Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Αριστοτέλη «ΗΘικά Νικομάχεια», Ενότητες 4 - 10

Αριστοτέλη «Ηθικά Νικομάχεια»

ΕΝΟΤΗΤΑ 4Η

Το ίδιο συμβαίνει και με τις αρετές. Δηλαδή κάνοντας
οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ τῶν ἀρετῶν ἔχει· πράττοντες

όσα γίνονται κατά τις μεταξύ μας σχέσεις
γὰρ τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους

γινόμαστε άλλοι δίκαιοι και άλλοι άδικοι,
γινόμεθα οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι,

ενώ κάνοντας όσα έχουν μέσα τους το στοιχείο του φόβου
πράττοντες δὲ τὰ ἐν τοῖς δεινοῖς

και συνηθίζοντας να φοβόμαστε ή να έχουμε θάρρος γινόμαστε άλλοι ανδρείοι και άλλοι δειλοί.
καὶ ἐθιζόμενοι φοβεῖσθαι ἢ θαρρεῖν οἳ μὲν ἀνδρεῖοι οἳ δὲ δειλοί.

Το ίδιο συμβαίνει και μετις επιθυμίες και την οργή,
ὁμοίως δὲ καὶ τὰ περὶ τὰς ἐπιθυμίας ἔχει καὶ τὰ περὶ τὰς ὀργάς·

δηλαδή άλλοι γίνονται σώφρονες και πράοι, ενώ άλλοι ακόλαστοι
οἳ μὲν γὰρ σώφρονες καὶ πρᾶοι γίνονται, οἳ δ᾽ ἀκόλαστοι

και οργίλοι με το να συμπεριφερόμαστε σ’ αυτά άλλοι με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο
καὶ ὀργίλοι, οἳ μὲν ἐκ τοῦ οὑτωσὶ ἐν αὐτοῖς ἀναστρέφεσθαι,

και άλλοι με τον άλλο. Με δυο λόγια,
οἳ δὲ ἐκ τοῦ οὑτωσί. καὶ ἑνὶ δὴ λόγῳ

τα όμοια στοιχεία του χαρακτήρα μας διαμορφώνονται με τις όμοιες ενέργειες.
αἱ ἕξεις γίνονται ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν.




Γι αυτό πρέπει να προσδίδουμε μιαν ορισμένη ποιότητα στις ενέργειές μας,
διὸ δεῖ ἀποδιδόναι τὰς ἐνεργείας ποιὰς ·

επειδή με αυτών τις διαφορές είναι αντίστοιχα τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας.
κατὰ γὰρ τὰς τούτων διαφορὰς ἀκολουθοῦσιν αἱ ἕξεις.

Επομένως, δεν έχει μικρή σημασία ο εθισμός από την πιο μικρή ηλικία
οὐ μικρὸν οὖν διαφέρει τὸ ἐθίζεσθαι εὐθὺς ἐκ νέων

σ’ αυτόν ή τον άλλον τρόπο συμπεριφοράς,
οὕτως ἢ οὕτως,

αντίθετα έχει μεγάλη σημασία
ἀλλὰ πάμπολυ,

ή, καλύτερα, είναι το παν.
μᾶλλον δὲ τὸ πᾶν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ

Ενότητα 5η

Ως αποδεικτικό σημάδι ότι έχουν διαμορφωθεί τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα
Σημεῖον δ τν ξεων

μας πρέπει να θεωρούμε το ευχάριστο ή το δυσάρεστο συναίσθημα
δεῖ ποιεσθαι τν πιγινομνην δονν λπην

που συνοδεύει τις πράξεις μας
τοῖς ργοις·

γιατί αυτός που μένει μακριά από τις σωματικές ηδονές
μν γρ πεχμενος τν σωματικν δονν

και γι αυτό ακριβώς νιώθει ευχάριστα, είναι σώφρονας,
καὶ ατ τοτ χαρων σφρων,

ενώ αυτός που δυσανασχετεί, ακόλαστος
δ χθμενος κλαστος,

επίσης αυτός που αντιμετωπίζει όσα έχουν μέσα τους το στοιχείο του φόβου
καὶ μν πομνων τ δειν

και νιώθει ευχάριστα ή τουλάχιστον δε νιώθει δυσάρεστα, είναι ανδρείος,
καὶ χαρων μ λυπομενς γε νδρεος,

ενώ εκείνος που δοκιμάζει δυσάρεστο συναίσθημα, δειλός.
δ λυπομενος δειλς.

Και αυτά, επειδή η ηθική αρετή συνδέεται
γρ θικ ρετ στν

με τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα συναισθήματα
περὶ δονς κα λπας ·

δηλαδή κάνουμε τις τιποτένιες πράξεις για την ευχαρίστηση,
πράττομεν γρ τ φαλα δι μν τν δονν,


ενώ μένουμε μακριά από τα αισθητικά ωραία πράγματα
πεχμεθα δ τν καλν

εξαιτίας του δυσάρεστου συναισθήματος.
διὰ τν λπην.

Γι αυτό πρέπει να έχουμε διαπαιδαγωγηθεί από την πιο μικρή ηλικία,
διὸ δε χθα πως εθς κ νων,

όπως λέει ο Πλάτωνας, με τέτοιον τρόπο, ώστε να δοκιμάζουμε ευχάριστα
ς Πλτων φησν, στε χαρειν τε

και δυσάρεστα συναισθήματα
καὶ λυπεσθαι

με αυτά που πρέπει
οἷς δε·

γιατί αυτή είναι η ορθή παιδεία.
αὕτη στν γρ ρθ παιδεα.


ΣΧΟΛΙΑ

Ερμηνευτικά καίριων λέξεων του κειμένου.

Έξεις: τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας, οι σταθεροί τρόποι συμπεριφοράς που μπορεί να είναι καλοί ή κακοί, αρετές ή κακίες.
ηδονή: στο κείμενο είναι το ευχάριστο συναίσθημα το οποίο δε δημιουργείται από σωματικό ερέθισμα. Οι ηδονές του σώματος καλούνται σωματικά ηδοναί. Αντίστοιχο της ηδονής ρήμα είναι το χαίρω.
Λύπη: το αντίθετο της ηδονής, το δυσάρεστο δηλαδή συναίσθημα. Αντίστοιχα ρήματα είναι τα λυπούμαι και άχθομαι.
Σώφρων: αυτός που απέχει από τις υλικές απολαύσεις με την έννοια ότι μπορεί και επιβάλλεται σ΄ αυτές και τις ελέγχει, δοκιμάζοντας όμως παράλληλη ευχαρίστηση γι αυτό. Στην νέα ελληνική: συνετός μυαλωμένος
Ακόλαστος: στην αριστοτελική ορολογία είναι όχι πολύ ακρατής, ο έκδοτος στις ηδονές, αλλά ατός που απέχει από τις υλικές απολαύσεις, όμως δεν δοκιμάζει παράλληλα ευχαρίστηση γι αυτό, αλλά νιώθει δυσάρεστα.

Ενότητα 6η

Η αρετή καθιστά τον άνθρωπο ικανό
να εκτελέσει το προορισμένο γι’ αυτόν έργο



Δεν πρέπει όμως να το πούμε μόνο έτσι, ότι η αρετή είναι έξη•
Δεῖ δὲ μὴ μόνον οὕτως εἰπεῖν, ὅτι ἕξις,

πρέπει να πούμε και τι λογής έξη είναι.
ἀλλὰ καὶ ποία τις.

Ας κάνουμε λοιπόν την παρατήρηση πως κάθε αρετή κάνει το πράγμα του οποίου είναι αρετή
ῥητέον οὖν ὅτι πᾶσα ἀρετή, οὗ ἂν ᾖ ἀρετή,


α) να βρίσκεται στην τελειότερη κατάστασή του, και
αὐτό τε εὖ ἔχον ἀποτελεῖ

β) να εκτελεί καλά το έργο του•
καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ εὖ ἀποδίδωσιν,

π.χ. η αρετή του ματιού: και το ίδιο το μάτι το κάνει τέλειο,
οἷον ἡ τοῦ ὀφθαλμοῦ ἀρετὴ τόν τε ὀφθαλμὸν σπουδαῖον ποιεῖ

αλλά επίσης και το έργο του, αφού η αρετή του ματιού είναι που κάνει να βλέπουμε καλά.
καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ· τῇ γὰρ τοῦ ὀφθαλμοῦ ἀρετῇ εὖ ὁρῶμεν.

Όμοια η αρετή του αλόγου: α) κάνει το ίδιο το άλογο τέλειο,
ὁμοίως ἡ τοῦ ἵππου ἀρετὴ ἵππον τε (20) σπουδαῖον ποιεῖ

και β) το κάνει ικανό να τρέξει, να κρατήσει τον αναβάτη
καὶ ἀγαθὸν δραμεῖν καὶ ἐνεγκεῖν τὸν ἐπιβάτην

και να σταθεί αντιμέτωπο με τον εχθρό.
καὶ μεῖναι τοὺς πολεμίους.

