Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Παραθετικά επιθέτων και επιρρημάτων

 Οι βαθμοί των επιθέτων είναι τρεις:

  1. Όταν το επίθετο φανερώνει απλώς μια ιδιότητα ή ποιότητα ενός όντος, χωρίς σύγκριση προς άλλο, λέγεται επίθετο θετικού βαθμού ή απλώς θετικό:  δίκαιος νήρ.
  2. Όταν το επίθετο φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε βαθμό ανώτερο συγκριτικά προς ένα άλλο ή προς πολλά άλλα που λογαριάζονται σαν ένα, λέγεται επίθετο συγκριτικού βαθμού, ή απλώς συγκριτικό: οτός στι δικαιότερος κείνου – χρυσς κρείσσων πολλν χρημάτων.
  3. Όταν το επίθετο φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό ανώτερο από όλα τα άλλα του ίδιου είδους, λέγεται επίθετο υπερθετικού βαθμού ή απλώς υπερθετικό· και:
  1. το υπερθετικό που φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό, απόλυτα, χωρίς να γίνεται σύγκριση προς άλλα, λέγεται υπερθετικό απόλυτο: οτός στι δικαιότατος·
  2. το υπερθετικό που φανερώνει ότι ένα ον έχει μια ιδιότητα ή ποιότητα στον πιο μεγάλο βαθμό συγκριτικά προς όλα τα άλλα του ίδιου είδους μαζί λέγεται υπερθετικό σχετικό: ριστείδης ν δικαιότατος πάντων τν θηναίων.

 
  • Το συγκριτικό και το υπερθετικό ενός επιθέτου μαζί λέγονται μ’ ένα όνομα παραθετικά του επιθέτου.
  • Όπως στη νέα ελληνική, έτσι και στην αρχαία, τα παραθετικά των επιθέτων σχηματίζονται ή με μία λέξη (και τότε λέγονται μονολεκτικά) ή με δύο λέξεις (και τότε λέγονται περιφραστικά).

Κανονικός σχηματισμός μονολεκτικών παραθετικών
Τα μονολεκτικά παραθετικά των επιθέτων στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, σχηματίζονται κανονικά από το θετικό, αφού στο θέμα (του αρσεν. γένους) προστεθούν ορισμένες καταλήξεις που λέγονται παραθετικές καταλήξεις. Οι πιο συνηθισμένες παραθετικές καταλήξεις είναι:
για το συγκριτικό: -τερος, -τέρα, -τερον·
για το υπερθετικό: -τατος, -τάτη, -τατον.


Έτσι τα παραθετικά που σχηματίζονται με τις παραπάνω καταλήξεις είναι δευτερόκλιτα επίθετα, τρικατάληκτα με τρία γένη. Π.χ.
 
Παραθετικά με τις καταλήξεις αυτές σχηματίζουν τα επίθετα της β΄ κλίσης:
 
1. Τρικατάληκτα με 3 γένη (σε -ος, -η, -ον και -ος, -α, -ον)

πτωχός-ή-όν:          Συγκριτικός: πτωχότερος, πτωχοτέρα, πτωχότερον
                                    Υπερθετικός: πτωχότατος, πτωχοτάτη, πτωχότατον
 
ψηλός-ή-όν:         Συγκριτικός: ψηλότερος, ψηλοτέρα, ψηλότερον
                                    Υπερθετικός: ψηλότατος, ψηλοτάτη, ψηλότατον
 
σεμνός-ή-όν:          Συγκριτικός: σεμνότερος, σεμνοτέρα, σεμνότερον
                                    Υπερθετικός: σεμνότατος, σεμνοτάτη, σεμνότατον
 
πονηρός-ά-όν:       Συγκριτικός: πονηρότερος, πονηροτέρα, πονηρότερον
                                    Υπερθετικός: πονηρότατος, πονηροτάτη, πονηρότατον
 
νδρεος-εία- εον: Συγκριτικός: νδρειότερος, νδρειοτέρα, νδρειότερον
                                    Υπερθετικός: νδρειότατος, νδρειοτάτη, νδρειότατον
 
γενναος-αία-αον: Συγκριτικός: γενναιότερος, γενναιοτέρα, γενναιότερον
                                    Υπερθετικός: γενναιότατος, γενναιοτάτη, γενναιότατον
 
πιτήδειος-εία-ειον: Συγκριτικός: πιτηδειότερος, πιτηδειοτέρα, πιτηδειότερον
                                      Υπερθετικός: πιτηδειότατος, πιτηδειοτάτη, πιτηδειότατον
 
ρχαος-αία-αον: Συγκριτικός: ρχαιότερος, ρχαιοτέρα, ρχαιότερον
                                    Υπερθετικός: ρχαιότατος, ρχαιοτάτη, ρχαιότατον
 
2. Δικατάληκτα με τρία γένη (σε -ος, -ον)

διάσημος-ος-ον:   Συγκριτικός: διασημότερος, διασημοτέρα, διασημότερον
                                    Υπερθετικός: διασημότατος, διασημοτάτη, διασημότατον
 
νδοξος-ος-ον:      Συγκριτικός: νδοξότερος, νδοξοτέρα, νδοξότερον
                                    Υπερθετικός: νδοξότατος, νδοξοτάτη, νδοξότατον
 
βάναυσος-ος-ον: Συγκριτικός: βαναυσότερος, βαναυσοτέρα, βαναυσότερον
                                  Υπερθετικός: βαναυσότατος, βαναυσοτάτη, βαναυσότατον
 

Παραθετικά με τις καταλήξεις αυτές σχηματίζουν τα επίθετα της γ΄ κλίσης:
 
1. Τρικατάληκτα φωνηεντόληκτα (σε -υς, -εια, -υ)
 

βαρύς-εα-ύ:           Συγκριτικός: βαρύτερος, βαρυτέρα, βαρύτερον
                                    Υπερθετικός: βαρύτατος, βαρυτάτη, βαρύτατον
 
βαθύς-εα-ύ:           Συγκριτικός: βαθύτερος, βαθυτέρα, βαθύτερον
                                    Υπερθετικός: βαθύτατος, βαθυτάτη, βαθύτατον
 
ερύς-εα-ύ:            Συγκριτικός: ερύτερος, ερυτέρα, ερύτερον
                                    Υπερθετικός: ερύτατος, ερυτάτη, ερύτατον
 
θρασύς-εα-ύ:        Συγκριτικός: θρασύτερος, θρασυτέρα, θρασύτερον
                                    Υπερθετικός: θρασύτατος, θρασυτάτη, θρασύτατον
 
ξύς-εα-ύ:               Συγκριτικός: ξύτερος, ξυτέρα, ξύτερον
                                    Υπερθετικός: ξύτατος, ξυτάτη, ξύτατον
 
2. Σιγμόληκτα δικατάληκτα (αρσ. και θηλ. σε -ης, ουδ. σε -ες)
 

ληθής-ής-ές:         Συγκριτικός: ληθέστερος, ληθεστέρα, ληθέστερον
                                    Υπερθετικός: ληθέστατος, ληθεστάτη, ληθέστατον
 
γενής-ής-ές:         Συγκριτικός: γενέστερος, γενεστέρα, γενέστερον
                                    Υπερθετικός: γενέστατος, γενεστάτη, γενέστατον
 
σαφής-ής-ές:         Συγκριτικός: σαφέστερος, σαφεστέρα, σαφέστερον
                                    Υπερθετικός: σαφέστατος, σαφεστάτη, σαφέστατον
 
πιμελής-ής-ές:     Συγκριτικός: πιμελέστερος, πιμελεστέρα, πιμελέστερον
                                  Υπερθετικός: πιμελέστατος, πιμελεστάτη, πιμελέστατον
 
εσεβής-ής-ές:       Συγκριτικός: εσεβέστερος, εσεβεστέρα, εσεβέστερον
                                    Υπερθετικός: εσεβέστατος, εσεβεστάτη, εσεβέστατον
 
κριβής-ής-ές:       Συγκριτικός: κριβέστερος, κριβεστέρα, κριβέστερον
                                    Υπερθετικός: κριβέστατος, κριβεστάτη, κριβέστατον
 
3. Τρικατάληκτα ενρινόληκτα

μέλας-αινα-ας:      Συγκριτικός: μελάντερος, μελαντέρα, μελάντερον
(μαύρος)                    Υπερθετικός: μελάντατος, μελαντάτη, μελάντατον
 
τάλας-αινα-ας:      Συγκριτικός: ταλάντερος, ταλαντέρα, ταλάντερον
(δυστυχής)                Υπερθετικός: ταλάντατος, ταλαντάτη, ταλάντατον
 
4. Τρικατάληκτα αφωνόληκτα σε -εις, -εσσα, -εν

χαρίεις-εσσα-εν:       Συγκριτικός: χαριέστερος, χαριεστέρα, χαριέστερον
(θ. χαριετ)                 Υπερθετικός: χαριέστατος, χαριεστάτη, χαριέστατον
 
5. Δικατάληκτα αφωνόληκτα σε -ις, -ι

χαρις-ις-ι:              Συγκριτικός: χαρίστερος, χαριστέρα, χαρίστερον
                                    Υπερθετικός: χαρίστατος, χαριστάτη, χαρίστατον
 
εχαρις-ις-ι:            Συγκριτικός: εχαρίστερος, εχαριστέρα, εχαρίστερον
                                    Υπερθετικός: εχαρίστατος, εχαριστάτη, εχαρίστατον
 
1. Τα παραθετικά σε -ότερος, -ότατος 
Τα παραθετικά των δευτερόκλιτων επιθέτων διατηρούν το χαρακτήρα του θετικού ο, αν προηγείται συλλαβή φύσει ή θέσει μακρόχρονη.
α) φύσει μακρόχρονη ή απλώς μακρόχρονη, αν έχει μακρόχρονο φωνήεν ή δίφθογγο:
η – ω – οι – ει – αι – ου – υι – αυ – ευ – ηυ.  
β) θέσει μακρόχρονη, αν έχει βραχύχρονο φωνήεν, αλλά ύστερα από αυτό ακολουθούν στην ίδια λέξη δύο ή περισσότερα σύμφωνα ή ένα διπλό (ζ, ξ, ψ):
θερ-μός, -χθρός·
 
ξηρός-ά-όν:            Συγκριτικός: ξηρότερος, ξηροτέρα, ξηρότερον
                                    Υπερθετικός: ξηρότατος, ξηροτάτη, ξηρότατον
 
πτωχός-ή-όν:          Συγκριτικός: πτωχότερος, πτωχοτέρα, πτωχότερον
                                    Υπερθετικός: πτωχότατος, πτωχοτάτη, πτωχότατον
 
γενναος-αία-αον: Συγκριτικός: γενναιότερος, γενναιοτέρα, γενναιότερον
                                    Υπερθετικός: γενναιότατος, γενναιοτάτη, γενναιότατον
 
θερμός-ή-όν:          Συγκριτικός: θερμότερος, θερμοτέρα, θερμότερον
                                    Υπερθετικός: θερμότατος, θερμοτάτη, θερμότατον
 
νδοξος-ος-ον:      Συγκριτικός: νδοξότερος, νδοξοτέρα, νδοξότερον
                                    Υπερθετικός: νδοξότατος, νδοξοτάτη, νδοξότατον
 
Παραθετικά σε -ότερος, -ότατος σχηματίζουν επίσης:
α) Όσα επίθετα έχουν ως δεύτερο συνθετικό τις λέξεις: θυμός, κρος, λύπη, νίκη, τιμή, κίνδυνος, ψυχή
π.χ. γκυρος, εθυμος, φιλόνικος, κίνδυνος, πικίνδυνος, εψυχος, ντιμος, λυπος.
 
