Κυριακή 9 Αυγούστου 2020

«Η αρχαιομάθεια Πύλη για την απρόσκοπτη εκμάθηση της Νεοελληνικής γλώσσας»

Παρὰ τὴν τεσσάρων αἰώνων θαλερὴ παράδοση τῆς κλασικῆς ἐκπαίδευσης στὴν Κροατία, κατὰ τὴν ὁποία ἡ ἀρχαιομάθεια ἔζησε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ τὰ θυελλώδη γεγονότα τῆς μακρᾶς ἱστορίας τῆς χώρας μου, καθὼς καὶ τὶς συνεχεῖς μεταρρυθμίσεις τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ της συστήματος, ἡ νεοελληνικὴ γλῶσσα παραμένει ἄγνωστη, καθὼς ἡ ἐκμάθησή της ἄρχισε νὰ θεμελιώνεται τὴν τελευταία δεκαετία. Ἀπαιτοῦνται πολλὲς καὶ σκληρὲς προσπάθειες, ὥστε νὰ διευρυνθοῦν οἱ γνώσεις μας γιὰ τὴν σύγχρονη Ἑλληνικὴ Γλῶσσα. Εἶναι ἐλάχιστοι οἱ καθηγητὲς τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ποὺ γνωρίζουν καὶ τὴν νεοελληνική, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ δείξουν στοὺς μαθητὲς τὴν στενὴ σχέση τῶν δύο γλωσσῶν. Βέβαια, τὸ βασικότερο θέμα ποὺ τίθεται εἶναι, ἐὰν πρόκειται γιὰ δύο ἑτερόκλητες γλῶσσες ἢ τὰ νεοελληνικὰ ἀποτελοῦν μία ἀπὸ τὶς ἐξελικτικὲς φάσεις τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν, μὲ τὶς ἀναπόφευκτες ἀλλαγές, ποὺ εἶναι εὔλογες λόγω τῆς μακροχρόνιας ἱστορίας τῆς γλώσσας αὐτῆς. Εἶναι ἀναμφισβήτητο γεγονὸς ὅτι ἡ ἀρχαία μορφὴ ἐπιβιώνει καὶ στὴν σημερινὴ γλῶσσα, ὅπως καὶ ἡ καθαρεύουσα, ἡ ὁποία σὲ λιγότερο ἢ μεγαλύτερο βαθμὸ μαρτυρεῖται στὴν λογοτεχνία καὶ τὸν ἐπίσημο λόγο.
Ἔχοντας ὅμως ὑπ’ ὄψιν ὅλες τὶς δυσκολίες ποὺ ἐλλοχεύουν στὴν διδασκαλία τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν σὲ ὅλους τοὺς μαθητές, ἀκόμα καὶ στὰ Ἑλληνόπουλα, ἂς ἀρκεστοῦμε στὴν ἀκροθιγῆ προσέγγιση τοῦ θέματος, τὴν βασισμένη στὴν διάκριση: τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ σὲ σχέση μὲ τὴν σύγχρονη καθομιλουμένη γλῶσσα.

Στὴν ὡς σήμερα ἀδιάλειπτη, εἰκοσαετῆ μου ἐμπειρία στὴν διδασκαλία τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν, τὴν ἐμπλουτισμένη μὲ τὴν βαθιὰ ἐπαφή μου μὲ τὰ νεοελληνικά, στὴν πρωτοβάθμια καὶ τὴν δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση, συνεχῶς συναντάω πολλὲς γενιὲς φιλομαθῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ λιγότερες ἢ περισσότερες δυσκολίες μαθαίνουν τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ οἱ μαθητές μου μὲ φέρνουν στὴν δύσκολη θέση νὰ ἀπαντῶ στὴν βασική τους ἐρώτηση – γιατί μαθαίνουμε τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, ἐὰν δὲ θὰ μποροῦμε νὰ τὰ χρησιμοποιήσουμε σήμερα; Ὁμολογῶ ὅτι παλαιότερα δὲν ἔβρισκα πάντα τὴν κατάλληλη ἀπάντηση ποὺ θὰ τοὺς ἱκανοποιοῦσε. Σήμερα ὅμως, χάρη στὶς εὐρύτερες γνώσεις μου, εὐελπιστῶ πὼς ἡ ἀπάντησή μου τοὺς ἱκανοποιεῖ.

Ἀναπολώντας τὸ παρελθὸν συνειδητοποιῶ ὅτι σχεδὸν πρὶν ἀπὸ δεκατέσσερα χρόνια, πρωτοῆρθα στὴν Ἑλλάδα κάνοντας τὰ πρῶτα μου βήματα στὰ νέα ἑλληνικά. Ἀπὸ τότε διατηρῶ καθημερινὴ ἐπαφὴ μὲ τὴν γλῶσσα, προσπαθώντας παράλληλα μέσω τῶν μαθημάτων τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν νὰ μεταδώσω στοὺς μαθητές μου τὶς βασικὲς γνώσεις τῆς νεοελληνικῆς.

Παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἀρχαιομάθεια μὲ διευκόλυνε στὴν ἐκμάθηση τῆς νεοελληνικῆς, καθημερινὰ ἀντιμετώπιζα διάφορες δυσκολίες. Ἀξιοποιώντας ἐποικοδομητικὰ τὶς συζητήσεις ποὺ ἔκανα μὲ τοὺς ἄλλους συναδέλφους μου, φιλολόγους ποὺ εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ διδαχτοῦν τὰ νέα ἑλληνικά, μοῦ εἶναι ἀδύνατον στὸν τίτλο τῆς σημερινῆς μου ἀναφορᾶς νὰ μὴν θέσω τὸ καίριο ἐρώτημα. Ἡ ἀρχαιομάθεια πράγματι ἀνοίγει τὴν πύλη γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη ἐκμάθηση τῆς νέας ἑλληνικῆς ἢ μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει τροχοπέδη, νὰ λειτουργήσει ὡς δίκοπο μαχαίρι;

Παρὰ τὴν ἐμπειρία μου στὴν διδασκαλία τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας ὡς ξένης, σήμερα θὰ ἐπικεντρωθῶ στὴν προσπάθειά μου νὰ μεταδώσω στοὺς μαθητὲς τὶς βασικὲς γνώσεις τῆς σημερινῆς γλώσσας μέσα ἀπὸ τὰ μαθήματα τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν.

Στὴν τετάρτη, τὴν τελευταία τάξη τοῦ λυκείου, ἔχοντας ἤδη μελετήσει ὅλα τα κορυφαῖα δείγματα τῆς ἀρχαίας λογοτεχνίας, τὸν Ὅμηρο, τοὺς λυρικούς, τοὺς τραγικούς, καθὼς καὶ τοὺς ἱστορικούς, καταλήγουμε στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅπου διαβάζουμε τὴν Α’ Πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή. Τὸ κείμενο αὐτό, ὄχι μόνο μας διδάσκει τὶς βασικότατες ἀξίες τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τὴν πίστη, τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη, ἀλλὰ μᾶς ἀποδεικνύει καὶ τὴν ἐξελικτικὴ ἀλλαγὴ τῆς γλώσσας.

Πρòς Κορινθίους, Α’, 13.

Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν ὥστε ὅρη μεθιστάναι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. Κἄν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμα μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι.
Ἐὰν λαλῶ τὰς γλώσσας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, ἔγινα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ ἐξεύρω πάντα τὰ μυστήρια καὶ πάσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πάσαν τὴν πίστιν, ὥστε νὰ μετατοπίζω ὅρη, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, εἶμαι οὐδέν. Καὶ ἐὰν πάντα τα ὑπάρχοντά μου διανείμω, καὶ ἐὰν παραδώσω τὸ σῶμα μου διὰ νὰ καυθῶ, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι.

Ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη ματιὰ ἀνακύπτουν οἱ ἀλλαγὲς ποὺ ἔλαβαν χώρα στὴν ἐξέλιξη τῆς γλώσσας ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἕως σήμερα.

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ταῖς γλώσσαις = τας γλώσσας
  •  γέγονα = έγινα
  •  εἰδῶ = εξεύρω
  •  ὥστε ὄρη μεθιστάναι = ώστε να μετατοπίζω όρη
  •  οὐδέν = ουδέν
  •  ψωμίσω = διανείμω
  •  παραδῶ = παραδώσω
  •  ἵνα καυθήσωμαι = διά να καυθώ 

Ἡ διαφορὰ ἐντοπίζεται σὲ λίγα μόνο σημεῖα, στὴν ἀντικατάσταση τῆς δοτικῆς ἀπὸ τὴν αἰτιατικὴ καὶ τὴν ἀλλαγὴ μορφῆς μερικῶν ρημάτων. Ἐν συνεχεία ἐξηγῶ στοὺς μαθητὲς τὶς προφανεῖς ἀλλαγὲς τῆς γλώσσας στὴν ἱστορική της ἐξέλιξη. 

Βέβαια, στὴν ἀρχὴ εἶναι δύσκολο γιὰ τὰ παιδιὰ νὰ διαπιστώσουν, ὅτι οἱ διαφορὲς εἶναι ἐλάχιστες, δεδομένου ὅτι στὴν Κροατία, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες χῶρες, τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ διδάσκονται μὲ ἐρασμιακὴ προφορά. Ὑπερβαίνοντας ὅμως τὸ ἀρχικὸ ἐμπόδιο - τὴν διαφορετικὴ προφορὰ οἱ μαθητὲς πετυχαίνουν νὰ μποῦν στὴν οὐσία.

Ἔχω ἐντοπίσει μερικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουν γιὰ τοὺς μαθητὲς δυσκολία κατὰ τὴν ἐπαφή τους μὲ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά. Ἔτσι, στὸ ἐρωτηματολόγιο ποὺ τοὺς διένειμα, οἱ μαθητὲς σημείωσαν σὲ κλίμακα ἀπὸ 1-10 κατὰ πόσον τοὺς ἐμποδίζουν τὰ συγκεκριμένα δεδομένα:

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

  1. Τονικὸ σύστημα (7)
  2. Πνεύματα (2) – λόγω ἀπροσεξίας καὶ βιασύνης
  3. Τὰ μὲ ὑπογεγραμμένη α, η, ω (3) – λόγω ἀμέλειας ἢ ἔλλειψης κατανόησης γιὰ τὴν χρήση τους
  4. Τὰ ἀρσενικὰ τῆς Α’ κλίσης σὲ – ας/ - ης (8)
  5. Τὰ πολλὰ θέματα τῶν οὐσιαστικῶν τῆς Γ’ κλίσης (10)
  6. Ἡ ὑποτακτικὴ καὶ ἡ εὐκτικὴ τῶν ρημάτων (10)
  7. Χρόνοι – ἀόριστος, παρακείμενος, ὑπερσυντέλικος, τετελεσμένος μέλλοντας καὶ παθητικὸς ἀόριστος (10)
  8. Ἀνώμαλα ρήματα (10)
Μόλις ἀντιλαμβάνονται ὅτι τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν στὰ νεοελληνικὰ ἢ ἔχουν ἁπλοποιηθεῖ, ὁμόφωνα θέτουν τὴν ἐρώτηση: Γιατί δὲν μαθαίνουμε τὰ νεοελληνικὰ ἀντὶ νὰ παιδευόμαστε μὲ τὰ ἀρχαῖα;
Βέβαια θὰ παρατηρήσουμε ὅτι στὰ νεοελληνικὰ σὲ αὐτὰ τὰ σημεῖα ἔχουν γίνει οἱ ἑξῆς ἀλλαγές:

ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  1. Τονίζονται μόνο οἱ δισύλλαβες ἢ πολυσύλλαβες λέξεις καὶ μάλιστα μόνο μὲ ὀξεία.
  2. Καὶ τὰ δύο πνεύματα ἔχουν καταργηθεῖ.
  3. Τὰ μὲ ὑπογεγραμμένη α, η, ω δὲ χρησιμοποιοῦνται.
  4. Τὰ ἀρσενικά τῆς Α’ κλίσης σὲ – ας / - ης σχηματίζουν διαφορετικὰ τὴν γενικὴ.
  5. Τὰ περισσότερα οὐσιαστικά τῆς Γ’ κλίσης ἔχουν πάρει τὴν μορφὴ τῆς Α’ κλίσης, μὲ ἐξαίρεση τὴν γενικὴ ἑνικοῦ καὶ πληθυντικοῦ τῶν οὐσιαστικῶν σὲ – ις (δύναμη – δυνάμεως / δυνάμεων), τῶν οὐδετέρων σὲ – ος (γένος) καὶ – μα (ὄνομα), καθὼς καὶ μερικῶν οὐσιαστικῶν μὲ τὸ θέμα σὲ –ν / - ντ (καθῆκον)
  6. Τὰ ἰδιόκλιτα οὐσιαστικά, ὅπως γυνὴ (γυναικός), θρὶξ (τριχός), βασιλεὺς (βασιλέως), Ζεὺς (Διὸς) ἔχουν ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὶς ἀντίστοιχες μορφὲς τῆς Α’ κλίσης γυναίκα, τρίχα, βασιλιάς, Δίας
  7. Κατάργηση τῆς δοτικῆς καὶ ἀντικατάστασή της ἀπὸ τὴν γενικὴ καὶ τὴν αἰτιατικὴ
  8. Ἡ πρόθεσή σε
  9. Ἡ χρήση τῶν μορίων - θὰ καὶ – νὰ γιὰ τὸν μέλλοντα, τὴν ὑποτακτικὴ καὶ τὴν εὐκτικὴ
  10. Ὁ σχηματισμὸς τοῦ ἀορίστου μὲ τὴν κατάληξη – α καὶ ἡ χρήση τῶν περιφραστικῶν χρόνων (παρακειμένου, ὑπερσυντελίκου, καθὼς καὶ τοῦ μέλλοντα: διαρκείας, στιγμιαίου, συντελεσμένου) ἔχω/ εἶχα κάνει, θὰ κάνω, θὰ ἔχω κάνει. Στὸν παθητικὸ ἀόριστο ἐντοπίζουμε τὸ θέμα – θῆ / -τὴ, μὲ τὴν χαρακτηριστικὴ κατάληξη τοῦ παρακειμένου – κὰ (λύω, λύθηκα, γράφω, γράφτηκα)
  11. Τὰ πιὸ πολλὰ ἀνώμαλα ρήματα, καθὼς καὶ τὰ ρήματα σὲ – μί, ἔχουν καταργηθεῖ ἢ ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ πιὸ εὔκολες μορφές, ὅπως φέρνω, ἔφερα, φέρθηκα ἀντὶ γιὰ τὸ φέρω, οἴσομαι, ἤνεγκον, ἐνήνοχα, ἠνέχθην ἢ δείχνω ἀντὶ γιὰ τὸ δείκνυμι.
Σαφῶς, αὐτὰ εἶναι μόνο βασικὰ στοιχεῖα καὶ παραδείγματα ποὺ ἀναφέρθηκαν ὡς μία γενικευμένη προσέγγιση τῆς περίπλοκης καὶ πάμπλουτης δομῆς τῆς νεοελληνικῆς γραμματικῆς. Εἶναι βέβαιο ὅμως ὅτι καλύπτουν τὶς βασικὲς γνώσεις τῆς καθομιλούμενης γλώσσας, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴν καθημερινὴ ἐπικοινωνία.