Αν λοιπόν έτσι έχει το πράγμα σε κάθε περίπτωση,
εἰ δὴ τοῦτ᾽ ἐπὶ πάντων οὕτως ἔχει,

τότε και του ανθρώπου η αρετή θα είναι, λέω, η έξη
καὶ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἀρετὴ εἴη ἂν ἡ ἕξις

από την οποία ξεκινά και το ότι ο άνθρωπος γίνεται καλός
ἀφ᾽ ἧς ἀγαθὸς ἄνθρωπος γίνεται

και το ότι θα μπορέσει να εκτελέσει καλά το έργο που του ανήκει.
καὶ ἀφ᾽ ἧς εὖ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον ἀποδώσει.

Πώς θα γίνει αυτό,… με τον ακόλουθο τρόπο να γίνει φανερό,
Πῶς δὲ τοῦτ᾽ ἔσται,… ὧδ᾽ ἔσται φανερόν,

αν εξετάσουμε δηλαδή να δούμε την ιδιαίτερη φύση της.
ἐὰν θεωρήσωμεν ποία τίς ἐστιν ἡ φύσις αὐτῆς.


ΕΝΟΤΗΤΑ 7Η

ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Σε κάθε πράγμα συνεχές και διαιρετό είναι δυνατόν να πάρουμε
ἐν παντὶ δὴ συνεχεῖ καὶ διαιρετῷ ἔστι λαβεῖν

το περισσότερο, το λιγότερο ή το ίσο και μάλιστα
τὸ μὲν πλεῖον τὸ δ᾽ ἔλαττον τὸ δ᾽ ἴσον, καὶ ταῦτα

σε σχέση με το ίδιο το πράγμα ή σε σχέση μ’ εμάς.
ἢ κατ᾽ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἢ πρὸς ἡμᾶς·

Το δε ίσον είναι το μέσον μεταξύ της υπερβολής και της έλλειψης.
τὸ δ᾽ ἴσον μέσον τι ὑπερβολῆς καὶ ἐλλείψεως.

Όταν λέω το μέσον του πράγματος εννοώ εκείνο που βρίσκεται σε ίση απόσταση
λέγω δὲ μέσον τοῦ μὲν πράγματος τὸ ἴσον ἀπέχον

από καθένα από τα δυο άκρα του, το οποίο είναι ένα και μόνο το ίδιο
ἀφ᾽ ἑκατέρου τῶν ἄκρων, ὅπερ ἐστὶν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ

σ’ όλα τα πράγματα. (‘Όταν λέω όμως μέσον) σε σχέση με εμάς (εννοώ)
πᾶσιν, πρὸς ἡμᾶς δὲ

εκείνο που δεν είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο (από το πρέπον).
ὃ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει·

Αυτό δεν είναι ένα ούτε το ίδιο σε όλους. Για παράδειγμα, αν τα δέκα είναι πολλά
τοῦτο δ᾽ οὐχ ἕν, οὐδὲ ταὐτὸν πᾶσιν. οἷον εἰ τὰ δέκα πολλὰ


και τα δυο λίγα, τότε τα έξι είναι το μέσον ως προς το πράγμα καθαυτό
τὰ δὲ δύο ὀλίγα, τὰ ἓξ μέσα λαμβάνουσι κατὰ τὸ πρᾶγμα·

διότι υπερέχει τόσο από το ένα όσο ακριβώς υπολείπεται και από το άλλο
ἴσῳ γὰρ ὑπερέχει τε καὶ ὑπερέχεται·

αυτό δε είναι το μέσον κατά την αριθμητική αναλογία.
τοῦτο δὲ μέσον ἐστὶ κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν.

Αλλά το μέσον σε σχέση με εμάς δεν πρέπει να νοείται με τον αυτόν τρόπον.
τὸ δὲ πρὸς ἡμᾶς οὐχ οὕτω ληπτέον·

Αν οι δέκα μνες τροφής είναι πολλές για κάποιον να τις φάει, οι δυο είναι λίγες,
οὐ γὰρ εἴ τῳ δέκα μναῖ φαγεῖν πολὺ δύο δὲ ὀλίγον,

ο προπονητής των αθλητών δε θα ορίσει έξι μνες
ὁ ἀλείπτης ἓξ μνᾶς προστάξει·

διότι ίσως αυτή η ποσότητα τροφής είναι πολλή λίγη σε σχέση
ἔστι γὰρ ἴσως καὶ τοῦτο πολὺ ἢ ὀλίγον

μ’ αυτόν που θα τη λάβει. Για το Μίλωνα μπορεί να είναι λίγη,
τῷ ληψομένῳ · Μίλωνι μὲν γὰρ ὀλίγον,

για τον αθλητή όμως που μόλις ξεκίνησε
τῷ δὲ ἀρχομένῳ

να γυμνάζεται είναι ίσως μεγάλη. Το ίδιο συμβαίνει και στα αγωνίσματα του δρόμου
τῶν γυμνασίων πολύ. ὁμοίως ἐπὶ δρόμου

και της πάλης. Με αυτό τον τρόπο κάθε επιστήμονας αποφεύγει την υπερβολή
καὶ πάλης. οὕτω δὴ πᾶς ἐπιστήμων φεύγει τὴν ὑπερβολὴν μὲν

και την έλλειψη, επιζητεί δε το μέσον και αυτό επιλέγει,
καὶ τὴν ἔλλειψιν, ζητεῖ δὲ τὸ μέσον καὶ τοῦθ᾽ αἱρεῖται,

όχι το μέσον του ίδιου του πράγματος αλλά το μέσον σε σχέση μ’ εμάς.
μέσον δὲ οὐ τὸ τοῦ πράγματος ἀλλὰ τὸ πρὸς ἡμᾶς.