εθυμος-ος-ον:      Συγκριτικός: εθυμότερος, εθυμοτέρα, εθυμότερον
                                    Υπερθετικός: εθυμότατος, εθυμοτάτη, εθυμότατον
 
ντιμος-ος-ον:        Συγκριτικός: ντιμότερος, ντιμοτέρα, ντιμότερον
                                    Υπερθετικός: ντιμότατος, ντιμοτάτη, ντιμότατον
 
β) Τα επίθετα των οποίων το δίχρονο είναι μακρόχρονο: νιαρός, σχυρός, ψιλός, προς, λιτός, φλύαρος. Καθώς και τα: κενός, στενός, ξένος, τα οποία προήλθαν από τους τύπους: κεινός, στεινός, ξενος.
νιαρός-ά-όν:        Συγκριτικός: νιαρότερος, νιαροτέρα, νιαρότερον
(ενοχλητικός)           Υπερθετικός: νιαρότατος, νιαροτάτη, νιαρότατον
 
στενός-ή-όν:           Συγκριτικός: στενότερος, στενοτέρα, στενότερον
                                    Υπερθετικός: στενότατος, στενοτάτη, στενότατον
 
σχυρός-ά-όν:        Συγκριτικός: σχυρότερος, σχυροτέρα, σχυρότερον
                                    Υπερθετικός: σχυρότατος, σχυροτάτη, σχυρότατον
 
2. Τα παραθετικά σε -ώτερος, -ώτατος
Εκτείνουν το χαρακτήρα του θετικού σε ω  και σχηματίζουν παραθετικά σε -ώτερος, -ώτατος αν προηγείται συλλαβή βραχύχρονη:
 
νέος-α-ον:               Συγκριτικός: νεώτερος, νεωτέρα, νεώτερον
                                    Υπερθετικός: νεώτατος, νεωτάτη, νεώτατον
 
σοφός-ή-όν:           Συγκριτικός: σοφώτερος, σοφωτέρα, σοφώτερον
                                    Υπερθετικός: σοφώτατος, σοφωτάτη, σοφώτατον
 
 
Παραθετικά σε -ώτερος / -ώτατος σχηματίζουν επίσης, τα ακόλουθα επίθετα των οποίων το δίχρονο φωνήεν μπροστά από το «ο» είναι βραχύχρονο:

α) Όσα επίθετα λήγουν σε: -ιος, -ιμος, -ικος, ινος
π.χ. δόκιμος, πλούσιος, ξιος, τίμιος, χρήσιμος, νόμιμος, τραγικός, βασιλικός, πρωινός, ληθινός, ρχικός, θικός, θετικός, λογικός, σωματικός, φυσικός, ψυχικός· αρινός, νυκτερινός, πεδινός, χειμερινός.
 
πλούσιος-α-ον:      Συγκριτικός: πλουσιώτερος, πλουσιωτέρα, πλουσιώτερον
                                    Υπερθετικός: πλουσιώτατος, πλουσιωτάτη, πλουσιώτατον
 
ξιος-ξία-ξιον:       Συγκριτικός: ξιώτερος, ξιωτέρα, ξιώτερον
                                    Υπερθετικός: ξιώτατος, ξιωτάτη, ξιώτατον
 
θικός-ή-όν:           Συγκριτικός: θικώτερος, θικωτέρα, θικώτερον
                                    Υπερθετικός: θικώτατος, θικωτάτη, θικώτατον
 
τίμιος-α-ον:            Συγκριτικός: τιμιώτερος, τιμιωτέρα, τιμιώτερον
                                    Υπερθετικός: τιμιώτατος, τιμιωτάτη, τιμιώτατον
 
β) Όσα επίθετα λήγουν σε: -αλος, -ανος, -αρος, -άκος, -άτος
π.χ. μαλός, παλός, οδαλός, κανός, πιθανός, βάρβαρος, νεαρός, σοβαρός, μαλθακός, δυνατός. (Εξαιρείται το νιαρός)
 
δυνατός-ή-όν:        Συγκριτικός: δυνατώτερος, δυνατωτέρα, δυνατώτερον
                                    Υπερθετικός: δυνατώτατος, δυνατωτάτη, δυνατώτατον
 
παλός-ή-όν:          Συγκριτικός: παλώτερος, παλωτέρα, παλώτερον
                                    Υπερθετικός: παλώτατος, παλωτάτη, παλώτατον
 
κανός-ή-όν:           Συγκριτικός: κανώτερος, κανωτέρα, κανώτερον
                                    Υπερθετικός: κανώτατος, κανωτάτη, κανώτατον
 
σοβαρός-ά-όν:      Συγκριτικός: σοβαρώτερος, σοβαρωτέρα, σοβαρώτερον
                                    Υπερθετικός: σοβαρώτατος, σοβαρωτάτη, σοβαρώτατον
 
γ) Όσα επίθετα λήγουν σε: -υρος, -χος, -άρος
π.χ. συχος, χυρός, βλοσυρός, καθαρός.
 
 συχος-ος-ον:       Συγκριτικός: συχώτερος, συχωτέρα, συχώτερον
                                    Υπερθετικός: συχώτατος, συχωτάτη, συχώτατον
 
χυρός-ά-όν:          Συγκριτικός: χυρώτερος, χυρωτέρα, χυρώτερον
                                    Υπερθετικός: χυρώτατος, χυρωτάτη, χυρώτατον
 
καθαρός-ά-όν:      Συγκριτικός: καθαρώτερος, καθαρωτέρα, καθαρώτερον
                                    Υπερθετικός: καθαρώτατος, καθαρωτάτη, καθαρώτατον
 
Παραδείγματα κλίσης συγκριτικού και υπερθετικού βαθμού

Συγκριτικός βαθμός:
 σοφώτερος - το σοφωτέρου - τ σοφωτέρ - τόν σοφώτερον - () σοφώτερε
ο σοφώτεροι - τν σοφωτέρων - τος σοφωτέροις - τούς σοφωτέρους - () σοφώτεροι
 
 σοφωτέρα - τς σοφωτέρας - τ σοφωτέρ - τήν σοφωτέραν - () σοφωτέρα
α σοφώτεραι - τν σοφωτέρων - τας σοφωτέραις - τάς σοφωτέρας - () σοφώτεραι
 
τό σοφώτερον - το σοφωτέρου - τ σοφωτέρ - τό σοφώτερον - () σοφώτερον
τά σοφώτερα - τν σοφωτέρων - τος σοφωτέροις - τά σοφώτερα - () σοφώτερα
 
Υπερθετικός βαθμός:
 σοφώτατος - το σοφωτάτου - τ σοφωτάτ - τόν σοφώτατον - () σοφώτατε
ο σοφώτατοι - τν σοφωτάτων - τος σοφωτάτοις - τούς σοφωτάτους - () σοφώτατοι
 
 σοφωτάτη - τς σοφωτάτης - τ σοφωτάτ - τήν σοφωτάτην - () σοφωτάτη
α σοφώταται - τν σοφωτάτων - τας σοφωτάταις - τάς σοφωτάτας - () σοφώταται
 
τό σοφώτατον - το σοφωτάτου - τ σοφωτάτ - τό σοφώτατον - () σοφώτατον
τά σοφώτατα - τν σοφωτάτων - τος σοφωτάτοις - τά σοφώτατα - () σοφώτατα
 
Συγκριτικός βαθμός:
 σεμνότερος - το σεμνοτέρου - τ σεμνοτέρ - τόν σεμνότερον - () σεμνότερε
ο σεμνότεροι - τν σεμνοτέρων - τος σεμνοτέροις - τούς σεμνοτέρους - () σεμνότεροι
 
 σεμνοτέρα - τς σεμνοτέρας - τ σεμνοτέρ - τήν σεμνοτέραν - () σεμνοτέρα
α σεμνότεραι - τν σεμνοτέρων - τας σεμνοτέραις - τάς σεμνοτέρας - () σεμνότεραι
 
τό σεμνότερον - το σεμνοτέρου - τ σεμνοτέρ - τό σεμνότερον - () σεμνότερον
τά σεμνότερα - τν σεμνοτέρων - τος σεμνοτέροις - τά σεμνότερα - () σεμνότερα
 
Υπερθετικός βαθμός:
 σεμνότατος - το σεμνοτάτου - τ σεμνοτάτ - τόν σεμνότατον - () σεμνότατε
ο σεμνότατοι - τν σεμνοτάτων - τος σεμνοτάτοις - τούς σεμνοτάτους - () σεμνότατοι
 
 σεμνοτάτη - τς σεμνοτάτης - τ σεμνοτάτ - τήν σεμνοτάτην - () σεμνοτάτη
α σεμνόταται - τν σεμνοτάτων - τας σεμνοτάταις - τάς σεμνοτάτας - () σεμνόταται
 
τό σεμνότατον - το σεμνοτάτου - τ σεμνοτάτ - τό σεμνότατον - () σεμνότατον
τά σεμνότατα - τν σεμνοτάτων - τος σεμνοτάτοις - τά σεμνότατα - () σεμνότατα
 
Αναλογικός σχηματισμός παραθετικών
Τα παραθετικά μερικών επιθέτων της αρχαίας ελληνικής δε σχηματίζονται κανονικά με την απλή προσθήκη των παραθετικών καταλήξεων -τερος, -τατος στο θέμα τους, παρά διαμορφώνονται από αναλογία προς τα παραθετικά άλλων επιθέτων και λήγουν όπως αυτά (πβ. τα νεοελ.: ελαφρός — ελαφρύτερος όπως το βαρύτερος, χοντρός — χοντρύτερος όπως το παχύτερος, αντί για τα κανονικά ελαφρότερος, χοντρότερος).
Έτσι διαμορφώνονται οι ακόλουθες αναλογικές παραθετικές καταλήξεις:
 
α) -έστερος, -έστατος
Κατά τα παραθετικά των σιγμόληκτων επιθέτων σε -ης, -ες (ληθής, ληθέσ-τερος, ληθέσ-τατος) σχηματίζουν τα παραθετικά τους τα τριτόκλιτα επίθετα σε -ων, -ον (γεν. -ονος) , εσχήμων, τ εσχημον· , λεήμων, τ λεμον·, καθώς και τα επίθετα κρατος (=αυτός που δεν έχει ανακατευτεί με άλλον, ανόθευτος), σμενος (= ευχαριστημένος), ρρωμένος (= δυνατός) και πένης:
 
σώφρων-ον: Συγκριτικός: σωφρονέστερος, σωφρονεστέρα, σωφρονέστερον
                      Υπερθετικός: σωφρονέστατος, σωφρονεστάτη, σωφρονέστατον
 
εδαίμων-ον: Συγκριτικός: εδαιμονέστερος, εδαιμονεστέρα, εδαιμονέστερον
                        Υπερθετικός: εδαιμονέστατος, εδαιμονεστάτη, εδαιμονέστατον
 
νοήμων-ον: Συγκριτικός: νοημονέστερος, νοημονεστέρα, νοημονέστερον
                        Υπερθετικός: νοημονέστατος, νοημονεστάτη, νοημονέστατον  
 
κρατος-ον:            Συγκριτικός: κρατέστερος, κρατεστέρα, κρατέστερον
(ανόθευτος)  Υπερθετικός: κρατέστατος, κρατεστάτη, κρατέστατον &
                        Υπερθετικός: κρατότατος, κρατοτάτη, κρατότατον
 