Ἄμεσα συνυφασμένο μὲ τὴν ἀναφερόμενη ἐξομάλυνση τῶν φαινομένων τῆς γραμματικῆς, εἶναι τὸ ὅτι οἱ μαθητὲς μὲ εὐχέρεια καὶ ζῆλο μαθαίνουν καὶ τὶς καθημερινὲς ἐκφράσεις τῆς νεοελληνικῆς. Τοὺς προσελκύουν ἰδιαίτερα οἱ σύγχρονες μέθοδοι διδασκαλίας τῆς γλώσσας, οἱ ὁποῖες σὲ μεγάλο βαθμὸ διαφέρουν ἀπὸ τὴν κοινότοπο, δασκαλοκεντρικὴ μέθοδο διδασκαλίας τῶν κλασικῶν γλωσσῶν. Τὸ πιὸ σημαντικὸ εἶναι οἱ διδασκόμενοι νὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἀκούσουν τὴν καθημερινὴ γλῶσσα μέσω διάφορων ὀπτικὸ-ἀκουστικῶν μέσων. Μὲ τὶς βασικὲς γνώσεις τῶν ἀρχαίων, παρόλο ποὺ πολὺ συχνὰ οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουν τὴν πλήρη ἐπίγνωση τῆς ἱκανότητάς τους, οἱ μαθητὲς γίνονται ἐπιδεκτικοὶ καὶ περαιτέρω μαθήσεως, εἰδικῶς, ὅταν σιγουρευτοῦν ὅτι ἡ ἐκμάθηση αὐτὴ θὰ προλειάνει τὴν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς Ἕλληνες συνομηλίκους τους. Ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ ἡ χαρά τους τότε θὰ πολλαπλασιαστοῦν.

Ὁμολογῶ ὅτι ἔχω υἱοθετήσει καὶ ἐφαρμόζω πιστὰ αὐτὴν τὴν ὁλιστική, μαθητοκεντρικὴ μέθοδο, καθώς, ὅταν ἔκανα τὰ πρῶτα μου βήματα στὴν νεοελληνική, ἡ ἀρχαιομάθεια μὲ βοήθησε σὲ πολὺ μεγάλο βαθμό. Ἐρχόμενη στὴν Ἀθήνα στὸ πρόγραμμα τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, δὲν ἤξερα παρὰ μόνο ἐλάχιστες λέξεις τῆς γλώσσας. Ὡστόσο, χάρη στὴν γνώση τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν βρέθηκα στὴν εὐχάριστη, ἀλλὰ παράλληλα δύσκολη θέση νὰ παρακολουθῶ μαθήματα σὲ τάξη προχωρημένων μαζὶ μὲ πολλοὺς συμμαθητὲς μὲ ἑλληνικὴ καταγωγή, οἱ ὁποῖοι ἄπταιστα μιλοῦσαν τὴν γλῶσσα, δὲ γνώριζαν ὅμως τὴν γραμματική. Τὸ χάσμα ποὺ ὑπῆρχε μεταξύ μας τότε τὸ θεωροῦσα ἀδύνατον νὰ γεφυρωθεῖ. Σύντομα ὅμως κατάλαβα τί ὄφελος μοῦ προσέφερε ἡ ἀρχαιομάθεια. Σήμερα συνειδητοποιῶ καθημερινά τὸ πόσο μὲ βοηθᾶνε τὰ ἀρχαῖα στὸν χειρισμὸ τῶν νέων ἑλληνικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀντίστροφα, τὸ ὅτι τὰ νέα ἑλληνικὰ συμβάλλουν σὲ ἀξιοσημείωτο βαθμὸ στὴν ἀνάγνωση κάποιου δυσνόητου ἀρχαίου κειμένου. Ἂν καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προκαλέσω τὶς ἀντιδράσεις σας καὶ ἐπειδὴ σέβομαι βαθιά τὸ μέρος, ὅπου βρίσκομαι, ἐν τούτοις, ὀφείλω νὰ τονίσω ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὀφείλεται στὴν ἐρασμιακὴ προφορά.

Παρ’ ὅλα αὐτά, ὅπως ἤδη ἔχουμε ἐπισημάνει, ἡ ἀρχαιομάθεια μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει μεγάλο ἐμπόδιο στὴν ἀρχικὴ ἐκμάθηση τῆς νεοελληνικῆς. Ὅσοι ἔχουν ἐξοικειωθεῖ μὲ τοὺς αὐστηροὺς κανόνες ποὺ διέπουν τὴν γραμματική των ἀρχαίων, μὲ μεγάλη δυσκολία θὰ ἀποδεχτοῦν τὴν ἀλλαγή τους, καθὼς καὶ τὴν κατάργησή τους. Παράλληλα σήμερα ἔχουν παραμείνει εὔχρηστα πολλὰ ἀνώμαλα οὐσιαστικὰ καὶ ρήματα. Σὲ μερικὰ καταλαβαίνουμε τὴν ἀλλαγή, ἐνῶ ἄλλα ἔχουν διατηρηθεῖ ἀναλλοίωτα. Εἶναι γεγονὸς ὅμως, ὅταν κανεὶς βρίσκεται πλέον σὲ ἐπίπεδο νὰ χειρίζεται εὔκολα τὴν γλῶσσα, παραγκωνίζει τὶς ἀρχικὲς δυσκολίες, καθὼς καταλήγει στὸ συμπέρασμα νὰ θεωρεῖ τὶς γνώσεις τοῦ αὐτονόητες.

Παράλληλα, εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ ἀρχαιομάθεια ἀποτελεῖ μεγάλη διευκόλυνση γιὰ τὴν ἀντίληψη τῆς νεοελληνικῆς, κυρίως στὸν γραπτὸ λόγο. Εἶναι δεδομένο, ὅτι πολλοὶ φιλόλογοι εἶναι αὐτοδίδαχτοι καὶ χειρίζονται τὴν νεοελληνικὴ μόνο σὲ ἐπίπεδο ἀνάγνωσης. Ὅταν πρόκειται γιὰ κείμενο τῆς καθαρεύουσας, ἡ ἀνάγνωσή τους εἶναι πλήρης, ἄνετη.

Ὡς φιλόλογοι θὰ συμφωνήσουμε ὅτι τὰ ἀρχαῖα καὶ τὰ νέα ἑλληνικὰ δὲν εἶναι δύο ἀντίρροπες γλῶσσες. Εἶναι ἀναμφισβήτητο ὅτι τὰ νεοελληνικὰ ἀποτελοῦν ἐξέλιξη τῆς γλώσσας, ἡ ὁποία στὸ διάβα τῶν αἰώνων πέρασε ἀπὸ διάφορες φάσεις καὶ μορφές. Ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ εἶναι εὐνόητη γιὰ τὴν σύγχρονη ἐποχή. Ἐν τούτοις εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ σεβόμαστε τὴν γλῶσσα ἐμπλουτίζοντάς την συνεχῶς μὲ τὸν γλωσσικὸ καὶ ἐκφραστικὸ θησαυρὸ τῆς «ἀρχαίας μητέρας» της.