Ενότητα 7η σχόλια

Όσα λέγονται από τον φιλόσοφο σ’ αυτό το σημείο αποτελούν άμεση απάντηση στο ερώτημα ποία τις εστί η φύσις αυτής(=της αρετής) που τέθηκε στην προηγούμενη ενότητα. Από την ενότητα αυτή διαφαίνεται η προσπάθεια του Αριστοτέλη να αποδείξει ότι η αρετή βρίσκεται στη μεσότητα. Η απόδειξη όμως της άποψης αυτής προϋποθέτει καταρχήν τον προσδιορισμό της έννοιας της μεσότητας, για να γίνει αυτή πρώτα κατανοητή. Και ο προσδιορισμός αυτός θα επιχειρηθεί με δύο τρόπους: με κριτήρια αντικειμενικά αρχικά και υποκειμενικά ή μεταβλητά στη συνέχεια. Έτσι όλη η σκέψη του φιλοσόφου δομείται γύρω από τις έννοιες της μεσότητας και των δύο ακροτήτων.
Οι βασικές θέσεις της ενότητας είναι οι ακόλουθες :
v Ο προσδιορισμός της μεσότητας είναι δυνατός κατά δύο τρόπους : σε σχέση προς το πράγμα και σε σχέση προς ημάς.
v Η μεσότητα προς το πράγμα είναι μία και ίδια για όλους. <
v Η μεσότητα προς ημάς ούτε πλεονάζει ούτε ελλείπει - αποδεικτικά παραδείγματα. <!--[endif]-->
Οι ειδικοί αποφεύγουν την υπερβολή και την έλλειψη, ζητούν και επιλέγουν το μέσον προς ημάς.
Εν παντί δή συνεχεί και διαιρετώ... ... μήτε πλεονάζει μήτε ελλείπει... ουδέ ταυτόν πασίν :
Ο Αριστοτέλης επιχειρεί να προσδιορίσει την έννοια της μεσότητας, ώστε να καταλήξει στο βασικό του συμπέρασμα ότι η αρετή είναι μεσότητα. Πρώτα επιχειρείται ο αριθμητικός προσδιορισμός της έννοιας του μέσου: σε καθετί που έχει συνέχεια και μπορεί να διαιρεθεί, η διαίρεση είναι δυνατή κατά δύο τρόπους. Ή να διαιρεθεί σε δύο ίσα τμήματα ή σε δύο άνισα, το ένα μικρότερο και το άλλο μεγαλύτερο.
Ο πρώτος τρόπος προσδιορίζεται με τη φράση κατ' αυτό το πράγμα και είναι η αριθμητική μεσότητα, η οποία ισχύει για όλους. Αυτή έχει ως μέτρο τα πράγματα και απορρέει από αυτά, από την παρατήρηση και την έρευνα και ανάγεται στη σφαίρα της επιστημονικής γνώσης, η οποία καταλήγει σε πορίσματα που δεν επιδέχονται παρεκκλίσεις ή παρερμηνείες, αλλά ισχύουν πάντα. Επομένως έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και εκφράζει την ίση απόσταση του μέσου από τα δύο άκρα.
Ο δεύτερος τρόπος προσδιορισμού της μεσότητας είναι η μεσότητα προς ημάς. Αυτή έχει υποκειμενικό χαρακτήρα. Έχει ως μέτρο τον εαυτό μας, τις ανάγκες μας, τις απόψεις μας, την ιδιότητά μας, την κατάστασή μας, τον τόπο και το χρόνο (υποκειμενικά κριτήρια) και επομένως δεν μπορεί να ισχύει για όλους. Βασικό στοιχείο για να την ορίσει κανείς είναι ότι ούτε πλεονάζει ούτε ελλείπει σε σχέση προς ημάς.
Με τη φράση αυτή (προς ημάς) ο φιλόσοφος δίνει την εντύπωση ότι δεν απέχει από τη σχετικοκρατική σοφιστική στάση, που εκφράζεται με την φράση του Πρωταγόρα Πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε ουκ όντων ως ουκ έστιν (= Μέτρο όλων των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος αυτών που υπάρχουν πως υπάρχουν, και αυτών που δεν υπάρχουν πως δεν υπάρχουν). Αυτή όμως η υποκειμενικότητα είναι φαινομενική, γιατί, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ο Αριστοτέλης προσθέτει στο προς ημάς ένα νέο στοιχείο, τον ορθόν λόγον, ο οποίος διασφαλίζει την αντικειμενικότητα για τον προσδιορισμό του μέσου.
Επομένως μιλάμε για δύο είδη μεσότητας από τα οποία το δεύτερο έχει σχέση με την ηθική αρετή.
Ο όρος κατ' αυτό το πράγμα αντιστοιχεί στον σύγχρονο όρο αντικειμενικός και ο όρος προς ημάς στον όρο υποκειμενικός. Ως όροι αναφέρονται για πρώτη φορά σε αυτό το σημείο και ύστερα επαναλαμβάνονται στερεότυπα. Εκφράζουν την προσπάθεια του Αριστοτέλη για τη διαμόρφωση φιλοσοφικής ορολογίας, καθώς, ως γνωστόν, οι όροι αντικειμενικός και υποκειμενικός δεν είναι στην εποχή αυτή γνωστοί.
Το αριθμητικό μέσο έχει αντικειμενικό χαρακτήρα και απέχει ίση απόσταση από τα δύο άκρα. Κατά τον Κ. Τσάτσο, "η μεσότητα είναι εύκολο να βρεθεί όπου χωράει μαθηματική σκέψη, όπου η μεσότητα προσδιορίζεται από καθαρά αντικειμενικά στοιχεία. Αλλά όταν τη μεσότητα αυτή την αναζητάμε με βάση ένα υποκειμενικό δεδομένο, η εύρεσή της είναι δύσκολη".
Η αρετή ως μεσότητα :
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη κάθε αρετή είναι το μέσο (σωστή συμπεριφορά) ανάμεσα σε δύο άκρα, την υπερβολή και την έλλειψη (λανθασμένη συμπεριφορά). Στην ενότητα 4 έχουν αναφερθεί κάποιες αρετές, η καθεμιά από τις οποίες αποτελεί μέσο, που βρίσκεται ανάμεσα στην υπερβολή και στην έλλειψη :
υπερβολή μέσον έλλειψις
θρασύτητα ανδρεία δειλία
ακολασία σωφροσύνη αναισθησία
οργή πραότητα απάθεια
Ωστόσο ο Αριστοτέλης στην ενότητα αυτή δεν αναφέρει το άκρο της έλλειψης σχετικά με τις αρετές που επισημαίνει, επειδή συναντάται πολύ πιο σπάνια από εκείνο της υπερβολής. Σε άλλα σημεία των Ηθικών Νικομαχείων αναφέρει άλλα παραδείγματα αρετών με την αντίστοιχη υπερβολή και έλλειψή τους. Σε μερικές όμως περιπτώσεις δεν υπάρχει έλλειψη ή υπερβολή στη συμπεριφορά του ανθρώπου. έτσι, μόνο για λόγους διδακτικούς βάζει κάποιες λέξεις που δεν έχουν πραγματικό αντίκρισμα.
Οίον ει τα δέκα πολλά... κατά την αριθμητικήν αναλογίαν :

Ο φιλόσοφος στηρίζει την άποψή του σε ένα παράδειγμα από το χώρο της αριθμητικής, ακολουθώντας τη γνωστή συλλογιστική του μέθοδο, την επαγωγή. Με κριτήρια λοιπόν αντικειμενικά το μέσο βρίσκεται σε ίση απόσταση από τα δύο άκρα και είναι το ίδιο για όλους. Στη σειρά των αριθμών 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 τα δύο άκρα είναι το 2 (λίγο) και το 10 (πολύ), ενώ μέσο είναι το 6, το οποίο βρίσκεται σε ίση απόσταση και από το 2 και από το 10 (4 μονάδες).


υπερέχει και υπερέχεται :
το μέσο (6) ξεπερνάει το λίγο (2) τόσες μονάδες όσες ξεπερνιέται από το πολύ (10). ξεπερνάει και ξεπερνιέται κατά 4 μονάδες (6 - 2 = 4 και 10 - 6 = 4).
Το δε προς ημάς... επί δρόμου και πάλης :
Το δεύτερο παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο φιλόσοφος αναφέρεται στο μέσον προς ημάς : αν οι δέκα μερίδες φαγητού είναι πολλές και οι δύο λίγες, ο προπονητής δεν θα διατάξει έξι μερίδες. Γιατί αυτές είναι λίγες για τον μεγάλο αθλητή Μίλωνα, πολλές όμως για έναν αρχάριο αθλητή. Το ίδιο ισχύει και για τους αθλητές του δρόμου και της πάλης. Επομένως το μέσον, η μεσότητα σε σχέση με τον εαυτό μας είναι κάτι σχετικό. Για παράδειγμα, στο θέμα του φαγητού η ποσότητα που πρέπει να παίρνει κάποιος, εξαρτάται από το ανάστημά του, την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του, από το πόσο βαριά εργασία κάνει. Το μέτρο και το μέσον δηλαδή δεν είναι το ίδιο για όλα τα άτομα.
Ο Μίλωνας (Μίλων) που αναφέρεται εδώ ήταν διάσημος αθλητής από τον Κρότωνα, την ελληνική αποικία της Κάτω Ιταλίας και ολυμπιονίκης. έζησε τον 6οαι. π.Χ. και το πρώτο μισό του 5ου. οι εξαιρετικές επιδόσεις του στους αθλητικούς αγώνες αλλά και στην
πολυφαγία πήραν θρυλικές διαστάσεις. Τον αναφέρουν ως μαθητή του Πυθαγόρα και συγγραφέα ορισμένων χαμένων έργων. Υμνήθηκε ιδιαίτερα από τον Σιμωνίδη. Η αναφορά στον Μίλωνα γίνεται και από τον Πλάτωνα στην Πολιτεία για τον ίδιο λόγο.
Ούτω δη πας επιστήμων την υπερβολήν... ..αλλά το προς ημάς :
Ο Αριστοτέλης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ειδικός αποφεύγει την υπερβολή ή την έλλειψη και αναζητάει το μέσο. Η τελική αυτή επιλογή του (αιρείται) γίνεται όχι σε σχέση προς το πράγμα (αντικειμενικά), αλλά σε σχέση προς ημάς (υποκειμενικά). Έτσι το μέσον είναι διαφορετικό και επιλέγεται όχι με κριτήριο την αριθμητική αναλογία, αλλά με κριτήριο και μέτρο τον ίδιο τον άνθρωπο και τη συγκεκριμένη του φύση. Η επιλογή αυτή (προαίρεσις) είναι αποτέλεσμα της λογικής κάθε ανθρώπου και έχει ως βασική προϋπόθεση την αυτογνωσία (γνώθι σαυτόν).
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει στο σημείο αυτό το σημασιολογικό περιεχόμενο των λέξεων ‘αιρείται’ και ‘προς ημάς’ , στις οποίες υπάρχει σπερματικά ο ορισμός της ηθικής αρετής : α) το μέσον προς ημάς β) η προαίρεση.
Με τον όρο "επιστήμων" δεν νοείται αυτός που ασχολείται με κάποια επιστήμη εξετάζοντας τα αντικειμενικά δεδομένα των πραγμάτων, επομένως και το αντικειμενικό μέσο, αλλά αυτός ο οποίος, έχοντας και κάποιο λογικό κριτήριο επιδιώκει το υποκειμενικό μέσο. Παρόμοια σημασία έχει ο όρος τεχνίται της επόμενης διδακτικής ενότητας.
Η θεωρία της μεσότητας δεν ανήκει στην πρωτοτυπία της σκέψης του Αριστοτέλη. Κανείς όμως δεν τη συνέλαβε κατά τον ίδιο τρόπο. Οι άλλοι φιλόσοφοι κάνουν λόγο για μέτρο, ενώ ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τους όρους μεσότης και μέσον.
Το τελικό συμπέρασμα είναι: ο κάθε ειδικός αποφεύγει την υπερβολή
και την έλλειψη και επιδιώκει ως τελική προτίμηση το μέσον, όχι όμως σε
σχέση προς το πράγμα (αριθμητική ισότητα) αλλά σε σχέση με μας.
Επομένως μεσότητα δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ίση απόσταση από δύο άκρα,
δεν είναι δηλαδή υπόθεση ποσοτική αλλά ποιοτική και έχει σχέση με τον
καθένα. Όποιος δηλαδή αναζητάει τη μεσότητα πρέπει να την καθορίσει
με προσωπική ευθύνη και με ελεύθερη προαίρεση.
Γενικά σε αυτήν την ενότητα ο φιλόσοφος συμπληρώνει όσα προηγούμενα είπε, ότι δηλαδή η ηθική αρετή είναι έξη. Συγκεκριμένα την προσδιορίζει ως μεσότητα προς ημάς, δηλαδή καθορίζεται με βάση υποκειμενικά κριτήρια και αναφέρεται στον ειδήμονα (επιστήμων) που επιζητεί και επιλέγει αυτή τη μεσότητα. Αυτά στοιχειοθετούν μια λογική διεργασία, δηλαδή μια διαδικασία για την οποία απαραίτητος είναι ο ορθός λόγος. Έτσι στη συνέχεια ο φιλόσοφος θα ορίσει την ηθική αρετή ως την μετά του ορθού λόγου έξι.