σμενος-η-ον:        Συγκριτικός: σμενέστερος, σμενεστέρα, σμενέστερον
(χαρούμενος)       Υπερθετικός: σμενέστατος, σμενεστάτη, σμενέστατον &
                                    Συγκριτικός:  σμενώτερος, σμενωτέρα, σμενώτερον
                                    Υπερθετικός: σμενώτατος, σμενωτάτη, σμενώτατον
 
ρρωμένος-η-ον: Συγκριτικός: ρρωμενέστερος, ρρωμενεστέρα, ρρωμενέστερον
(δυνατός)      Υπερθετικός: ρρωμενέστατος, ρρωμενεστάτη, ρρωμενέστατον
 
πένης-ητος:            Συγκριτικός: πενέστερος, πενεστέρα, πενέστερον
(φτωχός)                   Υπερθετικός: πενέστατος, πενεστάτη, πενέστατον
 
β) -ούστερος, -ούστατος
Το επίθετο πλος και τα συνηρημένα επίθετα της β΄ κλίσης με β΄ συνθ. το όνομα νος σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ούστερος, -ούστατος (κατά τα παραθετικά σε -έστερος, -έστατος με συναίρεση):
 
πλος--ον:         Συγκριτικός: πλούστερος, πλουστέρα, πλούστερον
                                    Υπερθετικός: πλούστατος, πλουστάτη, πλούστατον
 
ενους-η-ουν:        Συγκριτικός: ενούστερος, ενουστέρα, ενούστερον
(ευμενής)                   Υπερθετικός: ενούστατος, ενουστάτη, ενούστατον
 
γ) -ίστερος, -ίστατος
Τα μονοκατάληκτα επίθετα  ρπαξ, βλάξ, λάλος (φλύαρος),  κλέπτης, πλεονέκτης σχηματίζουν τα παραθετικά τους σε -ίστερος, -ίστατος (κατά τα παραθετικά του χαρις: χαρίστερος, χαρίστατος·):
 
ρπαξ:                       Συγκριτικός: ρπαγστερος, ρπαγιστέρα, ρπαγστερον
                                    Υπερθετικός: ρπαγστατος, ρπαγιστάτη, ρπαγστατον
 
βλξ:                          Συγκριτικός: βλακστερος, βλακιστέρα, βλακστερον
                                    Υπερθετικός: βλακστατος, βλακιστάτη, βλακστατον
 
λλος:                        Συγκριτικός: λαλστερος, λαλιστέρα, λαλστερον
                                    Υπερθετικός: λαλστατος, λαλιστάτη, λαλστατον
 
κλέπτης:                   Συγκριτικός: κλεπτστερος, κλεπτιστέρα, κλεπτστερον
                                    Υπερθετικός: κλεπτστατος, κλεπτιστάτη, κλεπτστατον
 
πλεονέκτης:Συγκριτικός: πλεονεκτστερος, πλεονεκτιστέρα, πλεονεκτστερον
                       Υπερθετικός: πλεονεκτστατος, πλεονεκτιστάτη, πλεονεκτστατον
 
δ) -αίτερος, -αίτατος
Το επίθ. παλαιός σχηματίζει τα παραθετικά του με θέμα το επίρρ. πάλαι σε -αίτερος, -αίτατος:
 
παλαις, -η, -ον:    Συγκριτικός: παλατερος, παλαιτέρα, παλατερον
                                    Υπερθετικός: παλατατος, παλαιτάτη, παλατατον
 
Ανάλογα προς αυτό σχηματίστηκαν τα παραθετικά:
 
γεραις, -α, -ον:                Συγκριτικός: γεραίτερος, γεραιτέρα, γεραίτερον
(= γέροντας, σεβαστός)      Υπερθετικός: γεραίτατος, γεραιτάτη, γεραίτατον
 
σχολαος, -α, -ον: Συγκριτικός: σχολαίτερος, σχολαιτέρα, σχολαίτερον
(= αργοκίνητος)       Υπερθετικός: σχολαίτατος, σχολαιτάτη, σχολαίτατον
 
Από αυτά αποσπάστηκε η κατάληξη -αίτερος, -αίτατος, με την οποία σχηματίζουν τα παραθετικά τους ορισμένα επίθετα σε -ος:
 
σος-η-ον:    Συγκριτικός: σαίτερος, σαιτέρα, σαίτερον
                        Υπερθετικός: σαίτατος, σαιτάτη, σαίτατον
 
ψιος-η-ον:  Συγκριτικός: ψιαίτερος, ψιαιτέρα, ψιαίτερον
(= όψιμος)     Υπερθετικός: ψιαίτατος, ψιαιτάτη, ψιαίτατον
 
πλησίος-α-ον: Συγκριτικός: πλησιαίτερος, πλησιαιτέρα, πλησιαίτερον
                             Υπερθετικός: πλησιαίτατος, πλησιαιτάτη, πλησιαίτατον
 
προς-α-ον:  Συγκριτικός:  πρατερος, πραιτέρα, πρατερον
(= πρωινός)   Υπερθετικός: πρατατος, πραιτάτη, πρατατον
 
εδιος-α-ον: Συγκριτικός: εδιαίτερος, εδιαιτέρα, εδιαίτερον
(γαλήνιος)     Υπερθετικός: εδιαίτατος, εδιαιτάτη, εδιαίτατον &
                        Συγκριτικός: εδιέστερος, εδιεστέρα, εδιέστερον
                        Υπερθετικός: εδιέστατος, εδιεστάτη, εδιέστατον
 
συχος -η-ον: Συγκριτικός: συχαίτερος, συχαιτέρα, συχαίτερον
                        Υπερθετικός: συχαίτατος, συχαιτάτη, συχαίτατον &
                        Συγκριτικός: συχώτερος, συχωτέρα, συχώτερον
                        Υπερθετικός: συχώτατος, συχωτάτη, συχώτατον
 
διος-α-ον:  Συγκριτικός: διαίτερος, διαιτέρα, διαίτερον
(ιδιωτικός)    Υπερθετικός: διαίτατος, διαιτάτη, διαίτατον &
                        Συγκριτικός: διώτερος, διωτέρα, διώτερον
                        Υπερθετικός: διώτατος, διωτάτη, διώτατον
 
φίλος-η-ον: Συγκριτικός: φιλαίτερος, φιλαιτέρα, φιλαίτερον
                        Υπερθετικός: φιλαίτατος, φιλαιτάτη, φιλαίτατον &
                        Συγκριτικός: φίλτερος, φιλτέρα, φίλτερον
                        Υπερθετικός: φίλτατος, φιλτάτη, φίλτατον &
                        Συγκριτικός: φιλίων, φιλίων, φίλιον
 
Ανώμαλα παραθετικά (σε -ίων, -ιστος)
Μερικά επίθετα της αρχαίας ελληνικής δε σχηματίζουν τα παραθετικά τους με τις παραθετικές καταλήξεις -τερος, -τατος, παρά παίρνουν στο συγκριτικό την κατάληξη -ίων (αρσ. και θηλ.), -ιον (ουδέτ.) και στον υπερθετικό την κατάληξη -ιστος, -ίστη, -ιστον. Επειδή τα παραθετικά αυτά σχηματίζονται πολλές φορές με διάφορες φθογγικές παθήσεις ή και με θέμα διαφορετικό από το θέμα του θετικού, λέγονται ανώμαλα παραθετικά. Τα επίθετα αυτά είναι:
 
1ασχρός, ασχρά, ασχρόν (= επονείδιστος, κακοήθης, απρεπής, φαύλος)
Συγκριτικός:  ασχίων, τ ασχιον
Υπερθετικός: ασχιστος, ασχίστη, ασχιστον
 
2. χθρός, χθρά, χθρόν (= εχθρός, μισητός, απεχθής)
Συγκριτικός: , χθίων, τ χθιον, και ομαλά: χθρότερος, χθροτέρα, τό χθρότερον
Υπερθετικός: χθιστος, χθίστη, τό χθιστον,  και ομαλά: χθρότατος, χθροτάτη, τό χθρότατον
 
3δύςδεα, δύ (= γλυκός, ευχάριστος, (μτφρ) προσφιλής, ευπρόσδεκτος)
Συγκριτικός:  δίων, τ διον
Υπερθετικός:  διστος δίστη, τό διστον
 
4καλός, καλή, καλόν (= ωραίος, όμορφος, δίκαιος, έντιμος, ευγενής)
Συγκριτικός:  καλλίων, τ κάλλιον
Υπερθετικός:  κάλλιστος καλλίστη, τό κάλλιστον
 
5μέγας, μεγάλη, μέγα (= μεγάλος, υψηλός, ισχυρός, σπουδαίος, ορμητικός)
Συγκριτικός:  μείζων, τ μεζον
Υπερθετικός:  μέγιστος μεγίστη, τό μέγιστον
 
6ῥᾴδιοςῥᾳδία, ῥᾴδιον &  ῥᾴδιος, τό ῥᾴδιον (= εύκολος, πρόθυμος, απερίσκεπτος)
Συγκριτικός:  ῥᾴων, τ ῥᾷον
Υπερθετικός:  ῥᾷστος ῥᾴστη, τό ῥᾷστον
 
7ταχύς, ταχεα, ταχύ (= γρήγορος, αιφνίδιος) 
Συγκριτικός:  θάττων, τ θττον
Υπερθετικός: τάχιστος, ταχίστη, τάχιστον
 
8γαθόςγαθή, γαθόν (= καλός, γενναίος, ευγενής, ενάρετος)
Συγκριτικός:  μείνων, τ μεινον / Υπερθ: ριστοςρίστη, ριστον
Συγκριτικός:  βελτίων, τ βέλτιον / Υπερθ:  βέλτιστος βελτίστη, τό βέλτιστον
Συγκριτικός:  κρείττων, τ κρεττον / Υπερθ: κράτιστος, κρατίστη, κράτιστον
Συγκριτικός:  λων, τ λον / Υπερθ: λστος, λστη, λστον
 
9κακός, κακή, κακόν (= κακός, ανάξιος, άθλιος, οδυνηρός)
Συγκριτικός:  κακίων, τ κάκιον / Υπερθ:  κάκιστος κακίστη, τό κάκιστον
Συγκριτικός:  χείρων, τ χερον / Υπερθ:  χείριστος χειρίστη, τό χείριστον
 
10μακρός, μακρά, μακρόν (= μακρύς, μακρινός, μακροχρόνιος)
Συγκριτικός:  μακρότερος μακροτέρα, τό μακρότερον
Υπερθετικός:  μακρότατος μακροτάτη, τό μακρότατον
Υπερθετικός:  μήκιστος μηκίστη, τό μήκιστον
 
11μικρός, μικρά, μικρόν (= μικρός, λίγος, μηδαμινός, ασήμαντος)
Συγκριτικός:  μικρότερος μικροτέρα, τό μικρότερον
Υπερθετικός:  μικρότατος μικροτάτη, τό μικρότατον
Συγκριτικός: , λάττων, τ λαττον / Υπερθ: λάχιστος, λαχίστη, τό λάχιστον
Συγκριτικός:  ττων, τ ττον / Υπερθ:  κιστος κίστη, τό κιστον
Το κιστα (πληθυντικό ουδετέρου, υπερθετικού) σε επιρρηματική χρήση: = ελάχιστα
 
12λίγοςλίγη, λίγον (= πολύ λίγος, μικρός)
Συγκριτικός:  μείων, τ μεον / Υπερθ:  λίγιστος λιγίστη, τό λίγιστον
 