Βάσει ὅλων αὐτῶν, τὸ ἀρχικὸ ἐρώτημα – ὁ τίτλος τῆς σημερινῆς μου εἰσήγησης - Ἡ ἀρχαιομάθεια – πύλη γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη ἐκμάθηση τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας - δὲν τίθεται πλέον ὡς ἐρώτημα, ἀλλὰ ἀποδεικνύεται ὡς ἀναμφισβήτητο δεδομένο.

Στὸ σημεῖο αὐτό, δὲν μπορῶ νὰ μὴν ἀνακαλέσω στὴν μνήμη τοὺς στίχους ἑνὸς ἀπὸ τοὺς κορυφαίους ποιητὲς τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας, τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, ποιητῆ «τῆς πατριδογνωσίας», ὅπως τὸν ἀποκαλοῦν οἱ κριτικοί. Στοὺς στίχους αὐτοὺς ὁ ποιητὴς μὲ ἕναν ἰδανικὸ τρόπο δείχνει τὴν αἰώνια ἐξέλιξη τῆς γλώσσας, σμιλεύοντας λέξη λέξη τὶς εἰκόνες, τὰ χρώματα καὶ τὴν ἱστορία τῆς Ἑλλάδας, ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ «οἱ ἀθάνατοι βάδιζαν στὴν γῆ» μέχρι σήμερα.

Τὴ γλῶσσα μου ἔδωσαν ἑλληνική.
τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου...
Ἐκεῖ σπάροι καὶ πέρκες
ἀνεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μὲς στὰ γαλάζια
ὅσα εἶδα στὰ σπλάχνα μου ν' ἀνάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
μὲ τὰ πρῶτα λόγια τῶν Σειρήνων
ὄστρακα ρόδινα μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρίγη...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα μαῦρα ρίγη...
Ἐκεῖ ρόδια, κυδώνια
θεοὶ μελαχροινοί, θεῖοι κ' ἐξάδελφοι
τὸ λάδι ἀδειάζοντας μὲς στὰ πελώρια κιούπια.
Καὶ πνοὲς ἀπὸ τὴ ρεμματιὰ εὐωδιάζοντας
λυγαριὰ καὶ σχίνο
σπάρτο καὶ πιπερόριζα
μὲ τὰ πρῶτα πιπίσματα τῶν σπίνων
ψαλμωδίες γλυκὲς μὲ τὰ πρῶτα-πρῶτα Δόξα Σοί...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα-πρῶτα Δόξα Σοί!..
Ἐκεῖ δάφνες καὶ βάγια
θυμιατὸ καὶ λιβάνισμα
τὶς πάλες εὐλογώντας καὶ τὰ καριοφίλια
στὸ χῶμα τὸ στρωμένο μὲ τ' ἀμπελομάντιλα ,
κνίσες, τσουγκρίσματα
καὶ Χριστὸς Ἀνέστη
μὲ τὰ πρῶτα σμπάρα τῶν Ἑλλήνων!
Ἀγάπες μυστικὲς μὲ τὰ πρῶτα λόγια τοῦ Ὕμνου...
Μονάχη ἔγνοια ἡ γλῶσσα μου, μὲ τὰ πρῶτα λόγια τοῦ "Ὕμνου !..

Γιατί μαθαίνουμε ἀρχαία ἑλληνικά; Ὄχι μόνο γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὴν Χώρα ποὺ θεωρεῖται τὸ λίκνο τοῦ πανανθρώπινου πολιτισμοῦ, ποὺ θεμελίωσε πανανθρώπινα ἰδανικά, στοιχεῖα παγκόσμιας ἐμβέλειας οὔτε βέβαια γιὰ νὰ ἐντρυφήσουμε στὴν γλῶσσα, τῆς ὁποίας τὰ πλούτη διατηροῦνται πολυεδρικὰ σὲ πολλὲς ξένες γλῶσσες (ἄλλωστε τὸ θέμα αὐτὸ συζητήθηκε πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων σὲ παρόμοιο συνέδριο), ἀλλὰ γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ καταλάβουμε τὸ ἀρχαῖο πνεῦμα, στὸ ὁποῖο καθρεφτίζονται οἱ βασικὲς ἀξίες ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Ἄλλωστε, δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μελέτη τῶν Ἑλληνικῶν σὲ κάθε τοὺς ἔκφανση ἀποτελεῖ τὸ θεμελιῶδες γνωστικὸ ἀντικείμενο σὲ ὅλα τὰ πανεπιστημιακὰ ἱδρύματα τῆς ὑφηλίου.

Γιατί μαθαίνουμε νέα ἑλληνικά; Γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε μὲ τὸν συνάνθρωπό μας σήμερα, καταλαβαίνοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἀνταλλάσσοντας τὶς ἀξίες μας καὶ ἀνατροφοδοτώντας τὶς ψυχές μας, προσφέροντας πάντα το βασικότερο – τὴν τιμιότητα καὶ τὴν ἀγάπη. Παράλληλα, γιὰ νὰ εἴμαστε μάρτυρες τῆς ἐξέλιξης τῆς γλώσσας, ἡ ὁποία ὡς ζωντανὸ ὃν μεταμορφώνεται καὶ ὅσο καὶ ἂν ἄκμαζε στὴν ἀρχαιότητα, συνεχῶς ἐμπλουτίζεται καὶ διηνεκῶς ὀμορφαίνει. Ἂν καὶ τὴν ὀνομάζουμε νεοελληνικὴ γλῶσσα, ἂς μὴν τὴν θεωροῦμε «νήπιον βρέφος» στὸν κόλπο τῆς μητέρας της. Μὲ τοὺς κορυφαίους λογοτέχνες της, ἀκραιφνεῖς λεξιπλάστες, τὸν Καβάφη, τὸν Ἐλύτη, τὸν Σεφέρη, τὸν Ρίτσο, καὶ πολλοὺς ἄλλους, ἡ γλῶσσα αὐτὴ ὁλοένα ἀποδεικνύει τὴν ὡριμότητά της.

Καταληκτικά, ἐπανερχόμενη στὸ θέμα, ἔχω τὴν πλήρη συνείδηση ὅτι εἶναι ἀδύνατον πάντα νὰ ἐκπληρώνω τὸ καθῆκον μου, τὸ ὁποῖο ὡς καθηγήτρια ἔβαλα ὡς στόχο στὴν ζωή μου – νὰ μάθω τοὺς μαθητὲς τὰ ἑλληνικὰ γράμματα. Ἐὰν ὅμως μέσω τῆς διδασκαλίας, μιᾶς κάποτε τόσο δύσκολης γλώσσας, καταφέρω νὰ τοὺς μεταδώσω, ἔστω καὶ ἕνα μικρὸ μέρος τῆς ἀγάπης μου τόσο γιὰ τὴν ἀρχαία, ὅσο καὶ γιὰ τὴν νεοελληνικὴ γλῶσσα καὶ γενικῶς γιὰ τὸν Ἑλληνισμό, τότε θὰ θεωρῶ τὸ ὄνειρό μου πραγματοποιημένο.