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ «ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ»
ΕΝΟΤΗΤΑ 8Η

ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Αν κάθε επιστήμη εκτελεί το έργο της έτσι καλά, αποβλέποντας δηλαδή
Εἰ δὴ πᾶσα ἐπιστήμη ἐπιτελεῖ τὸ ἔργον οὕτω εὖ, βλέπουσα

στο μέσον και κατευθύνοντας τα έργα της σ’ αυτό
πρὸς τὸ μέσον καὶ ἄγουσα τὰ ἔργα εἰς τοῦτο

(γι αυτό και συνηθίζουν να λένε ότι δεν είναι δυνατόν ούτε να αφαιρέσουμε
(ὅθεν εἰώθασιν ἐπιλέγειν ὅτι οὔτ᾽ ἔστιν ἀφελεῖν

ούτε να προσθέσουμε τίποτα από τα τέλεια έργα, διότι η υπερβολή
οὔτε προσθεῖναι τοῖς εὖ ἔχουσιν ἔργοις, ὡς τῆς μὲν ὑπερβολῆς

και η έλλειψη καταστρέφουν την τελειότητα των έργων, η μεσότητα όμωs
καὶ τῆς ἐλλείψεως φθειρούσης τὸ εὖ, τῆς δὲ μεσότητος

τη διαφυλάσσει, η δε ικανοί τεχνίτες κατασκευάζουν τα έργα τους, όπως λέμε,
σῳζούσης, οἱ δ᾽ ἀγαθοὶ τεχνῖται ἐργάζονται, ὡς λέγομεν,

αποβλέποντας στην επίτευξη αυτού),η δέ αρετή που είναι ακριβέστερη και ανώτερη
βλέποντες πρὸς τοῦτο)· ἡ δ᾽ ἀρετὴ ἀκριβεστέρα καὶ ἀμείνων

από κάθε τέχνη, όπως ακριβώς και η φύση θα μπορούσε να επιδιώκει
πάσης τέχνης ἐστὶν ὥσπερ καὶ ἡ φύσις, ἂν εἴη στοχαστική

το μέσον. Εννοώ την ηθική αρετή, διότι αυτή έχει σχέση με τα συναισθήματα
τοῦ μέσου. λέγω δὲ τὴν ἠθικήν· αὕτη γάρ ἐστι περὶ πάθη

και τις πράξεις και σ’ αυτά υπάρχει η υπερβολή και η έλλειψη
καὶ πράξεις, ἐν δὲ τούτοις ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις

και το μέσον.
καὶ τὸ μέσον.

9η Ενότητα
Σημαντικές διευκρινήσεις
για το περιεχόμενο της έννοιας «μεσότης»

Παραδείγματος χάριν μπορεί κανείς να φοβηθεί ή να δείξει θάρρος,
οἷον καὶ φοβηθῆναι καὶ θαρρῆσαι

να επιθυμήσει, να οργισθεί ή να σπλαχνισθεί, γενικά να νιώσει ευχαρίστηση
καὶ ἐπιθυμῆσαι καὶ ὀργισθῆναι καὶ ἐλεῆσαι καὶ ὅλως ἡσθῆναι

ή δυσαρέσκεια, και σε μεγαλύτερο και σε μικρότερο βαθμό,
καὶ λυπηθῆναι ἔστι καὶ μᾶλλον καὶ ἧττον,

και ούτε το ένα ούτε το άλλο από τα δύο αυτά είναι καλό•
καὶ ἀμφότερα οὐκ εὖ·

να τα αισθανθεί όμως όλα αυτά τη στιγμή που πρέπει, εν σχέση με τα πράγματα που πρέπει, εν σχέση με τους ανθρώπους που πρέπει, για τον λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει,
τὸ δ᾽ ὅτε δεῖ καὶ ἐφ᾽ οἷς καὶ πρὸς οὓς καὶ οὗ ἕνεκα καὶ ὡς δεῖ,

αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, το μέσον και το άριστο
μέσον τε καὶ ἄριστον,

― αυτό το δεύτερο έχει, βέβαια, άμεση σχέση με την αρετή.
ὅπερ ἐστὶ τῆς ἀρετῆς.

Όμοια και στις πράξεις υπάρχει υπερβολή, έλλειψη και το μέσον
ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τὰς πράξεις ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ τὸ μέσον.

― η αρετή αναφέρεται στα πάθη και στις πράξεις
ἡ δ᾽ ἀρετὴ περὶ πάθη καὶ πράξεις ἐστίν,

: σ' αυτά η υπερβολή αποτελεί λάθος και ψέγεται, το ίδιο και η έλλειψη,,
ἐν οἷς ἡ μὲν ὑπερβολὴ ἁμαρτάνεται καὶ ἡ ἔλλειψις [ψέγεται],


ενώ το μέσον επαινείται και είναι το ορθό•
τὸ δὲ μέσον ἐπαινεῖται καὶ κατορθοῦται·

φυσικά, τα δύο αυτά, ο έπαινος και η επιτυχία του ορθού, πάνε μαζί με την αρετή.
ταῦτα δ᾽ ἄμφω τῆς ἀρετῆς.

Ένα είδος μεσότητας είναι λοιπόν η αρετή, έτσι που έχει για στόχο της το μέσον.
μεσότης τις ἄρα ἐστὶν ἡ ἀρετή, στοχαστική γε οὖσα τοῦ μέσου.


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ «ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ»

ΕΝΟΤΗΤΑ 10Η

ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ


Επιπλέον, το σφάλμα γίνεται με πολλούς τρόπους
Ἔτι τὸ μὲν ἁμαρτάνειν ἔστιν πολλαχῶς

(γιατί το κακό είναι σχετικό με το άπειρο, όπως δίδασκαν οι Πυθαγόρειοι,
(τὸ γὰρ κακὸν τοῦ ἀπείρου, ὡς οἱ Πυθαγόρειοι εἴκαζον,

ενώ το καλό με το πεπερασμένο), όμως το σωστό με έναν μόνο τρόπο
τὸ δ᾽ ἀγαθὸν τοῦ πεπερασμένου), τὸ δὲ κατορθοῦν μοναχῶς

(γι’ αυτό και είναι το ένα εύκολο, ενώ το άλλο δύσκολο πράγματι, είναι εύκολο
(διὸ καὶ τὸ μὲν ῥᾴδιον τὸ δὲ χαλεπόν, ῥᾴδιον μὲν

να αποτύχουμε στο στόχο μας, όμως είναι δύσκολο να τον επιτύχουμε)
τὸ ἀποτυχεῖν τοῦ σκοποῦ, χαλεπὸν δὲ τὸ ἐπιτυχεῖν)·

και γι’ αυτούς λοιπόν τους λόγους η υπερβολή και η έλλειψη πάνε μαζί με την κακία,
καὶ διὰ ταῦτ᾽ οὖν ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς μὲν κακίας,

ενώ η μεσότητα με την αρετή
τῆς δ᾽ ἀρετῆς ἡ μεσότης·

γιατί καλοί γινόμαστε με έναν τρόπο, αλλά κακοί με πολλούς.
ἐσθλοὶ μὲν γὰρ ἁπλῶς, κακοί δὲ παντοδαπῶς.

Είναι λοιπόν η αρετή μόνιμο στροιχείο του χαρακτήρα, που επιλέγεται ελεύθερα από
ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική,

το άτομο που βρίσκεται στο μέσο το οποίο προσδιορίζεται με κριτήρια υποκειμενικά
ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς,


και καθορίζεται από τη λογική και συγκεκριμένα, κατά τη γνώμη μου,
ὡρισμένῃ λόγῳ

από τη λογική που καθορίζει ο φρόνιμος άνθρωπος.
καὶ ᾧ ἂν ὁρίσειεν ὁ φρόνιμος.

