
β) υποκείμενο απροσώπων ρημάτων και εκφράσεων.
γ) επεξήγηση ουδετέρου ( δεικτικής αντωνυμίας ) ή ουσιαστικών όπως λόγος, αγγελία κ.λ.π.
ΕΚΦΕΡΟΝΤΑΙ με:
1. απλή οριστική: το γεγονός πραγματικό.
2. δυνητική οριστική: το γεγονός ήταν δυνατό να γίνει στο παρελθόν, αλλά δεν προέκυψε.
3. δυνητική ευκτική: το γεγονός πιθανό να γίνει στο παρόν ή στο μέλλον.
4. ευκτική του πλαγίου λόγου: εξάρτηση από ιστορικό χρόνο.
5. απλή ευκτική: εξάρτηση από αρκτικό χρόνο.
Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η .
Παρά τον ιστορικό χρόνο εκφέρονται
με οριστική όταν πρόκειται για απόλυτα βέβαιο γεγονός .
Π Ρ Ο Σ Ο Χ Η .
Οι φράσεις : οιδ’ ότι, ευ οιδ’ ότι, ίσθ’ ότι, δηλον ότι,
λαμβάνονται ως επιρρήματα
όταν βρίσκονται μεταξύ των όρων άλλης προτάσεως
ή όταν δεν ακολουθούνται από ρήμα.
Στην περίπτωση αυτή μεταφράζονται ως εξής:
οιδ’ ότι = βέβαια.
ευ οιδ’ ότι = βεβαιότατα.
ίσθ’ ότι = σίγουρα,
δηλον ότι = προφανώς.
Βίκτωρ Ουγκώ: Το Ελληνόπουλο - L'enfant
Απόδοση στα ελληνικά: Κωστής Παλαμάς
Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ'όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ'αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ' τα νερά.
Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ'την αφάνταστη φθορά.
Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τι ΄θελες τάχα να 'χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν'αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;
Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;
Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ' το Ιράν που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ'το δεντρί
που μεσ' στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κι έν' άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, δε σώνει
μεσ'απ' τον ίσκιο του να βγει;
Μην το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ΄όλα τούτα τ' αγαθά;
Πες. Τ' άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να.
Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ'όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ'αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ' τα νερά.
Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ'την αφάνταστη φθορά.
Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τι ΄θελες τάχα να 'χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν'αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;
Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;
Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ' το Ιράν που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ'το δεντρί
που μεσ' στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κι έν' άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, δε σώνει
μεσ'απ' τον ίσκιο του να βγει;
Μην το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ΄όλα τούτα τ' αγαθά;
Πες. Τ' άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να.
Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2007
Ξενοφώντα «Ελληνικά», Ι, 5, 8-11 | Xenophon's "Greek", I, 5, 8-11
- ακούω και αισθάνομαι + γενική ( + κατ. μετχ. )= ακούω ή αισθάνομαι ο ίδιος ( αυτηκοϊα )
- ακούω και αισθάνομαι + αιτιατική ( + κατ. μετ. )= πληροφορούμαι
π.χ. ακούω του Κυρου ερχομένου = ακούω ότι ο Κύρος έρχεται
ακούω τον Κυρον ερχόμενον = πληροφορουμαι ότι ο Κύρος …
αθύμως έχω
βαρέως φέρω
χαλεπως φέρω
ανιωμαι
άχθομαι
λυπουμαι
- προσδέχομαι = δέχομαι ευχάριστα, περιμένω
- μηδέ οίτινες ωσιν = πάντες
- στασιάζω = επαναστατώ,
- σστάση= επανάσταση, εμφύλια διαμάχηστασιαστικός = ταραχοποιόςτασιάζοντες αυτοί εν αυτοις = εμπλεκόμενοι σε εμφύλιες διαμάχες
- ανέλκω ναυς = τραβώ τα πλοία στην ξηρά
έλκωειλκονέλξω ή ελκύσωείλκυσα ή ειλξαείλκυκαειλκύκειν
- αναψύχω = στεγνώνω
- αποτειχίζω = αποκλείω με τείχος
- επιστέλλω = παραγγέλνω, διατάζω ( από μακριά )
Β.Δ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)