Τέλος, ἐπιτρέψτε μου νὰ ἐκφράσω δημόσια τὴν εὐγνωμοσύνη γιὰ τὸ ὅτι μου δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ παρευρεθῶ στὸ συνέδριο αὐτὸ πρὸς τὸν Πρόεδρο τοῦ ΟΔΕΓ, κύριο Κωνσταντῖνο Καρκανιᾶ, τὸν Γενικὸ Γραμματέα καὶ ψυχὴ τοῦ Ὀργανισμοῦ, κύριο Γεώργιο Παυλάκο, μὲ τοὺς ὁποίους χρόνια τώρα διατηρῶ ἄψογες, φιλικὲς σχέσεις. Ἐπίσης, θερμὲς εὐχαριστίες ὀφείλω στὸν ἐξαιρετικὸ φίλο, φιλόλογο, κύριο Παναγιώτη Ἀσημόπουλο γιὰ τὶς πολύτιμες ἐπισημάνσεις, τὴν ἀρωγὴ καὶ τὴν ἐγκάρδια ὑποστήριξή του.

Μὲ τὴν εὐκαιρία, θὰ ἤθελα νὰ εὐχαριστήσω θερμότατα ὅλες τὶς καθηγήτριές μου, οἱ ὁποῖες μου ἔδωσαν τὴν γλῶσσα μου τὴν Ἑλληνική.

Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὴν προσοχή σας!

τῆς Κοραλλίας Τσέρνκοβιτς. Ἡ Κοραλλία Τσέρνκοβιτς εἶναι Κλασικὴ Φιλόλογος καὶ Νεοελληνίστρια στὸ Ἰδιωτικὸ Κλασικὸ Λύκειο, τοῦ Ζάγκρεμπ στὴν Κροατία.
 
Ὀργανισμὸς γιὰ τὴν Διάδοση τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας

Τρίτη 7 Απριλίου 2020

Αρχαιομάθεια - Archaiomatheia

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αρχαιομάθεια η [arxeomáθia] Ο27 : α.η γνώση της αρχαιότητας (ιδίως της ελληνικής και της ρωμαϊκής). β. η γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.
[λόγ. αρχαιομαθ(ής) -εια]
[Λεξικό Γεωργακά]
αρχαιομάθεια [arçeomáθia] η, (L)
  • knowledge of (mainly classical) antiquity (syn αρχαιογνωσία 1):
    • περιηγητές με κάποια ~στέκονταν με δέος μπροστά στα ερείπια των Mυκηνών (Papachatzis) |
    • η αρχαιομάθειά του .. τον ευκόλυνε ν' αντλήσει ποιητική ουσία από ανεκτίμητα αρχαία πρότυπα (Stasinop) |
    • η αρχαιομάθειά του αυτή δεν ήταν ασυμβίβαστη με τη βαθιά θρησκευτική κατάρτισή του (Vacalop)
[fr kath (neol Koumanoudis) αρχαιομάθεια, der of αρχαιομαθής]
[Λεξικό Γεωργακά]
αρχαιομαθής [arçeomaθís] ο, η, (L)
  • person knowledgeable in or studying matters of (classical) antiquity (near-syn αρχαιογνώστης):
    • θα κάνει ν' ανοίξουν μεγάλα τα μάτια τους οι σοφοί μας αρχαιομαθείς (Myrtiotissa)
[fr kath (neol Koumanoudis) αρχαιομαθής, cpd w. combin form -μαθής; cf γλωσσομαθής, νομομαθής, πολυμαθής etc]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αρχαιομαθής -ής -ές [arxeomaθís] Ε10 : (για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από αρχαιομάθεια. α. που γνωρίζει καλά τα σχετικά με την αρχαιότητα (ιδίως την ελληνική και τη ρωμαϊκή). || (ως ουσ.) ο αρχαιομαθής. β. που γνωρίζει καλά την αρχαία ελληνική γλώσσα. || (ως ουσ.) ο αρχαιομαθής.
[λόγ. αρχαιο- + -μαθής]

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

Σχήματα Λόγου της Ελληνικής Γλώσσας

Τα σχήματα λόγου είναι εκφραστικοί τρόποι που αποκλίνουν
από τους συμβατικούς κανόνες της χρήσης του λόγου. 

Δεν πρόκειται για συντακτικά λάθη (σολοικισμούς), αλλά για συγκεκριμένες
εκφραστικές επιλογές που εξυπηρετούν νοηματικές ή αισθητικές
επιδιώξεις. 

Τα σχήματα λόγου σχετίζονται με: 

α) τη γραμματική

συμφωνία των λέξεων· 
β) τη θέση των λέξεων στην πρόταση· 
γ) τη σημασία των λέξεων· 

δ) την πληρότητα του λόγου.



Σχήματα λόγου σχετικά με τη γραμματική συμφωνία των λέξεων
Τα πιο συνηθισμένα σχήματα αυτής της κατηγορίας είναι:

Η αττική σύνταξη
Tο βοιώτιο ή πινδαρικό σχήμα (σύνηθες στον Πίνδαρο), κατά το
οποίο, ενώ το υποκείμενο είναι αρσενικό ή θηλυκό γ΄ προσώπου και
πληθυντικού αριθμού, το ρήμα τίθεται στο αντίστοιχο πρόσωπο του
ενικού αριθμού:

Ἔστι γὰρ ἔμοιγε καὶ βωμοί. [Εἰσὶ γὰρ

Mελιγάρυες ὕμνοι ὑστέρων ἀρχὰ λόγων τέλλεται. [τέλλονται]
Το σχήμα ανακολουθίας ή ανακόλουθο, κατά το οποίο δεν υπάρχει συντακτική ακολουθία (συμφωνία) των λέξεων –κυρίως μετοχών– με τις προηγούμενες είτε για λόγους συντομίας και συμπύκνωσης των ιδεών είτε για αποτελεσματικότερη αποτύπωση ψυχικών παθών:
Καὶ οἰμωγὴ ἐκ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῶν μακρῶν τειχῶν εἰς ἄστυ διῆκεν, ὁ ἕτερος τῷ ἑτέρῳ παραγγέλλων. [ονομαστική απόλυτη μετοχή  αντί γενικής απόλυτης: τοῦ ἑτέρου τῷ ἑτέρῳ παραγγέλλοντος]

Ἐξῆν αὐτῷ μισθῶσαι τὸν οἶκον ἀπηλλαγμένος πολλῶν πραγμάτων. [αὐτῷ ἀπηλλαγμένῳ]

N.E.: Εγώ δε με νοιάζει καθόλου. [Eγώ δε νοιάζομαι / εμένα δε με νοιάζει καθόλου.]

Το σχήμα έλξης ή έλξη, κατά το οποίο ένας όρος της πρότασης έλκεται, επηρεάζεται συντακτικά από άλλον ισχυρότερο όρο της ίδιας ή άλλης πρότασης, με αποτέλεσμα να συμφωνεί συντακτικά με αυτόν και να μην εκφέρεται όπως οι κανόνες υπαγορεύουν. 
Συνηθέστερες περιπτώσεις έλξης είναι: 



α) Έλξη του αναφορικού 
β) Έλξη του συνδετικού ρήματος από τον αριθμό του κατηγορουμένου. 