Και είναι μεσότητα ανάμεσα σε δυο κακίες,
μεσότης δὲ δύο κακιῶν,

από τις οποίες η μια βρίσκεται από την πλευρά της υπερβολής,
τῆς μὲν καθ᾽ ὑπερβολὴν

ενώ η άλλη από την πλευρά της έλλειψης και ακόμα είναι μεσότητα,
τῆς δὲ κατ᾽ ἔλλειψιν· καὶ ἔτι (μεσότης εστί)

επειδή άλλες από αυτές τις κακίες δε φτάνουν σ’ αυτό που πρέπει,
τῷ τὰς μὲν ἐλλείπειν τοῦ δέοντος

και άλλες το ξεπερνούν και στα συναισθήματα και στις πράξεις,
τὰς δ᾽ ὑπερβάλλειν ἔν τε τοῖς πάθεσι καὶ ἐν ταῖς πράξεσι,

ενώ η αρετή ευρίσκει και επιλέγει το μέσο.
τὴν δ᾽ ἀρετὴν καὶ εὑρίσκειν καὶ αἱρεῖσθαι τὸ μέσον.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ «ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ» Ενότητες 1-3/ Κείμενο - Μετάφραση

ΕΝΟΤΗΤΑ 1Η

ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ


Επειδή, λοιπόν, η αρετή είναι δυο ειδών, διανοητική
Οὔσης δὴ τῆς ἀρετῆς διττῆς, τῆς μὲν διανοητικῆς

και ηθική, η μεν διανοητική στο μεγαλύτερο μέρος
τῆς δὲ ἠθικῆς, ἡ μὲν διανοητικὴ τὸ πλεῖον

και την προέλευση και την αύξησή της τη στηρίζει στη διδασκαλία,
καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν ἔχει ἐκ διδασκαλίας,

γι αυτό έχει ανάγκη από την εμπειρία και το χρόνο· η δε ηθική
διόπερ δεῖται ἐμπειρίας καὶ χρόνου, ἡ δ᾽ ἠθικὴ

έχει την προέλευσή της στον εθισμό, από τον οποίο πήρε
περιγίνεται ἐξ ἔθους, ὅθεν ἔσχηκε

και το όνομά της που λίγο διαφέρει από το έθος.
καὶ τοὔνομα μικρὸν παρεκκλῖνον ἀπὸ τοῦ ἔθους.

Από αυτό γίνεται φανερό ότι καμιά από τις ηθικές αρετές
ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὅτι οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν

δεν είναι έμφυτη σ’ εμάς· διότι τίποτα απ’ όσα είναι έτσι από τη φύση
φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται· οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων

δεν μπορεί να αποκτήσει διαφορετικές συνήθειες, όπως για παράδειγμα
ἄλλως ἐθίζεται, οἷον

η πέτρα που από τη φύση της πέφτει προς τα κάτω
ὁ λίθος φύσει φερόμενος κάτω

δεν μπορεί να συνηθίσει να κινείται προς τα πάνω,
οὐκ ἂν ἐθισθείη φέρεσθαι ἄνω,


ακόμα κι αν ρίχνοντάς την κάποιος προς τα πάνω αμέτρητες φορές
οὐδ᾽ ἂν ῥιπτῶν τις αὐτὸν ἄνω μυριάκις

προσπαθεί να τη συνηθίσει σ’ αυτό· ούτε η φλόγα προς τα κάτω
ἐθίζῃ, οὐδὲ τὸ πῦρ κάτω,
(μπορεί να αποκτήσει τη συνήθεια να κινείται)

ούτε τίποτα άλλο που από τη φύση του συμπεριφέρεται με άλλο τρόπο
οὐδ᾽ ἄλλο οὐδὲν τῶν πεφυκότων ἄλλως

είναι δυνατόν να αποκτήσει διαφορετικές συνήθειες.
ἂν ἐθισθείη ἄλλως.

Οι αρετές, λοιπόν, δε γεννιούνται μέσα μας, ούτε σύμφωνα με τη φύση
οὔτ᾽ αἱ ἀρεταί ἄρα ἐγγίνονται, φύσει

ούτε αντίθετα σ’ αυτή, αλλά εμείς είμαστε γεννημένοι
οὔτε παρὰ φύσιν ἀλλὰ πεφυκόσι μὲν ἡμῖν

με την ικανότητα να δεχόμαστε αυτές και να τελειοποιούμαστε σ’ αυτές
δέξασθαι αὐτάς, τελειουμένοις δὲ

με τον εθισμό.
διὰ τοῦ ἔθους.



ΕΝΟΤΗΤΑ 2Η

ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ


Ακόμα δε όσες ιδιότητες έχουμε από τη φύση
Ἔτι ὅσα μὲν ἡμῖν παραγίνεται φύσει,

πρώτα τις παίρνουμε ως δυνατότητες
πρότερον κομιζόμεθα τὰς δυνάμεις τούτων,

και ύστερα τις καθιστούμε ενέργειες
ὕστερον δὲ τὰς ἐνεργείας ἀποδίδομεν

(πράγμα το οποίο είναι φανερό στην περίπτωση των αισθήσεων)·
(ὅπερ δῆλον ἐπὶ τῶν αἰσθήσεων ·

διότι δεν αποκτήσαμε τις αντίστοιχες αισθήσεις επειδή είδαμε πολλές φορές
οὐ γὰρ ἐλάβομεν τὰς αἰσθήσεις, ἐκ τοῦ πολλάκις ἰδεῖν

ή ακούσαμε πολλές φορές, αλλά αντιστρόφως, πρώτα είχαμε τις αισθήσεις
ἢ ἀκοῦσαι πολλάκις ἀλλ᾽ ἀνάπαλιν ἔχοντες

και μετά τις χρησιμοποιήσαμε.
ἐχρησάμεθα, οὐ χρησάμενοι ἔσχομεν)·


Τις αρετές όμως τις αποκτούμε αφού πρώτα τις ασκήσουμε,
τὰς δ᾽ ἀρετὰς λαμβάνομεν πρότερον ἐνεργήσαντες,

όπως βέβαια συμβαίνει και στις άλλες τέχνες· διότι όσα πρέπει να μάθουμε να κάνουμε
ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν· ἃ γὰρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν,

τα μαθαίνουμε κάνοντάς τα,
ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν,

όπως για παράδειγμα γίνεται κανείς οικοδόμος με το να οικοδομεί
οἷον γίνονται οἰκοδόμοι οἰκοδομοῦντες

και κιθαριστής με το να παίζει κιθάρα.
καὶ κιθαρισταί κιθαρίζοντες·

Με τον ίδιο τρόπο γινόμαστε δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις,
οὕτω δὴ δίκαιοι γινόμεθα καὶ τὰ μὲν δίκαια πράττοντες,

σώφρονες με το να επιτελούμε σώφρονα έργα
σώφρονες δὲ τὰ σώφρονα,

και ανδρείοι με το να κάνουμε ανδραγαθήματα.
ἀνδρεῖοι δ᾽ τὰ ἀνδρεῖα.


ΕΝΟΤΗΤΑ 3Η

ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Τα παραπάνω τα επιβεβαιώνει και αυτό που συμβαίνει στα κράτη•
Μαρτυρεῖ δὲ καὶ τὸ γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν·

οι νομοθέτες δηλαδή να κάνουν τους πολίτες καλούς με τον εθισμό,
οἱ γὰρ νομοθέται ποιοῦσιν τοὺς πολίτας ἀγαθούς ἐθίζοντες,

και αυτή είναι η επιτυχία κάθε νομοθέτη,
καὶ τοῦτ᾽ ἐστίν τὸ μὲν βούλημα παντὸς νομοθέτου ,

ενώ όσοι δεν το κάνουν αυτό σωστά δεν πετυχαίνουν αυτό που επιδιώκουν•
ὅσοι δὲ μὴ ποιοῦσιν αὐτὸ εὖ ἁμαρτάνουσιν,

σ’ αυτό εξάλλου διαφέρει και το ένα πολίτευμα από το άλλο, το καλό πολίτευμα
τούτῳ καὶ διαφέρει πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ

από το λιγότερο καλό πολίτευμα.
φαύλης.

Ακόμα κάθε αρετή και γεννιέται και φθείρεται για τους ίδιους λόγους
Ἔτι πᾶσα ἀρετὴ καὶ γίνεται καὶ φθείρεται ἐκ τῶν αὐτῶν

και με τα ίδια μέσα – το ίδιο και κάθε τέχνη•
καὶ διὰ τῶν αὐτῶν, ὁμοίως δὲ καὶ τέχνη·

γιατί παίζοντας κιθάρα γίνονται και οι καλοί και κακοί κιθαριστές•
ἐκ γὰρ τοῦ κιθαρίζειν γίνονται καὶ οἱ ἀγαθοὶ καὶ κακοὶ κιθαρισταί.