13πολύς, πολλή, πολύ (= πολύς, ισχυρός, πυκνός, σπουδαίος)
Συγκριτικός:  πλείων, τ πλέον / Υπερθ:  πλεστος πλείστη, τό πλεστον
 
Κλίση των συγκριτικών σε -ίων, -ιον (και -ων, -ον)
 
Ενικός
 ασχίων, το ασχίονος, τ ασχίονι, τόν ασχίονα / ασχίω, () ασχιον
 ασχίων, τς ασχίονος, τ ασχίονι, τήν ασχίονα / ασχίω, () ασχιον
τό ασχιον, το ασχίονος, τ ασχίονι, τό ασχιον, () ασχιον
 
Πληθυντικός
ο ασχίονες /ασχίους, τν ασχιόνων, τος ασχίοσι(ν), τούς ασχίονας /ασχίους,  () ασχίονες /ασχίους
α ασχίονες /ασχίους, τν ασχιόνων, τας ασχίοσι(ν), τάς ασχίονας /ασχίους,  () ασχίονες /ασχίους
τά ασχίονα /ασχίω, τν ασχιόνων, τος ασχίοσι(ν), τά ασχίονα /ασχίω, () ασχίονα /ασχίω
 
Ενικός
 δίων, το δίονος, τ δίονι, τόν δίονα /δίω, (διον
 δίων, τς δίονος, τ δίονι, τήν δίονα /δίω, (διον
τό διον, το δίονος, τ δίονι, τό διον, (διον
 
Πληθυντικός
ο δίονες /δίους, τν διόνων, τος δίοσι(ν), τούς δίονας /δίους, (δίονες /δίους
α δίονες /δίους, τν διόνων, τας δίοσι(ν), τάς δίονας /δίους, (δίονες /δίους
τά δίονα /δίω, τν διόνων, τος δίοσι(ν), τά δίονα /δίω, (δίονα /δίω
 
Ενικός
 ῥᾴων, το ῥᾴονος, τ ῥᾴονι, τόν ῥᾴονα /ῥᾴω, (ῥᾷον
 ῥᾴων , τς ῥᾴονος, τ ῥᾴονι, τήν ῥᾴονα /ῥᾴω, (ῥᾷον
τό ῥᾷον, το ῥᾴονος, τ ῥᾴονι, τό ῥᾷον, (ῥᾷον
 
Πληθυντικός
ο ῥᾴονες /ῥᾴους, τν ῥᾳόνων, τος ῥᾴοσι(ν), τούς ῥᾴονας /ῥᾴους, (ῥᾴονες /ῥᾴους
α ῥᾴονες /ῥᾴους, τν ῥᾳόνων, τας ῥᾴοσι(ν), τάς ῥᾴονας /ῥᾴους, (ῥᾴονες /ῥᾴους
τά ῥᾴονα /ῥᾴω, τν ῥᾳόνων, τος ῥᾴοσι(ν), τά ῥᾴονα /ῥᾴω, (ῥᾴονα /ῥᾴω
 
Ενικός
 μείνων, το μείνονος, τ μείνονι, τόν μείνονα /μείνω, (μεινον
 μείνων, τς μείνονος, τ μείνονι, τήν μείνονα /μείνω, (μεινον
τό μεινον, το μείνονος, τ μείνονι, τό μεινον, (μεινον
 
Πληθυντικός
ο μείνονες /μείνους, τν μεινόνων, τος μείνοσι(ν), τούς μείνονας /μείνους, (μείνονες /μείνους
α μείνονες /μείνους, τν μεινόνων, τας μείνοσι(ν), τάς μείνονας /μείνους, (μείνονες /μείνους
τά μείνονα /μείνω, τν μεινόνων, τος μείνοσι(ν), τά μείνονα /μείνω, (μείνονα /μείνω
 
Παραδείγματα κλίσης υπερθετικού βαθμού
 
Ενικός
 χθιστος, το χθίστου, τ χθίστ, τόν χθιστον, (χθιστε
 χθίστη, τς χθίστης, τ χθίστ, τήν χθίστην, (χθίστη
τό χθιστον, το χθίστου, τ χθίστ, τό χθιστον, (χθιστον
 
Πληθυντικός
ο χθιστοι, τν χθίστων, τος χθίστοις, τούς χθίστους, (χθιστοι
α χθισται, τν χθίστων, τας χθίσταις, τάς χθίστας, (χθισται
τά χθιστα, τν χθίστων, τος χθίστοις, τά χθιστα, (χθιστα
 
Ενικός
 ῥᾷστος, το ῥᾴστου, τ ῥᾴστ, τόν ῥᾷστον, (ῥᾷστε
 ῥᾴστη, τς ῥᾴστης, τ ῥᾴστ, τήν ῥᾴστην, (ῥᾴστη
τό ῥᾷστον, το ῥᾴστου, τ ῥᾴστ, τό ῥᾷστον, (ῥᾷστον
 
Πληθυντικός
ο ῥᾷστοι, τν ῥᾴστων, τος ῥᾴστοις, τούς ῥᾴστους, (ῥᾷστοι
α ῥᾷσται, τν ῥᾴστων, τας ῥᾴσταις, τάς ῥᾴστας, (ῥᾷσται
τά ῥᾷστα, τν ῥᾴστων, τος ῥᾴστοις, τά ῥᾷστα, (ῥᾷστα
 
Ενικός
 πλεστος, το πλείστου, τ πλείστ, τόν πλεστον, () πλεστε
 πλείστη, τς πλείστης, τ πλείστ, τήν πλείστην, () πλείστη
τό πλεστον, το πλείστου, τ πλείστ, τό πλεστον, () πλεστον
 
Πληθυντικός
ο πλεστοι, τν πλείστων, τος πλείστοις, τούς πλείστους, () πλεστοι
α πλεσται, τν πλείστων, τας πλείσταις, τάς πλείστας, () πλεσται
τά πλεστα, τν πλείστων, τος πλείστοις, τά πλεστα, () πλεστα
 
Περιφραστικά παραθετικά. Παραθετικά μετοχών
 
Τα περιφραστικά παραθετικά σχηματίζονται στην αρχαία ελληνική, όπως και στη νέα, με το θετικό του επιθέτου και με ορισμένο ποσοτικό επίρρημα εμπρός από αυτό. Έτσι ο συγκριτικός βαθμός σχηματίζεται με το επίρρ. μλλον και ο υπερθ. με το επίρρ. μάλιστα εμπρός από το θετικό:
 
θετ. πιμελς             συγκρ. μλλον πιμελς      υπερθ. μάλιστα πιμελς
 
(πβ. τα νεοελλ.: μικρός — πιο μικρός — ο πιο μικρός ή πολύ μικρός).
 
Όλα τα επίθετα που σχηματίζουν μονολεκτικά παραθετικά μπορούν να σχηματίσουν παράλληλα και περιφραστικά παραθετικά.
Σχηματίζουν τα παραθετικά τους μόνο περιφραστικά οι μετοχές και μερικά μονοκατάληκτα επίθετα που χρησιμοποιούνται και ως ουσιαστικά.

  1. Μετοχές: δυνάμενος – μλλον δυνάμενος – μάλιστα δυνάμενος· συμφέρων – μλλον συμφέρων – μάλιστα συμφέρων· φελν – μλλον φελν – μάλιστα φελν κ.ά. (πβ. τα νεοελλ.: αντρειωμένος – πιο αντρειωμένος – ο πιο αντρειωμένος ή πολύ άντρειωμένος).
  2. Μονοκατάληκτα επίθετα: ερων – μλλον ερων – μάλιστα ερων· νδακρυς – μλλον νδακρυς – μάλιστα νδακρυς. Έτσι και τα εελπις, κόλαξ, βριστής, φιλόγελως κ.ά.

Ελλειπτικά παραθετικά
Σε μερικά επίθετα λείπει ο θετικός βαθμός ή και ένας από τους δύο άλλους βαθμούς. Τα παραθετικά των επιθέτων αυτών λέγονται ελλειπτικά παραθετικά.
Τα περισσότερα ελλειπτικά παραθετικά παράγονται από επιρρήματα, προθέσεις ή μετοχές:

  1. (νω)                      ντερος                   ντατος
  2. (κάτω)                   κατώτερος                 κατώτατος
  3. (προ)                      πρότερος                   πρτος
  4. (πρ)                    πρτερος                  πρτατος
  5. πικρατν             πικρατστερος         ---
  6. προτιμώμενος      προτιμότερος            ---
  7. ---                           στερος                      στατος
  8. ---                           ---                               πατος
  9. ---                           ---                               σχατος                             

Μερικά επίθετα δε σχηματίζουν παραθετικά, γιατί φανερώνουν ιδιότητα, ποιότητα ή κατάσταση που δεν παρουσιάζει βαθμούς. Τέτοια επίθετα είναι:
1. Όσα φανερώνουν ύληλίθινος, ργυρος, γήινος· τοπική ή χρονική σχέσηχερσαος, θαλάσσιος, θερινός, μερήσιος· μέτροσταδιαος, πηχυαος· καταγωγή, συγγένειαπατρος, μητρικός· μόνιμη κατάστασηθνητός, νεκρς κ.ά.
2. Μερικά σύνθετα με α΄ συνθετικό το στερητικό -θάνατος, υλος, υπνος, ψυχος κ.ά.
3. Μερικά σύνθετα με α΄ συνθετικό το επίθετο πς ή την πρόθ. πρ (που έχουν μόνα τους υπερθετική σημασία): πάνσοφος, πάντιμος, πάγκαλος – περμεγέθης, πέρλαμπρος κ.ά.
 
Παραθετικά επιρρημάτων
Πολλά επιρρήματα της αρχαίας επιδέχονται σύγκριση και γι’ αυτό σχηματίζουν παραθετικά (όπως και στη νέα: ωραία – ωραιότερα ή πιο ωραία – ωραιότατα ή πάρα πολύ ωραία).
 
Σχηματίζουν έτσι παραθετικά στην αρχαία ελληνική:
1. Επιρρήματα σε -ως που παράγονται από επίθετα. Τα επιρρήματα αυτά στον συγκριτικό έχουν τύπο όμοιο με την ενική αιτιατ. του ουδετ. του συγκριτικού επιθέτου και στον υπερθετικό έχουν τύπο όμοιο με την πληθυντική αιτιατ. του ουδετέρου του υπερθετικού επιθέτου:
 
(δίκαιος):      δικαίως          δικαιότερον               δικαιότατα
(σοφός):        σοφς            σοφώτερον                σοφώτατα
(ληθς):       ληθς           ληθέστερον             ληθέστατα
(σώφρων):     σωφρόνως     σωφρονέστερον        σωφρονέστατα
(δύς):           δέως             διον                          διστα
(καλός):         καλς             κάλλιον                      κάλλιστα
 
2. Τα επιρρήματα ε (αντίστοιχο του επιθέτου γαθός), λίγον και πολύ:
ε μεινον – ριστα και βέλτιον – βέλτιστα και κρεττον – κράτιστα.
λίγον – μεον – λίγιστα και λαττον – λάχιστα και ττον – κιστα.
πολύ – πλέον – πλεστα (ή πλεστον).
 
3. Το επίρρ. μάλα (= πολύ), που οι τρεις βαθμοί του είναι:
θετ. μάλα – συγκριτ. μλλον – υπερθ. μάλιστα.
 