Στην περίπτωση αυτή το συνδετικό ρήμα συμφωνεί στον αριθμό όχι με το υποκείμενό του, όπως θα έπρεπε, αλλά με το κατηγορούμενο του υποκειμένου:
Τὸ χωρίον Ἐννέα ὁδοὶ ἐκαλοῦντο. [ἐκαλεῖτο]

γ) Έλξη της έγκλισης δευτερεύουσας πρότασης από την έγκλιση της προηγούμενης, συνήθως κύριας, πρότασης:

Ἆρ’ οὐκ ἂν ἐπὶ πᾶν ἔλθοι, ὡς πᾶσιν ἀνθρώποις φόβον παράσχοι; [παράσχῃ] (Άραγε δε θα έκανε τα πάντα, προκειμένου να προκαλέσει φόβο σε όλους τους ανθρώπους;)

N.E.: Ήθελα να ήμουν πιο επιμελής. [να είμαι]

Το σχήμα καθ’ όλον και μέρος, κατά το οποίο ένας όρος της πρότασης που δηλώνει το όλον, αντί να τεθεί σε γενική διαιρετική, τίθεται στην πτώση στην οποία βρίσκεται ο όρος ή οι όροι που δηλώνουν το μέρος του όλου:

Οἱ στρατηγοὶ βραχέα ἕκαστος ἀπελογήσατο. [τῶν στρατηγῶν]

Οἰκίαι αἱ μὲν πολλαὶ ἐπεπτώκεσαν, ὀλίγαι δὲ περιῆσαν. [τῶν οἰκιῶν]

N.E.: Έλα την Τρίτη το πρωί. [το πρωί της Τρίτης]

Το σχήμα κατά το νοούμενο, κατά το οποίο όροι της πρότασης –σχετικοί μεταξύ τους– συμφωνούν όχι με βάση τον γραμματικό τύπο τους, αλλά με βάση το νόημα. 

Το σχήμα αυτό συνηθίζεται όταν υπάρχουν στην πρόταση περιληπτικά ονόματα, όπως ὄχλος, πλῆθος, στρατόπεδον κ.τ.ό., ή αντωνυμίες, όπως ἕκαστος, ἄλλος, οὐδείς, οπότε το ρήμα μπαίνει σε πληθυντικό αριθμό:
Τὸ μὲν γὰρ πλῆθος κραυγῇ πολλῇ ἐπίασιν. [ἔπεισι]

Ἀνεπαύοντο, ὅπου ἐτύγχανον ἕκαστος. [ἐτύγχανε]

N.E.: O κόσμος φοβούνται.

Το σχήμα πρόληψης ή πρόληψη, κατά το οποίο το υποκείμενο δευτερεύουσας πρότασης προλαμβάνεται, τίθεται δηλαδή στην πρόταση που προηγείται, ως αντικείμενο ή προσδιορισμός (κυρίως της αναφοράς):

Ὁρᾷς δὲ τὴν φύσιν τὴν τῶν πολλῶν ὡς διάκειται πρὸς τὰς ἡδονάς. [Ὁρᾷς δὲ ὡς διάκειται ἡ φύσις ἡ τῶν πολλῶν πρὸς τὰς ἡδονάς.]

Ὀρθῶς λέγεις περὶ σωφροσύνης ὃ ἔστιν. [Ὀρθῶς λέγεις ὃ ἔστιν ἡ σωφροσύνη.]

N.E.: Για δες την πίτα αν ψήθηκε. [Για δες αν ψήθηκε η πίτα.]

Το σχήμα σύμφυρσης ή σύμφυρση, κατά το οποίο αναμειγνύονται δύο διαφορετικές συντάξεις με τις οποίες είναι δυνατόν να αποδοθεί μια σκέψη ή ένα γεγονός:

Ἀλκιβιάδης μετὰ Μαντιθέου ἀπέδρασαν. [α) Ἀλκιβιάδης μετὰ Μαντιθέου ἀπέδρα. β) Ἀλκιβιάδης καὶ Μαντίθεος ἀπέδρασαν.]

N.E.: Η Μίνα με τη Νίκη παίζουν.

Σε αυτή την κατηγορία των σχημάτων λόγου ανήκει και η υπαλλαγή, κατά την οποία ένας επιθετικός προσδιορισμός που αναφέρεται σε γενική κτητική δεν τίθεται επίσης σε γενική, ως ομοιόπτωτος προσδιορισμός, αλλά στην πτώση του όρου που προσδιορίζει η γενική κτητική:

θάσιον οἴνου σταμνίον [θασίου οἴνου]

N.E.: θερμοί δακρύων σταλαγμοί [θερμών δακρύων]

Σχήματα λόγου σχετικά με τη θέση των λέξεων στην πρόταση

Η σειρά των λέξεων στην A.E., όπως και στη Ν.Ε., διέπεται από μεγάλη ελευθερία. Συνηθίζεται, ωστόσο, να προηγείται το υποκείμενο με τους προσδιορισμούς του και να έπονται το ρήμα, το αντικείμενο ή/και το κατηγορούμενο, επίσης με τους προσδιορισμούς τους. 
Συνηθισμένες όμως είναι και οι περιπτώσεις στις οποίες ένας όρος της πρότασης αλλάζει θέση, μετατίθεται, και τίθεται πρώτος (πρόταξη) ή τελευταίος (επίταξη), επειδή σχετίζεται νοηματικά με τα προηγούμενα ή τα επόμενα, αντίστοιχα, αλλά και για λόγους έμφασης ή ευφωνίας:
Θουκυδίδης Ἀθηναῖος ξυνέγραψε τὸν πόλεμον τῶν Πελοποννησίων καὶ Ἀθηναίων.

Ταῦτα μὲν δὴ ὁ Κῦρος ἠκηκόει. [πρόταξη αντικειμένου]

Οἱ δὲ Ἀθηναῖοι τὸ στράτευμα οὐκ ἐκίνησαν. [επίταξη ρήματος]

Πέραν αυτών, παρατηρούνται ιδιαίτερες αποκλίσεις στη διαδοχή των λέξεων, που συνιστούν τα ακόλουθα σχήματα λόγου:

Το ασύνδετο και το πολυσύνδετο σχήμα 

Ο κύκλος, κατά τον οποίο μια πρόταση ή μια περίοδος αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη:
Κεκράτηκε νῦν τῆς ἡμετέρας φιλίας Φίλιππος, τῆς πόλεως δ’ οὐ κεκράτηκε. 

N.E.: Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάρθες μοναχή.
Το ομοιοτέλευτο ή ομοιοκατάληκτο, κατά το οποίο διαδοχικές προτάσεις τελειώνουν με ομοιοκατάληκτες λέξεις:
Εἰ γὰρ ἐξ ἴσου τῇ συμφορᾷ καὶ τὴν διάνοιαν ἕξω καὶ τὸν ἄλλον βίον διάξω, τί τούτου διοίσω; (σε τι θα

διαφέρω)

N.E.: Της αγάπης το βοτάνι κάθε τόπος δεν το κάνει.

Η παρήχηση, κατά την οποία σε διαδοχικές λέξεις επαναλαμβάνεται ο ίδιος φθόγγος:

Τὴν δὲ μητέρα τελευτήσασαν πέπαυμαι τρέφων τρίτον ἔτος τουτί. [παρήχηση του τ]

Tυφλός τά τ’ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ’ ὄμματ’ εἶ.

N.E.: Τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά ρητή κατά το Κάστρο. [παρήχηση του ρ]

Η παρονομασία ή ετυμολογικό σχήμα, κατά το οποίο ομόρριζες λέξεις τίθενται η μία κοντά στην άλλη:

Δύναμαι συνεῖναι δυναμένοις ἀνθρώποις ἀναλίσκειν.

N.E.: Πέταξα ένα φόρεμα πολυφορεμένο.