και με τον ανάλογο τρόπο και οι οικοδόμοι και όλοι οι άλλοι τεχνίτες.
ἀνάλογον δὲ καὶ οἰκοδόμοι καὶ οἱ λοιποὶ πάντες·

Δηλαδή χτίζοντας με καλό τρόπο σπίτια θα γίνουν καλοί οικοδόμοι,
ἐκ τοῦ εὖ οἰκοδομεῖν μὲν γὰρ ἔσονται ἀγαθοὶ οἰκοδόμοι,

όμως χτίζοντας με κακό τρόπο, κακοί. Γιατί, αν δε συνέβαιναν έτσι τα πράγματα
ἐκ δὲ τοῦ κακῶς κακοί. εἰ γὰρ μὴ οὕτως εἶχεν,

καθόλου δε θα χρειαζόταν ο άνθρωπος που θα δίδασκε, αλλά όλοι οι τεχνίτες
οὐδὲν ἂν ἔδει τοῦ διδάξοντος, αλλά πάντες

θα ήταν από τη γέννησή τους καλοί η κακοί.
αν εγίγνοντο αγαθοί ή κακοί.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009

Η ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

«Το ανθρώπινο αγαθό πρέπει να έχει δύο χαρακτηριστικά. Πρέπει να είναι τελικό (τέλειον), κάτι που επιλέγεται πάντοτε προς χάρη του εαυτού του και ποτέ ως μέσο για την επιδίωξη άλλου σκοπού. Επίσης πρέπει να είναι αὔταρκες, κάτι που από μόνο του καθιστά τη ζωή άξια επιλογής. Και τα δύο αυτά γνωρίσματα χαρακτηρίζουν την ευδαιμονία. Απομένει όμως να ρωτήσουμε τι είναι η ευδαιμονία. Ο Αριστοτέλης για να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα εισάγει την πλατωνική έννοια του έργου ή της λειτουργίας. Ουσιαστικά θέτει το ερώτημα, ποιο είδος ζωής παρέχει στον άνθρωπο τη μεγαλύτερη ικανοποίηση, αλλά, για να βρει την απάντηση, θεωρεί αναγκαίο να ρωτήσει ποια είναι η χαρακτηριστική λειτουργία του ανθρώπου. Το ερώτημα αυτό το δανείζεται από τις τέχνες, αλλά εκεί η απάντηση είναι απλή. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί ότι η λειτουργία ενός αυλητού είναι να παίζει τον αυλό ή ότι η λειτουργία ενός πέλεκυ είναι να κόβει. Ακόμη και στα μέρη ενός ζωντανού σώματος -το μάτι ή το χέρι- εύκολα διακρίνεται ο προορισμός τους. Αντίθετα, δεν είναι εύκολο να λεχθεί ποιο είναι το έργο του ανθρώπου. Για να απαντήσει στο ερώτημα ο Αριστοτέλης εξετάζει ποιο έργο μπορεί να επιτελέσει μόνον ο άνθρωπος. Η αύξηση και η αναπαραγωγή είναι κοινή σε ανθρώπους, ζώα και φυτά, η αίσθηση είναι κοινή σε ανθρώπους και ζώα· επομένως, καμιά από αυτές τις λειτουργίες δεν μπορεί να χαρακτηρίζει ειδικά τον άνθρωπο. Αλλά, όπως διδαχθήκαμε στο Περί ψυχής σχετικά με τον άνθρωπο, σε αυτές τις λειτουργίες προστίθεται μια ανώτερη λειτουργία, που ο Αριστοτέλης την ονομάζει εδώ το λόγον ἔχον, "αυτό που έχει ορισμένο σχέδιο ή κανόνα". Σε αυτή τη δύναμη περιλαμβάνονται δύο υπολειτουργίες, μία που κατανοεί το σχέδιο και μία που το υπακούει. Η ζωή αυτής της λειτουργίας πρέπει να είναι η ευδαιμονία. Δεύτερον, η λειτουργία πρέπει να είναι ενέργεια και απλώς δύναμη. Τρίτον, πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρετή ή, αν υπάρχουν περισσότερες αρετές, με την καλύτερη και τελειότερη από αυτές. Τέταρτον, πρέπει να εκδηλώνεται όχι μόνο για σύντομες χρονικές περιόδους, αλλά για ολόκληρη τη ζωή.»
[W.D. Ross, Αριστοτέλης, Μ.Ι.Ε.Τ.: Αθήνα 21993, σ.271-272]