4. Μερικά τοπικά επιρρήματα που παίρνουν παραθετικές καταλήξεις -τέρω, -τάτω:
 
νω:               νωτρω                     νωττω
πωθεν:        πωτρω                    πωττω
(= μακριά)
γγς:             γγυτρω                   γγυττω
(=κοντά)        γγτερον                 γγτατα
                         γγιον                        γγιστα
 
ξω:                ξωτρω                     ξωττω
σωσω):   σωτρω                     σωττω
κάτω:            κατωτέρω                  κατωτάτω
πόρρω:         πορρωτέρω                πορρωτάτω
πέρα:             περαιτέρω                 ---
 
5. Μερικά χρονικά επιρρήματα με παραθετικές καταλήξεις -(αί)τερον, -(αί)τατα 
 
πάλαι:           παλαίτερον                παλαίτατα
πρωί:             πρωιαίτερον              πρωιαίτατα &
                        πρατερον               πρατατα
ψ:                ψιατερον                ψιατατα
(= αργά)
 
Και τα παραθετικά των επιρρημάτων, όπως και των επιθέτων, εκφέρονται κάποτε περιφραστικά με το μλλον, μάλιστα και το θετικό· π.χ.
 
σοφς            μλλον σοφς                       μάλιστα σοφς
δως              μλλον δως                        μλιστα δως
 

Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Κωνσταντίνου Μάντη

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος στ΄)

Ετυμολόγησης λέξεων συνέχεια. Και πάλι οι λέξεις που επιλέγουμε παρουσιάζουν ξεχωριστό ενδιαφέρον ως προς την καταγωγή τους, την «ιστορική» τους διαδρομή και τον σχηματισμό τους.

Επαναλαμβάνουμε και επιμένουμε ότι η επιλογή τους έγινε ανάμεσα από πολλές άλλες εξίσου σημαντικές, μερικών από τις οποίες θα έρθει παρακάτω, σε άλλες «επισκέψεις», η σειρά να σχολιάσουμε ετυμολογικά και σημασιολογικά.

  1. Νοσταλγία, η: ουσιαστικό (μεσν.) < αρχ. λ. νόστος, ὁ (= η επιστροφή ξενιτεμένων στην πατρίδα) < ρ. νέομαι (=γυρίζω, επιστρέφω) + -αλγία < ἄλγος, τὸ (=πόνος). Σημασία: «επιθυμία που προέρχεται από έντονο πόθο για επιστροφή στην πατρική γη, αναπόληση ευχάριστων καταστάσεων του παρελθόντος, που συνήθως συνοδεύεται από κάποια δόση θλίψης και μελαγχολίας».
  2. Νήδυμος, -ος, -ον: επίθετο (εύχρηστο ως προσδιοριστικό της λ. ύπνος). Το επίθ. προήλθε από την ομηρική φράση ἔχεν ἥδυμος ὕπνος (= τον κατέλαβε γλυκός, ευχάριστος ύπνος), όπου το τελικό -ν της λ. ἔχεν θεωρήθηκε ως αρχικό του επιθ. ἥδυμος < ἡδύς, -εῖα, ἡδύ (=γλυκός, ευχάριστος). Σημασία: «ο αδιατάρακτος και (επομένως) ο ήρεμος, ο ευχάριστος».
  3. Λάφυρο, το: ουσιαστικό· μτγν. λάφυρον (χρησιμοποιείται συνήθως στον πληθυντικό: τά λάφυρα < αρχ. λάφυρα < θ. λαφ- < ρ. λαμβάνω (παρκ. εἴ-ληφ-α = έχω λάβει). Σημασία: «κάθε κινητό (συνήθως) πράγμα, αντικείμενο, που κυριεύεται από αντίπαλο σε περίοδο πολέμου, μάχης προϊόν λείας».
  4. Παλληκάρι και παλικάρι, το: ουσιαστικό (μεσν.) < παλληκάριον, τό, υποκοριστικό του αρχ. πάλληξ / πάλλαξ, ὁ (=παιδί που δεν έχει εισέλθει ακόμα στην εφηβεία)· η ετυμολογία δεν συνάδει με την ορθογραφία της λ. με -ι- και ένα -λ-. Σημασία: α) «άνδρας γενναίος και μαχητικός», β) «σφριγηλός και όμορφος νέος», γ) άνθωπος ικανότατος στη δουλειά του». Συν. λεβέντης.
  5. Απαίσιος, -ια, -ο: επίθετο μτγν· είναι σύνθετο από την προθ. ἀπὸ ως στερητικό + αἴσιος (= ευνοϊκος, ευοίωνος) < αρχ. αἶσα, ἡ (=το πεπρωμένο, η μοίρα). Επισημαίνεται ότι η πρόθεση από ως πρώτο συνθ. λέξεων, μεταξύ άλλων σημασιών, προσδίδει και τη σημασία της στέρησης, απομάκρυνσης (πρβ. αποχωρώ [=δεν προχωρώ, φεύγω], αποβουτύρωση [=αφαίρεση του βουτύρου], απογαλακτισμός κ.ά.).
    Επομένως η λ. απαίσιος κυριολεκτικά σημαίνει: «αυτός που στερείται την αἶσαν, δηλ. την ευνοϊκή μοίρα και αργότερα (μτφ.) ο δυσάρεστος, ο πολύ άσχημος.
  6. Νηστικός, -ή (ή -ιά), -ό: μτγν. νηστικός < αρχ. νῆστις, ὁ (=νηστικός) < νη-εδ-τις < νη- στερητικό + θ. -εδ- του ρ. ἔδω (=τρώγω).
  7. Λαίμαργος, -η, -ο: επίθετο· αρχ. λ. < επιτατικό λαι- + επίθ. μάργος, -η, -ο (= i. μανιακός, ορμητικός, ii. άπληστος, αχόρταγος {Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης Liddell & Scott}). Σημασία: α) αυτός που έχει ακόρεστη όρεξη για φαγητό, β) αυτός που τρώει πολύ, γ) άπληστος, αχόρταγος.
  8. Γερός, -ή, -ό: επίθετο < μτγν. ὑγιερός < αρχ. ὑγιηρός < ὑγιής. Σημασία: α) ο απόλυτα υγιής, β) ο εύρωστος, αυτός που διαθέτει μεγάλη σωματική και ψυχική δύναμη και μπορεί να αντέχει οποιαδήποτε δυσκολία, ο εξαιρετικά ικανός, γ) σπουδαίος, σημαντικός π.χ. «μού παρουσιάστηκε γερή ευκαιρία».
  9. Αλεξίπτωτο, το: ουσιαστικό· παράγεται από το ομηρικό ρ. ἀλέξω (αποκρούω, προστατεύω) + πτω- < ρ. πίπτω· παρκ. πί-πτω-κα (=έχω πέσει). Επισημαίνεται ότι το πρόθημα αλεξι- απαντά σε λέξεις σύνθετες, που είναι μεταφραστικά δάνεια από τη γαλλική γλώσσα [αλεξικέραυνο, αλεξίσφαιρο, αλεξιβρόχιο (=ομπρέλλα) κ.ά.].
    Σημασία: πτυσσόμενη συσκευή σε σχήμα ομπρέλλας, που επιτρέπει την ομαλή και ασφαλή πτώση κατά τη ρίψη ανθρώπου από αεροπλάνο.
  10. Λιβάδι, το: ουσιαστικό· μτγν λιβάδιον, τό < υποκορ. του αρχ. λιβάς (-άδος), ἡ (=καθετί που πέφτει προς τα κάτω, σταλαγμός νερού, στάσιμο νερό, πηγή, ρυάκι)’ παράγεται από το ρήμα λείβω (= στάζω, χύνω, αφήνω κάτι να καταρρέει, αφήνω να πέσει δάκρυ). Από το θ. λειβ- υπάρχει και παλαιότερη γραφή λειβάδι από το θ. λιβ- παράγονται και τα λιμήν (λιμάνι), λίμνη. Σημασία: α) έκταση γης σκεπασμένη με χορτάρι, βοσκοτόπι [συν. (λόγ.) λειμώνας, ο < αρχ. λ. λειμών, ὁ < λείβω], β) η ρηχή λιμνοθάλασσα, στην οποία εκτρέφονται ψάρια (Γ. Μπαμπινιώτης).

Συντμήσεις: 

αρχ. = αρχαία (ο), 
επίθ. = επίθετο, 
θ. = θέμα, 
κ.ά. = και άλλα, 
λ. = λέξη, 
λόγ. = λόγια(γλώσσα), 
μεσν. = μεσαιωνικό, 
μτγν. = μεταγενέστερα, 
μτφ. = μεταφορικά, 
πρβλ. = παράβαλε, 
παρκ. = παρακείμενος, 
ρ. = ρήμα, 
συν. = συνώνυμο, 
συνθ. = σύνθετο.

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος ε΄)

Συνεχίζουμε την «περιήγησή» μας στο χώρο της Ελληνικής Γλώσσας και «επισκεπτόμαστε» σημαντικούς σταθμούς-λέξεις. Ετυμολογώντας τες διαπιστώνουμε την καταγωγή τους και, φυσικά, τη συγγένειά τους με ομόρριζες λέξεις τόσο της λόγιας, όσο και της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Ωστόσο κάποιες απ’ αυτές έχουν «ξεστρατίσει» από τις αρχικές εστίες «καταγωγής», γεγονός που μας αιφνιδιάζει ευχάριστα (δες τη λ. νερό και τη σχέση της με την αρχ. λ. ύδωρ!).