Το πρωθύστερο, κατά το οποίο τίθεται στον λόγο πρώτο κάτι που λογικά και χρονικά έπεται:

Λέγω τὴν Ἐρεχθέως τροφὴν καὶ γένεσιν. [γένεσιν καὶ τροφὴν]

N.E.: Χτενίστηκε, ελούστηκε και στο σεργιάνι βγήκε. [ἐλούστηκε, χτενίστηκε]

Το υπερβατό, κατά το οποίο δύο λέξεις που έχουν μεταξύ τους στενή συντακτική και λογική σχέση χωρίζονται λόγω της παρεμβολής άλλων λέξεων:

Οἱ δ’ ἔφοροι διδασκόμενοι ὑπὸ τῶν μετὰ τὰς ἐν Θήβαις σφαγὰς ἐκπεπτωκότων, Κλεόμβροτον ἐκπέμπουσι.

N.E.: άκρα του τάφου σιωπή

Το χιαστό, κατά το οποίο δύο λέξεις ή φράσεις που αναφέρονται σε δύο προηγούμενες τίθενται στον λόγο με αντίστροφη σειρά, χιαστί:

Περὶ πλείονος ποιοῦ δόξαν καλὴν ἢ πλοῦτον μέγαν τοῖς παισὶν καταλιπεῖν· ὁ μὲν γὰρ θνητός, ἡ δ’ ἀθάνατος. [περὶ πλείονος ποιοῦμαι: προτιμώ]

N.E.: Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα παινεμένη.

Σχήματα λόγου σχετικά με τη σημασία των λέξεων

Πολλές λέξεις της A.E., όπως και της Ν.Ε., έχουν εκτός από την κύρια σημασία τους και άλλες, με αποτέλεσμα να προκύπτουν λεκτικά σχήματα (λεκτικοί τρόποι), όπως:

Η αλληγορία, δηλαδή η έκφραση με την οποία άλλα λέει κανείς και άλλα εννοεί στο πλαίσιο μιας τολμηρής μεταφοράς:

Ζυγὸν μὴ ὑπερβαίνειν. [Μην παραβιάζεις το δίκαιο.]

N.E.: Έφαγαν τα μουστάκια τους. [τσακώθηκαν]

Η αντίφραση, κατά την οποία μια λέξη ή φράση αντικαθίσταται από άλλη συναφούς ή αντίθετης σημασίας. 


Είδη της αντίφρασης είναι:

α) Η ειρωνεία, κατά την οποία ο ομιλητής χρησιμοποιεί λέξεις ή φράσεις με διαφορετικό ή αντίθετο νόημα από αυτό που έχει κατά νου, με σκοπό να αποδοκιμάσει, να εμπαίξει ή απλώς να αστειευτεί:

Ὥστε μοι δοκεῖ ὁ κατήγορος εἰπεῖν περὶ τῆς ἐμῆς ὕβρεως ἐμὲ κωμῳδεῖν βουλόμενος, ὥσπερ τι καλὸν ποιῶν. (σαν να ’κανε κανένα κατόρθωμα)

N.E.: Ωραίο αστείο! [κακόγουστο]

β) Η λιτότητα, κατά την οποία μια έννοια αποδίδεται με άρνηση και την αντίθετη σημασιολογικά λέξη:

Ἀπέθανον τῶν Θεσσαλῶν οὐ πολλοί. [ὀλίγοι]

N.E.: Η ζημιά ήταν όχι μεγάλη. [μικρή]

γ) Ο ευφημισμός, κατά τον οποίο γίνεται χρήση λέξεων ή φράσεων με θετική σημασία, αντί αυτών που έχουν αρνητική, για λόγους που σχετίζονται με προλήψεις και δεισιδαιμονίες:

τὸ εὐώνυμον κέρας (η αριστερή παράταξη) [εὖ + ὄνομα, αντί: ἀριστερόν, καθώς οι αρχαίοι απέφευγαν τη χρήση αυτής της λέξης, επειδή πίστευαν ότι οι κακοί οιωνοί έρχονται από αριστερά]
N.E.: Ειρηνικός Ωκεανός

Η αντονομασία, κατά την οποία στη θέση ενός ονόματος, κύριου ή προσηγορικού, τίθεται λέξη όπως:


Το πατρωνυμικό αντί του κύριου ονόματος:

ὁ Πηλείδης [ὁ Ἀχιλλεὺς]

Το παράγωγο αντί του εθνικού ονόματος:

τὸ Ἑλληνικὸν [οἱ Ἕλληνες]

Η περίφραση που δηλώνει την καταγωγή ή μια ιδιότητα ενός προσώπου αντί του κύριου ή του εθνικού ονόματος:

ὦ παῖ Μενοικέως [ὦ Κρέον]

N.E.: ο εθνικός ποιητής [ο Σολωμός]

Η μεταφορά, κατά την οποία η κύρια σημασία μιας λέξης ευρύνεται και μεταφέρεται αναλογικά και σε άλλες λέξεις με τις οποίες έχει κάποια ομοιότητα:

Χαλκοῖς καὶ ἀδαμαντίνοις τείχεσιν τὴν χώραν ἐτείχισε. [ἰσχυροῖς τείχεσιν]

N.E.: κάλπικη αγάπη [ψεύτικη]

Η μετωνυμία, κατά την οποία χρησιμοποιείται:


Το όνομα του δημιουργού αντί για τη λέξη που δηλώνει το δημιούργημά του:

Ὅμηρον δεῖ τοὺς παῖδας ἐκστηθίζειν. [τὰ Ὁμήρου ἔπη]

N.E.: Ακούει Μπαχ.

Το περιέχον αντί του περιεχομένου, και αντίστροφα: 

Οὔτε γὰρ παρὰ θεάτρου δεῖ τόν γε ἀληθῆ κριτὴν κρίνειν μανθάνοντα. [παρὰ τῶν θεατῶν]

N.E.: Η αίθουσα είχε βουβαθεί.

Το αφηρημένο αντί του συγκεκριμένου, και αντίστροφα:

Νεότης πολλὴ ἦν ἐν τῇ Πελοποννήσῳ. [νέοι ἄνδρες]

N.E.: Είσαι λεβεντιά! [λεβέντης]

Η παρομοίωση, κατά την οποία, για να τονιστεί μια ιδιότητα ενός προσώπου ή πράγματος, αυτό παραβάλλεται με άλλο που έχει αυτή την ιδιότητα σε μεγαλύτερο βαθμό:

Ἠναγκάσθησαν οἱ ἱππεῖς ὥσπερ νυκτερίδες πρὸς τοῖς τείχεσιν προσαραρέναι. (να κολλήσουν) [προσαραρέναι:απρμφ. παρακειμένου του ρ. προσαραρίσκω]

N.E.: Έχει καρδιά σαν πέτρα.