 Ο Αριστοτέλης περί ευδαιμονίας, αρετής, προαίρεσης (=ελεύθερης επιλογής) και ευθύνης (με αναφορά στα Ηθικά Νικομάχεια, αποσπάσματα του σχολικού βιβλίου: Φιλοσοφικός Λόγος)
Μνημόνιο  για ένα σεμινάριο φιλολόγων,
το οποίο οργάνωσαν οι Σύμβουλοι Φιλολόγων Μπέλλα Ζωή και Δαμάσκος  Παναγιώτης (Αμπελόκηποι, 25-1-2005).
Προοίμιο :
Ότι η ευδαιμονία αποτελεί επιδίωξη του ανθρώπου σύμφωνα με σχεδόν όλο τον  αρχαιοελληνικό στοχασμό είναι πολύ γνωστό. Ενδεικτικά σημειώνουμε την άποψη ενός από τους Προσωκρατικούς, του Δημόκριτου: «Ευδαιμονίη  ψυχής έργον….ουκ εν βοσκήμασιν οικεί ουδέ εν χρυσώ· ψυχή οικητήριον δαίμονος»[1] (=Η ευδαιμονία είναι έργο, απόκτημα της ψυχής του ανθρώπου….η ευδαιμονία δεν κατοικεί στα κοπάδια ζώων, δεν αγοράζεται με χρυσάφι. Η ψυχή είναι η κατοικία της ευδαιμονίας). Και είναι προφανές ότι η επιδίωξη  ευδαιμονίας και η επιλογή δρόμου αναζήτησης αποτελεί   κύριο κεφάλαιο της Φιλοσοφίας  Ζωής των ανθρώπων και συνοδεύεται από:
Αντιλήψεις για τη ζωή και την κοινωνία του Ανθρώπου.
Επιλογή τρόπου ζωής και συμπεριφοράς προς το συνάνθρωπο.
Αποδοχή σκοπών ζωής και κανόνων δράσης, ώστε να επιτυγχάνεται και ευδαιμονία.
          1. Όσο γνωρίζουμε ο Αριστοτέλης πρώτος προσπάθησε συστηματικά να αναλύσει το πώς ορίζεται η ευδαιμονία και πώς επιδιώκεται με την ανθρώπινη δραστηριότητα (ήθος, ηθική)[2]. Στην προσπάθεια αυτή αφιέρωσε τρία συγγράμματα:         
     Ηθικά Νικομάχεια, Ηθικά Ευδήμεια, Μεγάλα  Ηθικά[3].
Σύνδεση της ευδαιμονίας με όλες τις πνευματικές δραστηριότητες του ανθρώπου (γνωσιακή, ηθική, απορία μεταφυσική, θαυμασμό για ό,τι ωραίο) διακρίνουμε πρώτη φορά στο πολυσχιδές έργο του Δημόκριτου[4].  Αλλά  ο Αριστοτέλης επιχείρησε  συστηματικά να συνδέσει την ευδαιμονία του ανθρώπου  με την ηθική αντίληψη και δράση του γράφοντας τα τρία έργα που προσημειώσαμε. Και διατύπωσε σχετικό ορισμό στο τέλος του πρώτου βιβλίου των Ηθικών Νικομαχείων γράφοντας:
« Η ευδαιμονία εστί ψυχής ενέργειά τις  κατ’ αρετήν τελείαν»[5] (=«Η ευδαιμονία είναι μια ευχάριστη ψυχική κατάσταση που προκύπτει από τη  δραστηριότητα της ψυχής, εφόσον αυτή η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με την τέλεια αρετή» .
 άρα «περί αρετής  επισκεπτέον» (=άρα, σκόπιμο είναι  ή αναγκαίο να επισκοπήσουμε, να ερευνήσουμε τη σημαίνει αρετή) . Και συνεχίζει με ανάλυση της έννοιας αυτής,
2. Από το σημείο αυτό νομίζω ότι η διδακτική πράξη και η αντίστοιχη μαθησιακή διαδικασία  μπορεί να είναι πιο αποδοτική, αν ακολουθήσουμε τη λογική πορεία των αριστοτελικών ορισμών. Συγκεκριμένα, ο ίδιος ο Αριστοτέλης, θαυμαστής του Σωκράτη για τη συνήθειά του να οδηγεί τους συνομιλητές του στον ορισμό των εννοιών έγραψε σε άλλο σημείο:
«Έστιν άρα η αρετή έξις προαιρετική, εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω» ( 10η ενότητα στο σχολικό βιβλίο )[6]  =   «Είναι λοιπόν η αρετή η παγιωμένη διάθεση ή ο σταθερός προσανατολισμός του νου, που αποφασίζει ελεύθερα τις επιλογές των πράξεων και των αισθημάτων μας ουσιαστικά συνίσταται στην αναζήτηση του μέσου δρόμου δράσης σε σχέση με μας,  όπως δηλαδή μπορεί να αποφασίσει ο συνετός άνθρωπος.  Αυτόματα ή αυθόρμητα ο προσεκτικός αναγνώστης (ο δάσκαλος και το ακροατήριό του) αναζητεί τους ορισμούς των κρίκων που συνθέτουν αυτόν τον προσεγμένο  ή βασικό ορισμό ( έξις, προαιρετική, μεσότης, προς ημάς , λόγω ωρισμένη «υπό φρονίμου»).
·        « Η ηθική (του ανθρώπου) εξ έθους περιγίγνεται , όθεν και το όνομα…..(ετυμολογική συγγένεια)…=Η ηθική αντίληψη του ανθρώπου διαμορφώνεται με τη συνήθεια, από όπου παράγεται και η λέξη (ηθική από τη συν-ήθεια, το ήθος)   Ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ημίν εγγίγνεται  (αλλά εξ έθους περιγίγνεται) = καμιά ηθική αρετή δεν την έχουμε έμφυτη, δοσμένη από τη φύση, αλλά διαμορφώνεται στον άνθρωπο με τη συνήθεια, με την επανάληψη τέτοιας συμπεριφοράς.. [Από τα Ηθικά Νικομάχεια: Β.1.1-3 ή1103 α 16-20]  (Ενότητα 1η του σχολικού βιβλίου).
·        « Οι νομοθέται τους πολίτας εθίζοντες ποιούσιν αγαθούς» = Οι  νομοθέτες προσπαθούν να κάνουν τους πολίτες αγαθούς (ενάρετους) με τη συνήθεια, τον εθισμό.  (Ηθ. Νικ. Β.1.5-7 ή 1103 b 3-4) (ενότητα 3η).
·        «Η  του ανθρώπου αρετή είη αν η έξις αφ’ ης  αγαθός άνθρωπος γίγνεται» = Αρετή του ανθρώπου  μπορεί να είναι η επαναλαμβανόμενη καλή συνήθεια με την οποία ο άνθρωπος γίνεται αγαθός, ενάρετος. (Ηθ. Νικ. Β.6.3 ή 1107 a 23-24) (ενότητα 6η).
·        «Σημείον δει  ποιείσθαι των έξεων την επιγιγνομένην ηδονήν ή λύπην τοις έργοις….» = Κριτήριο των επαναλαμβανομένων συνηθειών (των έξεων) πρέπει να θεωρούμε τη χαρά ή τη λύπη  που προκύπτει  από τις πράξεις μας. (Ηθ. Νικ. Β.3.1-2 ή 1104 a  4-5) (ενότητα 5η).
·        «Εκ των ομοίων ενεργειών αι έξεις γίγνονται» = Οι έξεις, παγιωμένες συνήθειες (ακαταμάχητες) διαμορφώνονται με την επανάληψη όμοιων ενεργειών (συμπεριφορών). (Ηθ. Νικ. Β.1.7-8 ή 1103 b 21-22) (ενότητα 4η).
·        «Η αρετή πάσης τέχνης ακριβεστέρα και αμείνων…..του μέσου αν είη στοχαστική. Λέγω δε την ηθικήν (αρετήν), αύτη γαρ περί πάθη και πράξεις» =   Η αρετή είναι πιο ακριβής και πιο καλοπροαίρετη  από κάθε τέχνη….(γι’ αυτό) μπορεί να είναι και στοχαστική του μέσου. Και  εννοώ την ηθική (αρετή που αναφέρεται στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους), γιατί αυτή ανάγεται στα πάθη των ανθρώπων και στα αντίστοιχες πράξεις τους (που ωφελούν ή βλάπτουν τους συνανθρώπους).  (Ηθ. Νικ. Β.6.9-10 ή 1106 b  14-16) (ενότητα 8η).
·        «Η αρετή περί πάθη και πράξεις εστί….το μέσον επαινείται και κατορθούται· ταύτα δε άμφω της αρετής. Μεσότης, άρα, η αρετή στοχαστική ούσα του μέσου» =Η αρετή (λοιπόν) αναφέρεται τα πάθη των ανθρώπων και στις πράξεις τους….όπου ο μέσος  δρόμος επαινείται και κρίνεται επιτυχία, κατόρθωμα. Αυτά είναι τα δυο γνωρίσματα της αρετής. Άρα η αρετή είναι κάποια μέση πορεία και γι’ αυτό στοχάζεται σταθερά πού βρίσκεται ο μέσος  ή μεσαίος δρόμος. (Ηθ. Νικ. Β.6.12-13 ή 1106 a 24-28) (ενότητα 9η).
·        Το μέσον προς ημάς, ο μήτε πλεονάζει μητε ελλείπει, τούτο δε ουχ εν ουδέ ταυτόν πάσιν….πας δε επιστήμων την υπερβολήν και την έλλειψιν φεύγει , το δε μέσον ζητεί και τούθ’ αιρείται». = Το μέσο (η μέση οδός) νοείται σε σχέση με μας που το επιλέγουμε κα νοείται ως κατάσταση όπου δεν πλεονάζει κάτι  ούτε υπολείπεται. Αυτό το μέσον δεν είναι ούτε ένα ούτε το ίδιο για όλους….και κάθε συνετός αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη, αναζητεί το μέσο δρόμο και αυτόν επιλέγει. (Ηθ. Νικ. Β.6.4-8 ή 1106 a 31-33) (ενότητα 7η).
·        Έστιν, άρα, η αρετή έξις προαιρετική εν μεσότητι ουσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω και ω αν ο φρόνιμος ορίσειεν…..Ειδώς προαιρούμενος, βεβαίως και αμετακινήτως»= «Είναι λοιπόν η αρετή η παγιωμένη διάθεση ή ο σταθερός προσανατολισμός του νου, που αποφασίζει ελεύθερα τις επιλογές των πράξεων και των αισθημάτων μας ουσιαστικά συνίσταται στην αναζήτηση του μέσου δρόμου δράσης σε σχέση με μας,  όπως δηλαδή μπορεί να αποφασίσει ο συνετός άνθρωπος…..Ο φρόνιμος συνειδητά επιλέγει τη μέση οδό και σ’ αυτήν πορεύεται με σταθερότητα και δίχως παρεκκλίσεις.». (Ηθ. Νικ. Β.6.14-16 ή 1106 a 1-2) (ενότητα 10η).
·        Αλλά, για να  γίνει η αρετή  (από προαίρεση πράξη), είναι ανάγκη ο άνθρωπος να μάθει κάποιο τρόπο πράξης. Ο Αριστοτέλης προσθέτει σχετικά: «Α δει μαθόντας ποιείν ταύτα ποιούντες μανθάνομεν» = Αυτά λοιπόν που οφείλουμε να πράττουμε αφού τα μάθουμε, αυτά τα μαθαίνουμε πράττοντες (με διαρκή άσκηση σ’ αυτά). (Ηθ. Νικ. Β.1.4 ή 1103 a 33-34) (ενότητα 2η).
·        Και επειδή η μάθηση  είναι θέμα παιδείας, θυμάται ο Αριστοτέλης ένα σχετικό ορισμό  από τη μαθητεία του στον Πλάτωνα ή από τη μελέτη κάποιου πλατωνικού διαλόγου. Γράφει λοιπόν (στην 5η  ενότητα): «Περί ηδονάς και λύπας εστίν η ηθική αρετή…..Διό δει ήχθαι  πως εκ νέων , ως ο Πλάτων φησίν, ώστε χαίρειν τε και λυπείσθαι οις δει· η γαρ ορθή παιδεία  αύτη εστίν». = Η ηθική αρετή των ανθρώπων αναφέρεται στις χαρές και στις πίκρες που νιώθουν  από τη δράση τους…Γι’ αυτό είναι ανάγκη να έχει κανείς οδηγηθεί  σε άσκηση  αρετής από τα νιάτα του, όπως έχει γράψει  ο Πλάτων, ώστε να χαίρεται ή να λυπάται με δραστηριότητα που προκαλεί χαρά ή λύπη.  Και αυτό είναι το νόημα της ορθής παιδείας. (Ηθ. Νικ. Β.3.1-2 ή 1104 a 5) (ενότητα 5η).
3. Απογραφή των περί αρετής επισημάνσεων (στις 10 ενότητες) και καταγραφή εκκρεμοτήτων.
 Από όσα καταγράψαμε νομίζω ότι έχουμε ένα κύκλο ορισμών αλυσιδωτά διευκρινιστικών, αλλά παραμένουν κάποιες εκκρεμότητες: τι σημαίνουν οι όροι:
Αγαθός, λόγος, φρόνιμος, (και φρόνησις), τι εστί  προαίρεσις και ποιος ο πλατωνικός  ορισμός παιδείας (τον οποίον ο Αριστοτέλης υπαινίσσεται στην 5η ενότητα).
Με   την ίδια σειρά:
Στα Πολιτικά ο Αριστοτέλης αρχίζει το κεφάλαιο περί Παιδείας με την παρατήρηση: « δια τριών γίγνονται οι άνθρωποι αγαθοί και σπουδαίοι· έστι δε ταύτα τα τρία: φύσις έθος, λόγος[7]» = Τρεις παράγοντες συμβάλλουν  στο να γίνονται οι άνθρωποι αγαθοί και σπουδαίοι. Και  είναι αυτοί οι παράγοντες: η φυσική προδιάθεση, οι εθισμοί, η λογική ικανότητα του ανθρώπου.. Αναλύοντας στη συνέχεια τους σκοπούς χαρακτηρίζει κυριότατον την καλλιέργεια του λόγου, με τούτο το σκεπτικό: «δια τον λόγον  οι  άνθρωποι δύνανται πράττειν και εναντία τοις εθισμοίς και τη φύσει, εάν πεισθώσιν άλλως έχειν βέλτιον» [8] =  γιατί με τη λογική ικανότητά τους οι άνθρωποι κατορθώνουν να πράττουν έργα αντίθετα προς τους εθισμούς και τις φυσικές ορμές τους, αν πειστούν ότι κάποια άλλη πορεία είναι πιο σωστή.
          Στο Γ΄βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων (§1144 b 26-27) διευκρινίζει:  «έστι γαρ  (αρετή) ου μόνον η κατά τον ορθόν λόγον (έξις) αλλ’ η μετά του ορθού λόγου έξις αρετή (εστί)». «Ορθός δε λόγος περί των τοιούτων η φρόνησις» = Αρετή δεν είναι απλά η έξη (σταθερή συνήθεια) που διαμορφώθηκε με τον ορθό  λόγο, αλλά είναι αρετή  η σταθερή έξη που συμπορεύεται μόνιμα με τον ορθό λόγο.  Και  ορθός λόγος για τέτοια θέματα (ηθικής τάξης ) είναι η φρόνηση.  
          Για την έννοια της φρόνησεως  έχουμε μια ωραία ανάλυση από το Δημόκριτο (ο οποίος έζησε στα Άβδηρα,  ως το 370 π.Χ.). Γνωρίζουμε  ότι  έγραψε: «Τριτογένεια η Αθηνά…. φρόνησις νομίζεται. Γίγνεται δε εκ του φρονείν τρία ταύτα: βουλεύεσθαι καλώς (ευ λογίζεσθαι), λέγειν αναμαρτήτως (ευ λέγειν) και πράττειν α δει»[9] = Τριτογένεια λέγεται η Αθηνά…..και θεωρείται ενσάρκωση της φρόνησης.  Η δε φρόνηση εκφράζεται με τρεις (συμπληρωματικές) δυνατότητες:
-         Να σκεπτόμαστε σωστά
-         Να διατυπώνουμε τη σκέψη μας άψογα
-         Να πράττουμε αυτά που κρίνονται από τους άλλους σωστά, άρα ευεργετικά.
4. Επίλογος μετάβασης σε άλλο επίπεδο λογισμών:
Υπολείπεται κάποια διευκρίνιση (ορισμός) για την έννοια της προαίρεσης: Τι σχέση έχει με  τη βούληση, ελεύθερη επιλογή;
Ποια τα όρια λειτουργίας της ή εμβέλειάς της ,
Ποια η σχέση της με το λογικό του ανθρώπου.
Αντιγράφουμε λοιπόν από το Γ΄  βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων (Γ 2.9.ή   1111b 26-29  και Γ.2.17 ή 1112 b 16-17)
«Η βούλησις (ημών) του τέλους εστί μάλλον,  η δε προαίρεσις των προς το τέλος ….όλως δε έοικεν η προαίρεσις περί τα εφ’ ημίν είναι». = Η βούλησή μας (ή η επιθυμία μας) εκφράζει μάλλον έναν τελικό σκοπό, ενώ η προαίρεσή μας επιλέγει τα μέσα  που θεωρούμε χρήσιμα για την επίτευξη του σκοπού ….και μάλλον η προαίρεσή μας βασίζεται σε ό,τι μπορούμε εμείς να πραγματοποιήσουμε, ό,τι κρίνουμε ότι είναι μέσα στα όριά μας..
Και λίγους στίχους παρακάτω (Γ.2.17 ή 1112 a 16-17) διαβάζουμε:… «η προαίρεσις μετά λόγου και διανοίας, υποσημαίνειν δε έοικεν και το όνομα ως ον προ ετέρων αιρετόν» =  Η προαίρεσή μας συνοδεύεται από λογική και περίσκεψη, όπως φαίνεται να υποδηλώνει και ο όρος που χρησιμοποιούμε: αιρετό ονομάζουμε κάτι που το προτιμάμε συγκρίνοντας το με κάτι άλλο, άρα ύστερα από ενέργεια λογική και σκέψη.
          Ήδη όμως έχει αγγίξει το κυριότερο ζήτημα της ανθρώπινης ύπαρξης και δράσης, αυτό της Ελευθερίας της Συνείδησης του Ανθρώπου και της συνακόλουθης ευθύνης του. Τέτοιο ζήτημα δεν είχε ακόμη διατυπωθεί διακριτό από τους φιλοσόφους. Με σαφήνεια το έθεσαν, μια γενιά αργότερα από τον Αριστοτέλη, οι Στωικοί[10], ενώ είναι πιθανό ότι το είχε αγγίξει παλαιότερα ως πρόβλημα ο Δημοκριτος[11].