  1. Έφεση: ουσιαστ. < αρχ. λ. ἔφεσις, ἡ < ρ. ἐφίημι (=παροτρύνω, παρορμώ) < ἐφ’ – (< ἐπί-) + ἵημι (= βάλλω, ρίχνω).
    Σημασία του: α) «ροπή, έντονη τάση προς την καλλιέργεια κάποιας δεξιότητας, β) (Νομ.) «ένδικο μέσο το οποίο ασκείται σε ανώτερο δικαστήριο (Εφετείο) για την ακύρωση, την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση εκ νέου της υπόθεσης».
  2. Κυνηγός, ο: ουσιαστ. < αρχ. λ. σύνθετη από τη λ. κύων, ὁ (=σκύλος) < γεν. κυν-ός, θ. κυν- + -ηγός < ρ. ἄγω ( < θ. ἀγ-) με έκταση του αρχικού φωνήεντος -α- σε -η- κατά τη σύνθεση. Πρβλ. και τα στρατηγός, πλοηγός, οδηγός, αρχηγός κ.ά., αλλά και λοχαγός (χωρίς έκταση του αρχικού φωνήεντος σε -η-).
    Σημασία του: α) (αρχική σημ.) «αυτός που οδηγεί τους κυνηγετικούς σκύλους, β) «αυτός που προσπαθεί να συλλάβει ή να σκοτώσει άγρια ζώα», γ) «(γενικά) πρόσωπο που καταδιώκει κάποιον», δ) «επιθετικός παίκτης στο ποδόσφαιρο».
  3. Μοίρα, η: ουσιαστ. (αρχ. λ. μοῖρα, η ) < ρ. μείρομαι (=μοιράζω, παίρνω αυτό που μου αναλογεί, μετέχω σε κάτι), θ. μορ- (με ετεροίωση του -ε- σε -ο- από το θ. μερ-) + *-jα (με επένθεση** του j προ του γράμματος ρ (μορ-ja = μοῖρα).
    Σημασία του : α) ( αρχική σημ.) μέρος ενός συνόλου (συνών.: μερίδα, μερίδιο, μοιράδι, μερτικό, κομμάτι, τεμάχιο), β) ό,τι μπορεί να συμβεί στον καθένα (συνών.: τύχη, μοιραίο, ειμαρμένη, γραφτό, ριζικό, πεπρωμένο), γ) (Μαθημ.) μονάδα μέτρησης των γωνιών και της περιφέρειας του κύκλου δ) μερίδιο κληρονομιάς, (Νομ.) Νόμιμη μοίρα, ε) (Στρατ.) μέρος, μονάδα στρατού και κυρίως στόλου (ναυτική μοίρα). // (Μυθ.) Μοίρα ( Μοίρες): η θεά του πεπρωμένου.
    * j : ημίφωνο, το επονομαζόμενο γιοτ, που αποτελούσε το 26° γράμμα του πολύ αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου και το οποίο με τον καιρό αποβλήθηκε από την ελληνική γλώσσα.
    ** Επένθεση: το ημίφωνο j, όταν βρίσκεται ύστερα από τα συμπλέγματα -αν, -αρ, -ορ, μέσα σε μια λέξη, μετατοπίζεται πριν από το ν ή ρ και ενώνεται με το προηγούμενο α ή ο σε δίφθογγο αι ή οι’ π.χ. (θ. φαν-) (φανjω = φαίνω, θ. ( χαρ-) χαρjω = χαίρω, (θ. μορ-) μορjα = μοῖρα.
  4. Πανικός, ο: ουσιαστ. μτγν. από το αρχ. επίθ. πανικός (= ταραχή των κοπαδιών που προκαλούσε ο θεός Παν). Συνών.: φόβος, τρόμος, τρομάρα, φρίκη. Σήμερα έχει γενικότερη της αρχικής σημασίας: «έντονος φόβος και ταραχή εξαιτίας υπαρκτού η αναμενόμενου κινδύνου, που παραλύουν στοιχειωδώς τη λογική σκέψη και οδηγούν τον άνθρωπο σε κατάσταση εκτός εαυτού και ελέγχου και συχνά τον τρέπουν σε άτακτη φυγή».
  5. Νήπιο, το: ουσιαστ. < αρχ. λ. νήπιον, τό < ουδέτ. του επιθ. νήπιος, -ια, -ιον < αρνητικό μοριο νη- + ἔπος, το (= λόγος). Σημασία του: α) (του επιθ.) «αυτός που δεν έχει λόγο, δεν μπορεί να μιλήσει», β) (του ουσιαστ.) « το παιδί τους ενός (1) έτους μέχρι έξι (6) ετών που δεν μπορεί ακόμη να μιλήσει άνετα».
  6. Νομίζω: ρήμα < αρχ. ρ. νομίζω < νόμος < νέμω (με ετεροίωση του -ε- σε -ο-). Αρχική του σημασία: «θεωρώ κάτι νόμιμο». Σημερινή σημασία: « έχω τη γνώμη, θεωρώ».
  7. Λωποδύτης, ο: ουσιαστ.· αρχ. λ. λωποδύτης, ὁ < λώπη, ἡ < λῶπος, ὁ (=το ιμάτιο, το ένδυμα) + -δύτης < ρ. δύω (=βυθίζω, βουτώ). Η λ. αρχικά προσδιόριζε εκείνον που έκλεβε τα ενδύματα των άλλων, των ταξιδιωτών και των λουομένων. Σημερινή σημασία: α) «ο κλέφτης (ιδίως αντικειμένων μικρής αξίας), β) «ο απατεώνας, ο ψεύτης».
  8. Νερό, το: ουσιαστ. μεσν. νερόν, τό (5ος / 6υς αι. μ.Χ.) < μτγν. νηρόν, τό < αρχ. επίθ. νεαρόν (ὕδωρ) (= φρέσκο νερό). Η λ. νεαρόν από επιθετικός προσδιορισμός της λ. ὕδωρ βαθμηδόν μετεξελίχθηκε σε ουσιαστ. και το υποκατέστησε. Π.χ. στην αρχαία Αθήνα, όταν ο πατέρας έλεγε στο γιό του: «Ὢ παῖ φέρε μοι νεαρὸν ὕδωρ». σιγά-σιγά παρέλειψε τη λ. ὕδωρ και το παιδί φυσικά καταλάβαινε ότι ήθελε να του φέρει πόσιμο νερό. Έτσι λοιπόν η λ. νεαρόν < νηρόν < νερό υποκατέστησε τη λ. ύδωρ και έγινε ουσιαστικό.

Συντμήσεις:

αρχ. = αρχαία (ο),
γεν. = γενική,
επίθ. = επίθετο,
επίρρ. = επίρρημα,
θ. = θέμα,
κ.ά. = και άλλα,
λ. = λέξη,
Μαθημ. = μαθηματικά,
μεσν. = μεσαιωνικό,
μτγν. = μεταγενέστερα,
Μυθ. = Μυθολογία,
Νομοθ. = Νομοθεσία, νομοθετικός,
ουσιαστ. = ουσιαστικό,
πρβλ. = παράβαλε,
ρ. = ρήμα,
σημ. = σημασία,
Στρατ. = στρατιωτικά.

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr

 

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος δ΄)

Με κάποιων άκλιτων λέξεων, κυρίως επιρρημάτων, την ετυμολόγηση και τη σημασία τους, θα ασχοληθώ στο σημερινό «σεργιάνισμα» στην Ελληνική Γλώσσα. Και αυτών των λέξεων η επιλογή είναι σχετικά τυχαία· θα μπορούσα να αναφέρω πολλαπλάσια επιρρήματα και άκλιτα μόρια που διανθίζουν τον νεοελληνικό λόγο, αλλά η πρόθεσή μου, όπως ήδη προανέφερα, δεν είναι να συντάξω ένα νέο πλήρες λεξικό της Γλώσσας μας: Φιλοδοξώ και επιθυμώ, επαναλαμβάνω, να καταδείξω τον ενιαίο χαρακτήρα, τη διαχρονικότητα της ελληνικής γλώσσας από τους αρχαιοτάτους χρόνους μέχρι σήμερα.

Πάμε λοιπόν στην ουσία του θέματος:
  1. Απεναντίας: επίρρ. τροπικό· είναι σύνθετη λ. και προέρχεται από τη μεσν. φράση «ἀπ’ εναντίας (ενν.) ὁδοῦ», που η σημασία της ήταν: «από τον αντίθετο, τον εχθρικό δρόμο».
    Στις μέρες μας σημαίνει: «σε αντίθεση, αντίθετα, ίσα-ίσα».
  2. Απευθείας: επίρρ. τροπικό· προέρχεται από την μεσν. φράση «ἀπ’ εὐθείας (ενν.) ὁδοῦ ή
    γραμμῆς» και η σημασία της ήταν: «από τον ίσιο, το συντομότερο δρόμο». Σήμερα σημαίνει:
    α) χωρίς διαμεσολάβηση, αμέσως, β) (στην τηλεόραση) την ίδια στιγμή, χωρίς μαγνητοσκόπηση, ζωντανά.
  3. Αφότου: σύνδεσμος χρονικός· η λ. είναι σύνθετη μεσν. : ἀφ’ ὅτου < ἀπὸ + ὅτου < γεν. της αναφορικής αντωνυμίας ὅστις. Σημασία του: «από τότε που», π.χ, πάνε πολλά χρόνια αφότου χωρίσαμε.
  4. Αφού: σύνδεσμος χρονικός ή αίτιο λογικός: αρχ. ἀφ’ οὗ (ενν. χρόνου) η λ. οὗ είναι γεν.
    της αναφορικής αντωνυμίας ὃς, ἢ, ὃ.
  5. Θα: μόριο· η λ. είναι μεσν και προήλθε με «περιπέτεια» από τη φράση θέλω ἵνα.. (θέλω
    να… < θέλ’ να < θενά < θα. Χρησιμοποιείται για το σχηματισμό των μελλοντικών ρηματικών χρόνων (στιγμιαίου, διαρκείας και συντελεσμένου μέλλοντα)· π.χ. θα λύσω, θα λύνω, θα έχω λύσει.
  6. Οιονεί: επίρρ. που ανήκει στη λόγια γλώσσα’ σύνθετη από το αρχ. οἷον (ουδ. της αντωνυμίας οἷος, οἵα, οἷον) + εἰ (υποθ. σύνδεσμος). Έχει τη σημασία του σαν, κάτι σαν, δήθεν· π.χ. « Ό,τι είπες είναι οιονεί ανούσιος λόγος », «αυτόν που βλέπεις παριστάνει τον οιονεί (=δήθεν) σοφό άνθρωπο». Πρβλ. στη Νομοθ. οιονεί νομή ή νομή δικαιώματος (η νομή που συνίσταται στην άσκηση δικαιώματος επί ενεχύρου και δουλειών).
  7. Ενίοτε: χρονικό επίρρημα· προήλθε από την αρχαία φράση ἔνι + ὃτε, οπου το ἔνι είναι συγκεκομμενος τύπος του ρ. ἔνεστι (= είναι δυνατό). Σημασία του: « μερικές φορές, κάποτε, πότε-πότε».
  8. Οσονούπω: χρονικό επίρρημα· σχηματίστηκε από την αρχ. φράση ὃσον (ουδ. της αναφ. αντωνυμίας ὃσος, -η, -ον) + οὔπω (=όχι ακόμη, όχι μέχρι τώρα). Σημαίνει: «σε λίγο, όπου να’ ναι »· π.χ. οσονούπω θα έρθει ο χειμώνας.
  9. Τώρα: επίρρ. χρονικό. Προήλθε από την αρχ. φράση τῆ ὥρα με επιρρηματική σημασία (=αυτή την ώρα, αυτή τη στιγμή, αμέσως).
  10. Συλλήβδην: τροπικό επίρρημα· αρχ. λ. παραγόμενη από το ρ. συλλαμβάνω (συλληβ-δην < το θέμα ληβ- είναι η ισχυρή μορφή του θέματος λαβ- ). Σημασία του: «συνολικά, γενικά, χωρίς διακρίσεις»· π.χ. συλλήβδην κατηγόρησε τους πάντες.
  11. Χύδην: τροπικό επίρρημα· αρχ. λ. από το θέμα χυ-του ρ. χέω (=χύνω, σκορπίζω) + το επίθημα -δην. Σημαίνει: «ανάκατα, χωρίς τάξη». Απαντά μόνο στη φράση χύδην όχλος (=αμόρφωτος λαός, όχλος, συρφετός).
  12. Φύρδην-μίγδην: εδώ έχουμε να κάνουμε με δυο «σιαμαία» επιρρήματα που δηλώνουν τρόπο. Το επίρρ. φύρδην παράγεται από το αρχ. ρ. φύρω (=ανακατεύω)· το μίγδην παράγεται από το αρχ. ρ. μείγνυμι (=ανακατεύω) με θ. μιγ-, ασθενή μορφή του ισχυρού θ. μειγ-. Και στα δυο επιρρ. προστίθεται στο θ. το επίθημα -δην (φύρ-δην, μίγ¬δην). Σημασία: στη φράση φύρδην μίγδην = εντελώς ανακατεμένα, άνω- κάτω.

Συντμήσεις:

αρχ. = αρχαίο (α),
γεν. = γενική,
επίρρ. = επίρρημα,
θ. = θέμα,
λ. =λέξη,
μεσν. = μεσαιωνικό (ή),
Νομοθ. = Νομοθεσία,
πρβλ. = παράβαλε,
ρ. = ρήμα,
υποθ. = υποθετικός.