Η συνεκδοχή, κατά την οποία χρησιμοποιείται:

Το ένα αντί για τα πολλά ομοειδή:
Ὁ Συρακόσιος πολέμιος τῷ Ἀθηναίῳ ἐστί. [οἱ Συρακόσιοι – τοῖς Ἀθηναίοις]

N.E.: O Έλληνας είναι γλεντζές. [οι Έλληνες]

Το μέρος αντί για το σύνολο, και αντίστροφα:

Μάντεις ἐπὶ πλουσίων θύρας ἰόντες πείθουσιν ὡς ἔστι παρὰ σφίσι δύναμις. [οἰκίας]

N.E.: κάθε κλαδί και κλέφτης [δέντρο]

Η ύλη αντί για το αντικείμενο που κατασκευάζεται από αυτήν:

Ἀθηναῖοι τὸν σίδηρον κατέθεντο. [τὰ ὅπλα]

N.E.: Έβαλε πολύ χρυσάφι πάνω της. [χρυσαφικά]

Αυτό που παράγει αντί για εκείνο που παράγεται:

Πλῆσον κρατῆρα μελίσσης. [μέλιτος] (Γέμισε τον κρατήρα με μέλι)

Το σχήμα κατ’ εξοχήν, κατά το οποίο η σημασία μιας λέξης περιορίζεται, ώστε αντί πολλών ομοειδών να δηλώνει τελικά ένα μόνο (το κατ’ εξοχήν) από αυτά:

Καλλίξενος κατελθὼν ὅτε καὶ οἱ ἐκ Πειραιῶς εἰς τὸ ἄστυ, λιμῷ ἀπέθανεν. [εἰς τὸ ἄστυ → εἰς τὰς Ἀθήνας]

ὁ ποιητὴς [ὁ Ὅμηρος] – ἡ ποιήτρια [ἡ Σαπφὼ]

N.E.: η άλωση της Πόλης [Κωνσταντινούπολης]

Η υπερβολή, κατά την οποία αυτό που λέγεται ξεπερνά το γνωστό και το αποδεκτό:

Ἐπιλίποι δ’ ἂν ἡμᾶς ὁ πᾶς χρόνος, εἰ πάσας τὰς ἐκείνου πράξεις καταριθμησαίμεθα.

N.E.: Τρώει ένα αρνί στην καθισιά του.

Σχήματα λόγου σχετικά με την πληρότητα του λόγου
Κατά τη χρήση του λόγου παραλείπονται συχνά λέξεις, επειδή εύκολα εννοούνται από τα συμφραζόμενα ή από την κοινή πείρα των συνομιλητών. 
Με την έλλειψη όρων σχετίζεται το σχήμα της βραχυλογίας, είδη της οποίας είναι:

α) Το ζεύγμα, κατά το οποίο δύο ομοειδείς προσδιορισμοί αποδίδονται στο ίδιο ρήμα, παρ’ ότι λογικά ο ένας από τους δύο ταιριάζει σε άλλο ρήμα, το οποίο εννοείται:

Ἔδουσί τε πίονα μῆλα οἶνόν τ’ ἔξαιτον. [πίνουσι] (Τρώνε παχιά αρνιά και [πίνουν] εκλεκτό κρασί.)

N.E.: Ακούει βροντές και αστραπές. [βλέπει]

β) Το σχήμα από κοινού, κατά το οποίο λέξη ή φράση που παραλείπεται εννοείται αυτούσια από τα προηγούμενα:

Διαγιγνώσκουσιν ἅ τε δύνανται καὶ ἃ μή. [δύνανται]

N.E.: Σε ξέρω, αλλά δε θυμάμαι από πού. [σε ξέρω]

γ) Το σχήμα εξ αναλόγου, κατά το οποίο παραλείπεται λέξη, φράση ή ολόκληρη πρόταση που εννοείται αναλογικά προς τα προηγούμενα ή τα επόμενα, τροποποιημένη όμως σύμφωνα με τις ανάγκες του λόγου:

— Τὸ σῶμα λέγεις; — Ναὶ. [τὸ σῶμα λέγω]

N.E.: Δεν έπραξα όπως έπρεπε. [να πράξω].

δ) Το σχήμα εξ αντιθέτου, κατά το οποίο εννοείται από τα προηγούμενα κάτι αντίθετο ή διαφορετικό:

Καί μου μηδεὶς θαυμάσῃ τὴν ὑπερβολήν, ἀλλὰ [πᾶς τις] μετ’ εὐνοίας ὃ λέγω θεωρησάτω.

Με την πληρότητα του λόγου σχετίζεται και το σχήμα του πλεονασμού, κατά το οποίο ένα νόημα ή μια έννοια αποδίδεται με περισσότερες λέξεις από όσες χρειάζονται. 


Πλεονασμό αποτελούν:
α) Η περίφραση, δηλαδή η απόδοση μιας έννοιας με περισσότερες από μία λέξεις:

Ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀναβαίνω. [ἱππεύω]

N.E.: ο Γέρος του Μοριά [ο Κολοκοτρώνης]

β) Το σχήμα εκ παραλλήλου, κατά το οποίο ένα νόημα εκφράζεται συγχρόνως και θετικά και αρνητικά:

Φησὶ γὰρ καὶ τῷ σώματι δύνασθαι καὶ οὐκ εἶναι τῶν ἀδυνάτων.

N.E.: Σώπα και μη μιλάς.

γ) Το σχήμα «ἕν διὰ δυοῖν», κατά το οποίο μια έννοια εκφράζεται με δύο λέξεις που συνδέονται μεταξύ τους παρατακτικά με τους συνδέσμους καὶ ή τὲ - καί, ενώ έπρεπε η μία να προσδιορίζει την άλλη:

Ἔτι δὲ καὶ συλλέγεσθαί φησιν ἀνθρώπους ὡς ἐμὲ πονηροὺς καὶ πολλούς. [πολλούς πονηρούς ανθρώπους]

N.E.: Πέρασε ράχες και βουνά. [ράχες βουνών]

Eκτός από όσα αναφέρονται στο κυρίως μέρος, παρατηρούνται επίσης:

α) Έλξη του κατηγορουμένου είτε από το αντικείμενο του ρήματος σε γενική ή δοτική είτε από τη δοτική προσωπική (σε περίπτωση απρόσωπης σύνταξης):
Οἱ πρέσβεις Κύρου ἐδέοντο ὡς προθυμοτάτου πρὸς πόλεμον γενέσθαι. [ὡς προθυμότατον γενέσθαι]

Οὐδὲν ἐμποδὼν αὐτοῖς ἐστι κυρίοις τῶν ἀγαθῶν εἶναι. [κυρίους εἶναι]

β) Έλξη του υποκειμένου ή του αντικειμένου, όταν αυτό είναι αντωνυμία, από το γένος του κατηγορουμένου, στην περίπτωση που αυτό είναι ουσιαστικό:

Ταύτην ἐμαυτῷ ῥᾳστώνην ἐξηῦρον. [τοῦτο] (Aυτό βρήκα ως ανακούφιση για τον εαυτό μου.)

Οι μορφές πλεονασμού είναι πολλές. 


Μεταξύ αυτών και:
α) Η αναστροφή, κατά την οποία μια πρόταση αρχίζει με την ίδια λέξη με την οποία τελειώνει η προηγούμενή της:

Παρ' Ἐρυθραίων χρήματα λαμβάνουσιν. Λαμβάνουσι δ' οἱ μὲν ἔχοντες μίαν ἢ δύο ναῦς ἐλάττονα.

β) Η επαναφορά, η επανάληψη δηλαδή της ίδιας λέξης στην αρχή διαδοχικών προτάσεων για έμφαση:

Οὗτός ἐστιν ὁ σώφρων καὶ οὗτος ὁ ἀνδρεῖος.

γ) Η επιφορά, κατά την οποία διαδοχικές προτάσεις ή περίοδοι τελειώνουν με την ίδια λέξη ή φράση:

Ὅστις ἐν τῷ πρώτῳ λόγῳ τὴν ψῆφον αἰτεῖ, ὅρκον αἰτεῖ, νόμον αἰτεῖ, δημοκρατίαν αἰτεῖ.

δ) Η συμπλοκή, συνδυασμός επαναφοράς και επιφοράς:

Ἐπὶ σαυτὸν καλεῖς, ἐπὶ τοὺς νόμους καλεῖς, ἐπὶ τὴν δημοκρατίαν καλεῖς.