[1] H. Diels- W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, 68B170, 251.
Περισσότερα  στοιχεία στο άρθρο Φιλοσοφία της Ζωής κατά το Δημόκριτο, σύμφωνα με τα σωζόμενα αποσπάσματα από τον πλούσιο στοχασμό του (στο Διαδίκτυο, www.voros.gr
[2] Στο σχολικό  βιβλίο σύντομες πληροφορίες για τους νέους έχει γράψει ο Δημ.  Λυπουρλής (στο Αρχαία Ελληνικά: Φιλοσοφικός Λόγος, για την Γ΄τάξη  Λυκείου, Θεωρητική κατεύθυνση, σελ. 151-153) .
[3] Διάφοροι άλλοι στοχαστές και σε διάφορες εποχές, πριν και μετά, έχουν προσεγγίσει διαφορετικά και με όρους διαφορετικούς  το θέμα της ευδαιμονίας. Ενδεικτικά θυμίζω: Ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη (στους τελευταίους στίχους, κατά την έξοδο του χορού από την ορχήστρα, έχει γράψει: «πολλώ το φρονείν ευδαιμονίας πρώτον υπάρχει….» =πολύ πριν από την ευδαιμονία είναι ανάγκη να υπάρχει στην άνθρωπο η φρόνηση (για να αποκτηθεί με τη φρόνηση η ευδαιμονία) . Σε ένα  από τα σωζόμενα αποσπάσματα  από  έργο του Ευριπίδη (G. Nauck, Fragmenta Tragicorum Graecorum, Euripides, fr. 910) διαβάζουμε:  «΄Ολβιος όστις της ιστορίης έσχε μάθησιν….» = Καλότυχος όποιος έμαθε ιστορία, όποιος απόκτησε γνώση για τον κόσμο (Ο όρος ιστορία παράγεται από τη ρίζα του ρήματος οίδα= γνωρίζω ∙  προστακτική του οίδα:  ίσθι, ίστω…, από  όπου ιστορία = γνώση γενικά.  
[4] Σχετική παραπομπή στη σημ. 1
[5] Ηθικά Νικομάχεια, Α, 8, 1 (1102a 5-6) . Οι δυο μορφές παραπομπής αναφέρονται σε διαφορετικές εκδόσεις, παλαιότερη και νεότερη.
[6] Ηθικά Νικομάχεια, Β 6,  14-16  ή 1106 a1-2.
[7] Πολιτικά, 1332 a 39-40.
[8]  ο.π. 1332, 6-7 .
[9] H. Diels- Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, 68 B 2.
[10] A.A. Long, Η Ελληνιστική Φιλοσοφία (μετ. Στυλ. Δημόπουλος- Μυρτώ Δραγώνα-, Μ.Ι.Ε.Τ. 1987), σελ. 101-108, 168-72, 268-69).
Για το θέμα αυτό έχουμε από τότε και ως σήμερα πλούσια βιβλιογραφία. Στην ελληνική βιβλιογραφία  νομίζω πως το σαφέστερο κείμενο είναι ένα εκτενές «Περί Ελευθερίας»  κεφάλαιο στο βιβλίο του Ε. Π. Παπανούτσου Φιλοσοφία και Παιδεία (1957).
[11] F. K. Voros, «Das Problem der Willensfreiheit bei Democrit», περιοδικό “Das Altertum”(τ. του 1974) του τότε Ανατολικού Βερολίνου.