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr

 

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος γ΄)

Με μια ομάδα ρημάτων θα ασχοληθώ στη σημερινή ενότητα. Η ορθογραφία τους δεν έχει ιδιαίτερη δυσκολία. Μεγάλου όμως ενδιαφέροντος και ξεχωριστής προσοχής είναι άξια α) η ετυμολογική τους δομή και β) η σημασιολογική τους «περιπέτεια» και διαφοροποίηση από τον αρχικό τους σχηματισμό μέχρι σήμερα. Η επιλογή των ρημάτων αυτών είναι απλά ενδεικτική από αρκετά άλλα ρήματα που παρουσιάζουν ανάλογο ενδιαφέρον στο σχηματισμό τους και στη σημασία τους. Ωστόσο ο σχολιασμός τριών (3) ρημάτων συγγενών στη σημασία (δημιουργώ, δουλεύω, κάνω) καταδεικνύει την μεγάλη αρετή της γλώσσας μας να δημιουργεί με άνεση ξεχωριστές λέξεις για την απόδοση των λεπτών αποχρώσεων μιας έννοιας!

Έρχομαι στο προκείμενο:

1) Βοηθώ: αρχαίο ρήμα: «βοηθῶ (-έω)» < βοηθός, ὁ, ἡ < βοή, ἡ + θέω (=τρέχω). Επομένως αρχικά είχε τη σημασία του « τρέχω, σπεύδω σε ακουόμενη βοή που προέρχεται από κάποιον, που διατρέχει σοβαρό κίνδυνο». Στην νεοελληνική έχει ευρύτερη σημασία: α) συντρέχω, υποστηρίζω κάποιον να ξεπεράσει τις δυσκολίες του, β) ευνοώ (γενικά) κάποιον να πετύχει κάτι, επιφυλάσσω ειδική μεταχείριση σ’ αυτόν.

2) Δουλεύω: αρχαίο ρήμα· παράγεται από την αρχ. λ. δοῦλος < δῶ (-έω) = δεσμεύω, δένω, φυλακίζω· η αρχική σημασία ήταν: «είμαι δούλος, υπηρετώ κάποιον δουλικά». Στις μέρες μας το ρ. δουλεύω ση μασιό λογικά ταυτίστηκε με το ρ. εργάζομαι. Ωστόσο ο νεοέλληνας πιστεύω, όταν λέει «δουλεύω ή έχω δουλειά», υποσυνείδητα εννοεί «εργάζομαι κατ’ ανάγκην για να αποκτήσω τα απαραίτητα για τη ζωή μου. Ο αρχαίος Έλληνας όμως ενσυνείδητα αποδεχόταν την εργασία ως την απαραίτητη δραστηριότητα για να καταξιωθεί στη ζωή του, για να έχει νόημα και ουσία η καθημερινότητά του. Ο επικός ποιητής Ησίοδος έλεγε «ἔργον οὐδὲν τὄνειδος, ἀεργίη δὲ τὄνειδος» (δηλαδή καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, ενώ ντροπή είναι να μη θέλει κανείς να εργάζεται). Συμπέρασμα: για τους αρχαίους Έλληνες ήταν διαφορετικό πράγμα, δραστηριότητα η εργασία από τη δουλειά!

3) Δημιουργώ: αρχ. ρ. δηµιουργῶ (-έω)· παράγεται από την αρχ. λ. δημιουργός, ὁ, ἡ <δήμιο- ( < δῆμος) + *Fεργός < ἔργον. Η αρχική σημασία της λ. δημιουργός ήταν « αυτός που ασχολείται για τον δήμο, για το λαό σε εργασίες κοινής ωφέλειας, ο τεχνίτης· ανάλογη σημασία είχε και το ρ. δημιουργώ (= εργάζομαι προσφέροντας της υπηρεσίες μου για το κοινό καλό, για τον λαό). Στην νεοελληνική γλώσσα είναι συνώνυμο των ρ. εργάζομαι, ασγολούμαι, κάνω κ.ά., αλλά διαφοροποιείται απ’ αυτά καθώς έχει κατά βάση τη σημασία του « προσπαθώ με ένα είδος έμπνευσης να κατασκευάσω κάτι προσωπικό μεν, αλλά σπουδαίο και σοβαρό (πρβ. ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, ο άνθρωπος αυτός δημιούργησε μεγάλη περιουσία κ.ά.). Το ρ. μεταγενέστερα χρησιμοποιείται και προς δήλωση αρνητικών καταστάσεων, όπως π.χ. δημιουργώ μεγάλη σύγχυση, φασαρία, οξύτητα κ.λπ. δημιουργώ υποψία, ρήγμα στις σχέσεις, εμπόδιο, δυσαρέσκεια κ.λπ.

4) Κάνω: μεσν. ρ· προέρχεται από το αρχ. ρ. κάμνω (=εκτελώ με κόπο κάτι, καταπονούμαι, κουράζομαι)· πρβλ. τη λέξη κάματος (=κούραση). Το ρ. έχει πολλές χρήσεις στον νεοελληνικό λόγο, δηλωτικό πάντοτε της μικρής ή μεγάλης προσπάθειας για πράξη, για ενέργεια. Χρησιμοποιείται στη θέση πολλών συνώνυμων και ταυτόσημων ρ. (εργάζομαι, εκτελώ, δρω, ενεργώ, δημιουργώ, φτειά(χ)νω κ.ά.) υποκαθιστώντας τα άνετα και εύστοχα. Είναι ένα είδος «μπαλαντέρ» στον χώρο των ρ. που δηλώνουν ενέργεια, δράση!

5) Καθηλώνω: αρχ. ρ. Καθηλῶ (-ὁω) + ἡλω < ἧλος (= καρφί), ὁ. Σημαίνει: α) καρφώνω, στερεώνω καλά με καρφιά, β) (μτφ.) ακινητοποιώ κάποιν, τον εξαναγκάζω να μην κουνηθεί από τη θέση του. Παράγωγο: καθήλωση (=ακινητοποίηση του σώματος με καρφιά, (μτφ.) διατήρηση, σταθεροποίηση)· αντίθετη η έννοια της αποκαθήλωσης, που σημαίνει το ξεκάρφωμα, την απόσπαση των ηλων (καρφιών)· πρβλ: η Αποκαθήλωση: η απόσπαση και η καταβίβαση του σώματος του Χριστού από τον Σταυρό. Συγγενής του ρ. καθηλώνω είναι η σημασία του ρ. προσηλώνω [=καρφώνω, επικεντρώνω σταθερά (κυρίως το βλέμμα].

6) Κοιτάζω: αρχ. ρ. κοιτάζω < κοίτη, ἡ < ρ. κεῖμαι (=βρίσκομαι κάτω, κείτομαι, (επί νεκρών) είμαι νεκρός, βρίσκομαι ενγένει). Αρχική σημασία του ρ.: «βάζω κάποιον στην κοίτη (=κρεβάτι), ξαπλώνω. Η σημερινή σημασία οφείλεται στην πρακτική των φρουρών να έχουν την κοίτη (κρεβάτι) τους στο φυλάκιο, από το οποίο επαγρυπνούσαν ως φρουροί (Γ. Μπαμπινιώτης). Μεταγενέστερα το ρ. κατέστη συνώνυμο του βλέπω: έχω στραμμένο το βλέμμα μου, παρατηρώ με προσοχή, φροντίζω, νοιάζομαι, δίνω προσοχή.

7) Μπαίνω: μεσν. ρ.· ἐµπαίνω < αρχ. ἐµβαίνω < ἐν + βαίνω. Η αρχική κυριολεκτική σημασία του είναι: «από εξωτερικό χώρο κινούμαι και εισέρχομαι σε εσωτερικό»· άλλωστε η πρόθεση ἐν δηλώνει γενικά εντοπισμό, στάση σε τόπο, προϋποθέτοντας κάποιες φορές κίνηση εκ των έξω προς τα μέσα. Η σημερινή του σημασία ποικίλλει κατά περίπτωση, ενώ λεπτές αποχρώσεις της έννοιας αποδίδονται με τα συνώνυμά του: εισδύω, εισέρχομαι. εισβάλλω, εισχωρώ.

* F (το επονομαζόμενο δίγαμμα): το έκτο γράμμα (F) του πολύ αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου· η ασθενής άρθρωση του γράμματος αυτού ήταν η αιτία να αποβληθεί από την ελληνική και τελικά να αποσιωποιηθεί.

Συντμήσεις:

αρχ. = αρχαίο (α),
κ. ά = και άλλα
λ. =λέξη,
μεσν. = μεσαιωνικό
πρβλ. = παράβαλε,
ρ. = ρήμα

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος β΄)

Στη σημερινή ενότητα έχω επιλέξει και συμπεριλάβει για ετυμολόγηση λέξεις, των οποίων η ορθογραφία αγνοείται κάπως ή τελείως από πολλούς νεοέλληνες και εν γένει σ’ αρκετούς διίστανται οι απόψεις και οι γνώμες ως προς την ορθή γραφή τους. Αυτών των λέξεων επιβάλλεται η γνώση της ετυμολογίας, για να γράφουμε σωστά τη γλώσσα μας. 

Μερικές λοιπόν απ’ αυτές, κι όχι όλες (είναι άλλωστε αδύνατο κάτι τέτοιο!), αναφέρω στη σημερινή μου λίστα:
  1. Δικλίδα, η: ουσ.· προέρχεται από το αρχ. δικλίς, ἡ (-ίδος), σύνθετο από το δι- < δίς + θ. κλι- του ρ. κλίνω (= γέρνω). Αρχικά είχε τη σημασία: «δίφυλλη πόρτα», δηλ. τη στερεή, την απαραβίαστη θύρα· αργότερα, στις μέρες μας, απέκτησε μετφ. σημασίες, όπως στη φράση δικλίδα ασφαλιστική / δικλίδα ασφαλείας (= i. βαλβίδα που ρυθμίζει την ασφαλή και βαθμιαία έξοδο του ατμού από λέβητα, ii. (μτφ.) καθετί που προστατεύει από κίνδυνο, από δυσάρεστες εξελίξεις)· η γραφή δικλείδα (από το δι- + κλείνω) είναι εσφαλμένη.
  2. Δωσίλογος, ο, η: ουσ.· προέρχεται από το θ. δω- του αρχ. ρ. δίδωμι (μέλλοντας δώσω) και τη λ. λόγος (δωσ- + λόγος). Σημαίνει: αυτόν που είναι υποχρεωμένος να λογοδοτήσει για τις πράξεις του, για τις παράνομες ενέργειές του, τον υπόλογο, τον υπεύθυνο· // (νεολογισμός) εκείνον που κατά τη διάρκεια της Κατοχής κατέδωσε στον εχθρό έλληνες ή ξένους υπηκόους, που εργάζονταν για τον εθνικό ή συμμαχικό αγώνα και γενικά εκείνον που κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο είχε σε κατεχόμενη χώρα στρατιωτική, πολιτική ή οικονομική συνεργασία με τον εχθρό. Η γραφή δοσίλογος δεν θεωρείται σωστή, μολονότι πολλοί την αποδέχονται.
  3. Επεισόδιο, το: ουσ.· αρχ. λ. ἐπεισόδιον, τό, σύνθετη απο την πρόθεση ἐπί + εἴσοδος· κατά τη σύνθεση το -ι- της πρόθεσης έπαθε έκθλιψη (αποβλήθηκε) μπροστά από το -ει- της λέξης είσοδος· γι’ αυτο είναι λανθασμένη η γραφή επισόδιο, την οποία λίγοι υιοθετούν παρασυρμένοι από την πρόθεση επί. Η αρχική σημασία είναι: «το διαλογικό μέρος της τραγωδίας, που παρεμβάλλεται μεταξύ δύο χορικών». Μεταγενέστερη σημασία: «Περιστατικό που ξαφνιάζει, το συμβάν, η λογομαχία, ο καβγάς»· στη λογοτεχνία: «κάθε αυτοτελής διήγηση ή σκηνή σε λογοτεχνικό έργο».
  4. Επικεφαλής: επίρρημα· προήλθε από το εμπρόθετο ἐπί κεφαλῆς και χρησιμοποιείται ως επιρρηματική ή άκλιτη λέξη σε θέση ουσιαστικού ή επιθέτου. Έχει τη σημασία του «αρχηγού, αυτού που βρίσκεται στην πρώτη θέση, στην κορυφή»· π.χ. «οι επικεφαλής του στρατεύματος είχαν λάβει την απόφαση να γίνει επίθεση». Πολλοί εκλαμβάνουν τη λέξη ως επίθετο κλίνοντάς την ως σιγμόληκτο επίθετο:
    του επικεφαλούς, τον επικεφαλή, …, οι επικεφαλείς κ.λπ., υποπίπτοντας προφανώς σε σοβαρό λάθος.
  5. Λημέρι, το: ουσ.· παράγεται από δύσχρηστο ρ. ολημερίζω (περνώ όλη τη μέρα) κι αυτό από το ὁλο(ή)μερος, σύνθετο από το ολ(ο) + ήμερος < ἡμέρα. Σημασία του: «το μέρος όπου ζω όλη σχεδόν την ημέρα, έχοντάς το ως κρησφύγετο» // «(επί τουρκοκρατίας), τόπος διαμονής κλεφτών και αρματολών» // «φωλιά αγρίων ζώων»
  6. Ξηλώνω: ρήμα· προέρχεται από το μεσν. ρ. ἐξηλώ (-όω) (ξεκαρφώνω) < ἐξ + ἡλώ < ἧλος, ὁ (=το καρφί). Παλαιότερα η λέξη γραφόταν και με -υ- (ξυλώνω) προερχόμενη από τη λ. ξύλο· ωστόσο η αρχική σημ. ξεκαρφώνω (ἐξ + ἧλος=καρφί) απορρίπτει τη γραφή αυτή. Σημασία: i. αποσπώ κάτι που έχει ραφτεί σε ένδυμα, ii. αποσυναρμολογώ κάτι, iii. διώχνω κάποιον από την εργασία του, από τη θέση που κατέχει.
  7. Οισοφάγος, ο: ουσ. Η λέξη είναι σύνθετη από τον μέλλοντα οἴσω (=θα φέρω) του ρ. φέρω + -φάγος < απαρέμφατο φαγεῖν του αρχ. ρ. ἐσθίω (= τρώγω)· η ετυμολογία αυτή συνάδει με τη σημασία που έχει η λέξη: «το σωληνοειδές μυώδες όργανο, που θα ωθήσει και (θα) μεταφέρει την τροφή στο στομάχι.
  8. Ορθοπεδικός, ο, η: ουσ. Η λέξη προέρχεται από το επίθετο ορθοπεδικός, ο, η (= αυτός που έχει σχέση με την επιστήμη της ορθοπεδικής). Απαντά και γραφή με -αι- (ορθοπαιδικός), που θεωρείται από πολλούς σωστή· η εξήγηση: ο όρος ορθοπαιδικός πλάστηκε το 1741 από τον Γάλλο ιατρό Nicolas Andry και αναφερόταν στην πρόληψη και θεραπεία των σωματικών δυσπλασιών στα παιδιά. Αργότερα ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε και για τους ενηλίκους· καθιερώθηκε, παρετυμολογικά ίσως, και η γραφή ορθοπεδική ως σύνθετη από το ορθο- < ορθός, ο + το λατ. pes, pedis (= το πόδι) ή το ελληνικό πέδη, ἡ (=το πόδι)· πρβλ. και τα σύνθετα τροχο-πέδη, χειρο-πέδη κ.λπ.. Σημασία: ο ιατρός που είναι ειδικός για την ορθοπεδική.

Συντμήσεις:

αρχ. = αρχαία (ο),
ρ. = ρήμα,
θ. = θέμα,
λατ. = λατινικό,
λ. =λέξη,
μεσν. = μεσαιωνικό,
ουσ . = ουσιαστικό,
πρβλ. = παράβαλε.

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

Η Ελληνική γλώσσα (μέρος α΄)

Πολλά πολλοί είπαν και έγραψαν, εξακολουθούν να λένε και να γράφουν -και καλά κάνουν- σχετικά με τη γλώσσα μας, την ελληνική γλώσσα. Εκφράζουν τον θαυμασμό τους για την τελειότητά της στην απόδοση και έκφραση λεπτότατων εννοιών της επιστήμης και της φιλοσοφίας· την εκθειάζουν για την ικανότητα που έχει να διεισδύει στο χώρο των άλλων συγγενών στην προέλευση γλωσσών, να διαφεντεύει σ’ αυτές προσφέροντας λέξεις σε βασικές έννοιες, όπως φιλοσοφία, φιλολογία, πολιτική, δημοκρατία, ιστορία, δράμα, αθλητισμός, πρόβλημα κλπ. Στην αγγλική γλώσσα, που είναι η περισσότερο διαδεδομένη σ’ ολόκληρο τον κόσμο -γι’ αυτό άλλωστε είναι και διεθνής- το ένα πέμπτο περίπου των λέξεων είναι ελληνικές ή ελληνογενείς!

Δεν θα πλατειάσω περισσότερο. Προτίθεμαι, επειδή κι εγώ ανήκω στη μεγάλη χορεία των θαυμαστών και εραστών του ελληνικού λόγου, και με την ιδιότητά μου ως μελετητή και δασκάλου της ελληνικής γλώσσας, να αναφερθώ στο χώρο της. Συγκεκριμένα θα επιδιώξω να καταδείξω το ενιαίο της γλώσσας από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα: θα παρουσιάσω την ετυμολογία, τη σημασία, όποτε χρειάζεται, και την «ιστορία», ως προς την μεταβολή της σημασίας ορισμένων λέξεων της Νέας Ελληνικής Γλώσσας κατά τη μακρόχρονη πορεία της από την αρχαία περίοδο μέχρι τις μέρες μας.

Διευκρινίζω, τέλος, ότι οι λέξεις που θα σχολιαστούν με τον τρόπο που παραπάνω ανέφερα, δεν θα παρατεθούν με αλφαβητική σειρά. Η επιλογή τους άλλωστε γίνεται από τον πλούσιο θησαυρό της γλώσσας μας και θέλω κάθε μια λέξη να διατηρήσει την αυθεντική της «προσωπικότητα», μη ακολουθώντας σώνει και καλά η μία λέξη την άλλη σαν στρατιωτάκια σε μια αυστηρά ζυγισμένη γραμμή!

Και τώρα ας έλθουμε στο προκείμενο:

  1. Ὡραίος, -α, -ο: επίθετο· λέξη αρχαία, παραγόμενη από τη λέξη ὥρα (ἡ) που είχε πολλές σημασίες: α) μέρος του έτους, οι εποχές του έτους, (κυρίως) η εποχή της άνοιξης, της νεότητας του έτους, β) το ένα εικοσιτετράωρο (1/24) του ημερονυκτίου. Και το επίθετο αρχικά, στην αρχαιότητα, είχε ανάλογη σημασία, όπως i) αυτός που παράγεται ή γίνεται, κυρίως επί καρπών, την κατάλληλη εποχή (ὥρα), την άνοιξη ή το καλοκαίρι, ii) αυτός που συμβαίνει εγκαίρως, στην ώρα του, iii) ο ώριμος για ένα πράγμα (επί προσώπων). Στις μέρες μας είναι γνωστή η σημασία του επιθέτου. Αυτός που έχει καλή εμφάνιση, αλλά (μεταφορικά) και ο καλός, ο ευχάριστος, ο χρήσιμος, είτε για πρόσωπα είτε για πράγματα, π.χ. «ωραίος άνθρωπος», «ωραία μέρα».
  2. Κουράζω-κουράζομαι: ρήμα· παράγεται από τη λέξη κουρά (η), η οποία παράγεται από το αρχαίο ρ. κείρω (=κουρεύω). Η Κουρά ήταν την εποχή του Μεσαίωνα επίπονη τελετή, που διαρκούσε αρκετό χρονικό διάστημα, για την οριστική χρίση των μοναχών· κάτι ανάλογο συμβαίνει και σήμερα και στα δικά μας μοναστήρια. Έτσι το ρ. κουράζω αρχικά είχε την σημασία του: ταλαιπωρώ δια της Κουράς σιγά-σιγά επεκτάθηκε και γενικεύθηκε η σημασία του και κατέστη συνώνυμο του: καταπονώ εν γένει, ταλαιπωρώ.
  3. Παίρνω: ρήμα· σχετίζεται με το μεσν. ρ. ἐπαίρνω, το οποίο προήλθε από το αρχαίο ρ. ἐπαίρω, σύνθετο από την πρόθεση ἐπί και το ρ. αἴρω (= σηκώνω, υψώνω) αρα παίρνω < μεσν. ἐπαίρνω < ἐπαίρω. Η αρχική σημασία του ρ. παίρνω είναι: «μεταφέρω κάτι σηκώνοντάς το από τη θέση του»· σιγά-σιγά απόκτησε πολλές και ποικίλες μεταφορικές σημασίες.
  4. Μαλώνω: ρήμα· προέρχεται από το μεσν. ρ. ὁμαλώνω (ρ. δύσχρηστο) κι αυτό από το αρχ. ὁμαλὸς, -ή, -όν. Η λέξη επομένως αρχικά είχε τη σημασία του «εξομαλύνω, διορθώνω, ισιάζω», απ’ όπου μεταγενέστερα μετέπεσε στη σημασία του «επιπλήττω κάποιον αυστηρά, προσπαθώντας να τον διορθώσω ως προς τα σφάλματά του». Στον νεοελληνικό λόγο το ρ. σημαίνει: «κατηγορώ έντονα κάποιον, καβγαδίζω με κάποιον, διακόπτω τις φιλικές μου σχέσεις»· πάντως, νομίζω ότι και στη σημερινή σημασία υπολανθάνει και η αρχική σημασία του: «επιπλήττω κάποιον για να του διορθώσω τα σφάλματά του».
  5. Τιμωρός (ο, η): ουσιαστικό· λέξη αρχαία. Είναι σύνθετη από το τιμή + ὤρα, ἡ (= φροντίδα). Η αρχική σημασία ήταν: « αυτός που φροντίζει για την τιμή κάποιου»· άλλωστε το ρ. «τιμωρῶ + δοτ.» σήμαινε «βοηθώ κάποιον»· αργότερα το ρ. «τιμωρῶ + αιτ.» είχε και έχει και σήμερα τη σημασία « τιμωρώ κάποιον για να τον συνετίσω, στη νομική γλώσσα», σε αντίθεση με το επίσης αρχαίο ρήμα κολάζω + αιτ. (=τιμωρώ κάποιον για εκδίκηση, εκδικούμαι). Κατ’ άλλην εκδοχή η λέξη τιμωρός είναι σύνθετη από το «τιμή + -ωρός < ὄρομαι/ὁρῶ (=βλέπω, φυλάσσω, προστατεύω),

Συντμήσεις:

αιτιατ. = αιτιατική,
αρχ. = αρχαία (ο),
δοτ. = δοτική,
μεσν. = μεσαιωνικό,
ρ. = ρήμα.

Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Φιλόλογος

Η Ελληνική γλώσσα:

  1. Μέρος α΄
  2. Μέρος β΄ 
  3. Μέρος γ΄
  4. Μέρος δ' 
  5. Μέρος ε' 
  6. Μέρος στ'

 ta meteora.gr